«Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ»: Η Φεντόρα αγαπάει το μπρι

«Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ»: Η Φεντόρα αγαπάει το μπρι Facebook Twitter
Το χιούμορ του Τζόναθαν Κόου. Πιο κοντά στο εβραϊκό χιούμορ, ας πούμε ενός Φίλιπ Ροθ, παρά στο βρετανικό. Φωτ.: David Zorrakino/Europa Press via Getty Images/Ideal Image
0

Το μυθιστόρημα Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ μπορεί να θεωρηθεί το πιο αμερικανικό του Τζόναθαν Κόου. Βέβαια, είναι τόσο αμερικανικό όσο είναι Αμερικανός ο ένας από τους δύο κεντρικούς ήρωές του, ο Αυστροεβραίος σκηνοθέτης Μπίλι Γουάιλντερ, που το 1933 απέδρασε από τη ναζιστική Γερμανία για να γίνει δόξα του Χόλιγουντ, χωρίς να ξέρει ούτε μία λέξη αγγλικά. Είναι επίσης τόσο αμερικανικό όσο είναι αμερικανική κωμωδία το αριστούργημα του Γουάιλντερ Μερικοί το προτιμούν καυτό, με τη Μέριλιν Μονρό, «διασκευή μιας γερμανικής ταινίας που ήταν διασκευή μιας γαλλικής, γραμμένη από έναν Αυστριακό (σ.σ. τον Γουάιλντερ) και έναν Ρουμάνο (σ.σ. τον σεναριογράφο Ιζ Ντάιαμοντ)».


Το σίγουρο είναι ότι αυτό το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου, που κυκλοφορεί στα ελληνικά σχεδόν ταυτόχρονα με την αγγλική έκδοση, είναι το πιο κινηματογραφικό του συγγραφέα. Πριν απ' όλα, είναι οργανωμένο γύρω από τα settings της δράσης και της πλοκής:


► Ένα σπίτι με κήπο στο Χάμερσμιθ του Λονδίνου, στο σήμερα (2013), όπου κατοικεί η ηρωίδα, η Καλλιστώ Φραγκοπούλου (δημιούργημα του Τζόναθαν Κόου, προϊόν μυθοπλασίας), επάγγελμα συνθέτρια, γύρω στα 60, με την οικογένειά της, σύζυγος που εργάζεται στην κινηματογραφική βιομηχανία και δύο δίδυμες κόρες, περίπου εικοσάχρονες. Η ηρωίδα βρίσκεται σε κρίση δημιουργικότητας αλλά και γονεϊκή, καθώς έχει να αντιμετωπίσει την αναχώρηση της μιας κόρης για την Αυστραλία και το βασανιστικό δίλημμα της άλλης, που είναι έγκυος, αν θα κρατήσει το παιδί ή θα κάνει έκτρωση για να πάει στο πανεπιστήμιο. Η πλοκή στο μυθιστόρημα ξετυλίγεται μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Καλλιστώς, της Καλ.

Ο κινηματογραφικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος –επιμένω σ' αυτό, γιατί είναι από τα πιο γοητευτικά στοιχεία του βιβλίου– ενισχύεται και από τον υβριδικό τρόπο της αφήγησης. 


► Το εστιατόριο Bistro στο Νορθ Κάνον Ντράιβ του Μπέβερλι Χιλς στο Λος Άντζελες, όπου η ηρωίδα, στα 21 της (δεκαετία του '70), συναντά τυχαία και συντρώγει με τον Μπίλι Γουάιλντερ. «Ο κύριος Γουάιλντερ θύμιζε περισσότερο συνταξιούχο καθηγητή πανεπιστημίου ή χειρουργό του Μπέβερλι Χιλς, σε μια κερδοφόρα επιχείρηση με ακριβοπληρωμένα λίφτινγκ».


► Ένα ισόγειο διαμέρισμα στην οδό Αχαρνών, όπου ζει η ηρωίδα στα εφηβικά της χρόνια, πατέρας Ελληνοσλοβένος, μητέρα Αγγλίδα, περίοδος χούντας.


► Το Νυδρί στη Λευκάδα και η βίλα Βαλαωρίτη στο απέναντι νησάκι Μαδουρή, όπου το 1977 γυρίζεται η ταινία Φεντόρα του Γουάιλντερ, με πρωταγωνίστρια τη Μάρτα Κέλλερ, και όπου η ηρωίδα εργάζεται ως διερμηνέας. Η ταινία έχει θέμα την ιστορία μιας παλιάς κινηματογραφικής σταρ που, έχοντας παραμορφωθεί από τις πολλές πλαστικές, κρύβεται από τον κόσμο και αναγκάζει την κόρη της να πάρει τη θέση της, υποδυόμενη πως είναι η Φεντόρα, ένα παιχνίδι διπλών ταυτοτήτων.


► Η τραπεζαρία του ξενοδοχείου Bayerischer Hof στο Μόναχο, όπου συνεχίζονται τα γυρίσματα της Φεντόρα, ένας χώρος που γίνεται πεδίο αντιπαράθεσης ευρωπαϊκού και αμερικανικού «ήθους», σε κωμική εκδοχή. Το αμερικανικό ήθος εκπροσωπεί ο Αλ Πατσίνο, φίλος τότε της Κέλλερ, που παραγγέλνει τσίζμπεργκερ στο ξενοδοχείο όπου αποθεώνεται το βαυαρέζικο χοιρινό κότσι.


► Μια πλαζ στο Χερβούργο της Νορμανδίας, όπου η ηρωίδα συναντά και συνομιλεί με τη σύζυγο του Γουάιλντερ, την Όντρεϊ, και τη σύζυγο του Ιζ Ντάιαμοντ, σεναριογράφου της Φεντόρα, την Μπάρμπαρα. Μια πρώτη εκδοχή του νοήματος της Φεντόρα αλλά και του μυθιστορήματος του Κόου: «Είναι μια τραγωδία για κάποιους που κάποτε βρίσκονταν στην κορυφή του κόσμου, αλλά τώρα όλα έχουν τελειώσει γι' αυτούς».

► Μια φάρμα-τυροκομείο στο Μο, 40 χιλιόμετρα από το Παρίσι, που θεωρείται η «πατρίδα» του τυριού μπρι και όπου ο Γουάιλντερ και η ηρωίδα δοκιμάζουν μπρι και κυριολεκτικά «χάνονται». Εδώ βρίσκουμε μία ακόμη εκδοχή του νοήματος του μυθιστορήματος του Τζόναθαν Κόου: «Όσο δύσκολα κι αν είναι αυτά που σου συμβαίνουν, η ζωή δεν θα πάψει ποτέ να έχει κρυμμένες χαρές να σου προσφέρει. Και πρέπει να τις αδράξεις». Ο Τζόναθαν Κόου χρησιμοποιεί με πολύ χιούμορ το μπρι, κλείνοντας το μάτι στη μαντλέν, στο μπισκότο του Μαρσέλ Προυστ.

► Και πάλι το σπίτι στο Λονδίνο, το τελευταίο setting του μυθιστορήματος, στο σήμερα, όπου η ηρωίδα συμφιλιώνεται με τον εαυτό της και τα διλήμματά της, δίνοντας μία ακόμη εκδοχή της Φεντόρα αλλά και του μυθιστορήματος του Κόου. «Το έργο αντιμετωπίζει πολύ σπλαχνικά τους χαρακτήρες, ιδιαίτερα τους ηλικιωμένους, είτε είναι άντρες είτε είναι γυναίκες, που αγωνίζονται να βρουν έναν ρόλο στον κόσμο, ο οποίος νοιάζεται μονάχα για τα νιάτα και τη φρεσκάδα». Ο Τζόναθαν Κόου επιφυλάσσει στους αναγνώστες ένα πολύ ωραίο τέλος, με στιβαρή συναισθηματικότητα (αν μπορώ να το πω έτσι), που μας δημιουργεί αισθήματα ανακούφισης, τα ίδια ακριβώς που νιώθει και η ηρωίδα όταν δοκιμάζει μια κουταλιά ρευστού μπρι, με πυκνή και κρεμώδη υφή (προϋπόθεση να μείνει το τυρί δύο ώρες σε θερμοκρασία δωματίου).

Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ του μυθιστορήματος –επιμένω σ' αυτό, γιατί είναι από τα πιο γοητευτικά στοιχεία του βιβλίου– ενισχύεται και από τον υβριδικό τρόπο της αφήγησης. Ο Κόου ενσωματώνει στην κλασική αφήγηση ένα μεγάλο κομμάτι 63 σελίδων γραμμένο με τη μορφή του screenplay, όπου ο Γουάιλντερ διηγείται πώς έφυγε από το Βερολίνο το 1933 και πώς επέστρεψε μετά τον Πόλεμο στην Ευρώπη για να κάνει ταινίες που θα προβάλλονταν στη Γερμανία με θέμα τα ναζιστικά εγκλήματα αλλά και να ψάξει για τα ίχνη της μητέρας του, που ως Εβραία της Βιέννης χάθηκε μάλλον σε κάποιο στρατόπεδο εξόντωσης.


Όταν ο Γουάιλντερ έκανε τη Φεντόρα ήταν 71 ετών και δεν ήταν πλέον όνομα στο αμερικανικό box office. Το Χόλιγουντ του αρνήθηκε χρηματοδότηση. Έτσι, η Φεντόρα γυρίστηκε με γερμανικά κεφάλαια. Ο Γουάιλντερ έλεγε ότι μ' αυτή την ταινία θα έβγαινε έτσι κι αλλιώς κερδισμένος. Αν είχε εμπορική επιτυχία, θα έπαιρνε εκδίκηση από το Χόλιγουντ. Αν ήταν αποτυχία, θα έπαιρνε εκδίκηση για το Άουσβιτς, αφού έγινε με λεφτά των Γερμανών.


Σαν μοτίβο, μέσα στο μυθιστόρημα περνάνε τίτλοι, μαζί με λεπτομέρειες, 44 ταινιών του Γουάιλντερ και άλλων. Η μεταφράστρια Άλκηστις Τριμπέρη, που έχει μεταφράσει το βιβλίο σε μια ρευστή και κρουστή γλώσσα, έχει συγκεντρώσει τις ταινίες σε κατάλογο, στο τέλος. Έχει φτιάξει έτσι έναν χάρτη, δείχνοντάς μας κι άλλα μονοπάτια για να προσεγγίσουμε το μυθιστόρημα.

ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ:

► Το χιούμορ του Τζόναθαν Κόου. Πιο κοντά στο εβραϊκό χιούμορ, ας πούμε ενός Φίλιπ Ροθ, παρά στο βρετανικό.

► Η περιγραφή της γευσιγνωσίας του μπρι, με συνοδεία Pinot Νoir στις σελίδες 310-314. Ο Κόου αποδεικνύεται και μάστορας του food writing.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Αρχίζω από δω τη συνεργασία μου με τη LiFO, μια εφημερίδα, έντυπη και ηλεκτρονική, που εκτιμώ απεριόριστα για τη φρεσκάδα της, την ανεξιθρησκία της αλλά και την επιδραστικότητά της. Ξαναβρίσκω τον ρυθμό της εβδομαδιαίας ανάγνωσης και συζήτησης για βιβλία και συγγραφείς, που είχε αρχίσει το μακρινό 1997, όταν δημιούργησα, from scratch, όπως λένε, το ένθετο «Βιβλία» στο «Βήμα της Κυριακής» του Οργανισμού Λαμπράκη, το πρώτο ένθετο για βιβλία στον ελληνικό Τύπο, το οποίο διηύθυνα έως και το καλοκαίρι του 2018. Ξαναβρίσκω επίσης τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο, έναν συνοδοιπόρο, με τον οποίο μας ενώνει κοινή δημοσιογραφική κουλτούρα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ