Τo πιο δύσκολο πράγμα σχετικά με το «Dune» του Frank Herbert είναι να το εξηγήσεις σε ένα ανυποψίαστο κοινό που δεν έχει καμιά σχέση με το είδος της επιστημονικής φαντασίας. Ως βιβλίο θα μπορούσε να ξεπεράσει τα στενά όρια της κατηγορίας, αν ο Herbert αποφάσιζε να το αφήσει μόνο του, χωρίς συνέχεια.


Αντ' αυτού, εδώ και 55 χρόνια, δηλαδή από τότε που κυκλοφόρησε, έχει γίνει αυτή η σειρά-μαμούθ επιστημονικής φαντασίας με 5 σίκουελ και 17 ακόμη βιβλία που διαδραματίζονται στο σύμπαν του. Κι αν ο Herbert άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο το 1986, τη συνέχιση του έργου του την ανέλαβε ο γιος του, Brian, με τη βοήθεια άλλων συγγραφέων.

 

Το αποτέλεσμα, ανάμεικτο και χωρίς το βάρος της υπογραφής του πατέρα του. Αυτό το ξεχείλωμα του μύθου θα μπορούσε να αφαιρεί πολλή από τη γοητεία της εμπειρίας της ανάγνωσης του πρώτου βιβλίου, αλλά o κόσμος του Herbert είναι τόσο δυνατός και σφιχτός σε σύλληψη, που σφηνώνεται στο μυαλό σου για πάντα και σε στοιχειώνει.


Το «Dune» διαδραματίζεται στο μακρινό μέλλον, όπου η ανθρωπότητα δεν βασίζεται στα ρομπότ ή στα κομπιούτερ. Η τεχνολογία του είναι διαφορετική. Ο συγγραφέας βρίσκει ένα έξυπνο τρόπο να τα αποφύγει, με το τέχνασμα ενός  διαγαλαξιακού πόλεμου που είχε ως αποτέλεσμα την απαγόρευση τους. Αντίθετα, έχει διαμορφώθει με την απουσία τους μια φεουδαρχική κοινωνία, όπου διάφοροι οίκοι ευγενών ελέγχουν πλανήτες και υπάγονται στην εξουσία ενός αδίστακτου αυτοκράτορα. Ο βασικός ήρωας είναι ο νεαρός Πωλ Ατρείδης, του οποίου η οικογένεια δέχεται να αναλάβει την εποπτεία του πλανήτη Αρράκις, γνωστού ως «Dune». Ο Αρράκις είναι ένας εχθρικός και αφιλόξενος πλανήτης, γεμάτος ερήμους, που μαστίζεται από ηλεκτρικές καταιγίδες και την έλλειψη νερού.

 

Το «Dune» πούλησε περίπου 12 εκατομμύρια αντίτυπα όσο ο συγγραφέας του ήταν εν ζωή. Παρά την επιτυχία του, όμως, ποτέ δεν απέκτησε τις μυθικές διαστάσεις βιβλίων φαντασίας όπως ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών ή το «Game of Thrones».


Είναι, όμως, το μοναδικό μέρος στον γαλαξία όπου καλλιεργείται «το μπαχαρικό των μπαχαρικών», η μελάνζ, μια ουσία που επιμηκύνει τη διάρκεια ζωής του ατόμου και ενισχύει τις νοητικές του ικανότητες. Η μελάνζ είναι επίσης απαραίτητη στη διαστημική πλοήγηση που απαιτεί ένα είδος πολυδιάστατης αντίληψης και ενόρασης, το οποίο προκαλείται μόνο από την κατανάλωση άπειρης ποσότητας του ναρκωτικού, μεταλλάσσοντας σωματικά τους πλοηγούς, που αποκτούν μια απόκοσμη μορφή. Επομένως, όποιος ελέγχει τον Αρράκις, ελέγχει όλο το Διάστημα και κατέχει μια καίρια και πολυπόθητη στρατηγική θέση.

 

Oι γεωσκώληκες του Dune. Artwork του 1984.
Oι γεωσκώληκες του Dune. Artwork του 1984.


Ο Herbert, με τη μακιαβελική ιστορία που αφηγείται, εξετάζει θέματα που αφορούν την πολιτική, την οικολογία, τη θρησκεία, την τεχνολογία και τα ανθρώπινα συναισθήματα μέσα από τους αγώνες για την εξουσία του Αρράκις.

 

Το «Dune» δεν είχε καμία σχέση με αντίστοιχα μυθιστορήματα που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή. Ένα τρανταχτό παράδειγμα, είναι οι γυναίκες ηρωίδες του που δεν είναι μόνο πιο ενδιαφέρουσες αλλά εξίσου, αν όχι πιο επικίνδυνοι χαρακτήρες από τους άνδρες. Οι Φρέμεν, η φυλή που κατοικεί τον Αρράκις, αν και αντλεί χαρακτηριστικά από τις αραβικές φυλές και την θρησκεία και τα έθιμα τους, διαφοροποιείται στον τρόπο που τις αντιμετωπίζει. Ο Herbert είναι ξεκάθαρα με το μέρος των Φρέμεν σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου, παρά τον μεσσιανικό χαρακτήρα του. Η ηθική δικαίωση του ήρωα του είναι δευτερεύων στοιχείο στο Dune. Έπειτα, είναι και η αμφιλεγόμενη αδελφότητα των Μπένε Τζέζεριτ - κάτι σαν φανατικές καλόγριες που, όμως, χρησιμοποιούν το σεξ ως όπλο για να κινούν τα νήματα από το παρασκήνιο.


Ο Herbert ξεκίνησε να το γράφει λίγο πριν κλείσει τα 40, όταν δούλευε ακόμη ως δημοσιογράφος, ένα επάγγελμα που έκανε από την ηλικία των 19 ετών. Του πήρε έξι χρόνια να το ολοκληρώσει. Γεννήθηκε το 1920 και είχε μια σκληρή και φτωχή παιδική ηλικία. Υπηρέτησε στον πόλεμο για οκτώ μήνες ως ναυτικός φωτογράφος, πριν πάρει εξιτήριο για λόγους υγείας. Για ένα μικρό διάστημα έγραφε τους λόγους ενός ρεπουμπλικάνου βουλευτή.

 

Δεν ξεπέρασε ποτέ τη φτώχεια του, ενώ το διάστημα που έγραφε το «Dune», η γυναίκα του Beverly Ann αναγκάστηκε να αναλάβει το οικονομικό βάρος της οικογένειας, βάζοντας στην άκρη την δική της συγγραφική καριέρα. Αν και είναι πια το εμπορικότερο sci-fi βιβλίων όλων των εποχών, δεν έγινε αυτόματα επιτυχία. Πριν κυκλοφορήσει από έναν εκδοτικό που μέχρι τότε έβγαζε περιοδικά για χόμπι, είχε απορριφθεί περίπου είκοσι φορές από διάφορους εκδοτικούς.


Συνέλαβε την ιδέα του όταν ερευνούσε ένα πρόγραμμα του αμερικανικού υπουργείου Γεωργίας για τους αμμόλοφους του Όρεγκον. Το 1960 ήταν επίσης μια σημαδιακή χρονιά επειδή γνώρισε και έγινε φίλος με τον Βρετανό στοχαστή Alan Watts. Οι συνομιλίες του μαζί του τον μύησαν στη ζεν φιλοσοφία που επηρέασε σημαντικά τα φιλοσοφικά ερωτήματα του βιβλίου.


Το «Dune» πούλησε περίπου 12 εκατομμύρια αντίτυπα όσο ο συγγραφέας του ήταν εν ζωή. Παρά την επιτυχία του, όμως, ποτέ δεν απέκτησε τις μυθικές διαστάσεις βιβλίων φαντασίας όπως ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών ή το «Game of Thrones».


Εδώ και πολλά χρόνια, όταν το αναφέρει κανείς σε συζητήσεις, το πιο πιθανό είναι να μην προχωρήσει πέρα από την αποτυχημένη πορεία του στη μεγάλη οθόνη, με την ταινία του David Lynch το 1984 και τη μεταφορά που δεν έγινε ποτέ και ακόμη την κλαίει ο Alejandro Jodorowsky.

 

Μεταξύ μας, το φιλμ του Lynch δεν είναι και τόσο χάλια, αν εξαιρέσεις τα αναχρονιστικά εφέ, τις άθλιες, μεσαιωνικού τύπου βαλβίδες καρδιάς, που δεν υπάρχουν πουθενά στο βιβλίο, και τις μικρές δόσεις ομοφοβίας για την εποχή του. Απλώς το μίσος του Lynch για το τελικό αποτέλεσμα το χαντάκωσε στον αιώνα τον άπαντα. Ακόμη και η μουσική επένδυση της ταινίας διά χειρός Toto σε παραγωγή Brian Eno ακούγεται μια χαρά ‒ ίσως είναι και η καλύτερη δουλειά του γκρουπ.

 

Ο Κάιλ ΜακΛάχλαν ως Πωλ Ατρείδης στην ταινία «Dune» του Ντέιβιντ Λιντς, που κυκλοφόρησε το 1984.
Ο Κάιλ ΜακΛάχλαν ως Πωλ Ατρείδης στην ταινία «Dune» του Ντέιβιντ Λιντς, που κυκλοφόρησε το 1984.


Από την άλλη, όσον αφορά τον Jodorowsky, σύμφωνα με τις πολύχρωμες περιγραφές του κατά άλλα συμπαθή και οραματιστή Χιλιανού σκηνοθέτη, καλύτερα που δεν γυρίστηκε ποτέ αυτό το «έπος» που θρηνεί μέχρι σήμερα, επειδή μάλλον θα επρόκειτο για έναν κιτς αχταρμά τεραστίων διαστάσεων, παρά το εντυπωσιακό επιτελείο, από τον HR Giger και τον Moebius στο αισθητικό κομμάτι και τον Orson Welles στον ρόλο του Βαρόνου Χαρκόννεν μέχρι τον Σαλβαντόρ Νταλί ως αυτοκράτορα Σαντάμ ΙV. Ακόμη και το σάουντρακ της ταινίας ακουγόταν grande υπόθεση, μια και είχε στρατολογήσει τους Pink Floyd και τους Magma γι' αυτήν τη δουλειά.

 

Το «Dune», όμως, δεν ήταν ποτέ τόσο ψυχεδελικό, κι ας έχει να κάνει με μια ουσία που φέρνει στον νου το LSD (τι άλλο;), οπότε η σκοτεινή μεταφορά του Lynch, παρά τις ατυχίες της και τις καραφλές Μπένε Τζέζεριτ, ίσως ήταν πιο κοντά στο τι ήθελε να πει ο συγγραφέας.

 

O Ντενί Βιλνέβ, πάντως, που έχει αναλάβει εκ νέου το πρότζεκτ, κάπως καταφέρνει να μεταφέρει την πολυπλοκότητά του στη μεγάλη οθόνη τουλάχιστον από τα πρώρα στιγμιότυπα ενώ φαίνεται ότι αποτίνει φόρο τιμής και στους δύο, με τις αποστακτικές στολές (stillsuits) των Φρέμεν να είναι καρμπόν αυτές του Lynch και ντύνοντας το πρώτο τρέιλερ με το κομμάτι «Eclipse» των Pink Floyd. Ισχυρίζεται, όμως, ότι εκεί σταματούν και οι επιρροές, μια και γυρνάει τη δική του βερσιόν, που πλησιάζει περισσότερο το βιβλίο απ' οτιδήποτε άλλο. Τέλος, υπάρχει και η τηλεοπτική σειρά του SyFy –η πιο εμπορικά πετυχημένη του καναλιού–, που καλύπτει τα τρία πρώτα βιβλία των χρονικών και θεωρείται αρκετά τίμια μεταφορά, παρά την ξεπλυμένη, προκάτ φωτογραφία της.

 

Πάντως, αρκετοί ισχυρίζονται ότι η καλύτερη ταινία «Dune» που γυρίστηκε ποτέ δεν είναι άλλη από το «Star Wars». Γράφουν στην «Guardian» ότι τα πρώτα προσχέδια της υπόθεσης έκαναν λόγο για έναν πλανήτη-έρημο, ένα αγόρι με διαγαλαξιακό πεπρωμένο και μια πριγκίπισσα που φυλάει κάτι που λέγεται «μπαχαρικό της αύρας». Επιπλέον, οι Jedi, με τις πνευματικές τους ικανότητες, θυμίζουν αισθητά τις Μπένε Τζέζεριτ, με μόνη διαφορά ότι δεν είναι αποκλειστικά γυναίκες (sic).

 

«Ο Herbert γνώριζε ότι τον είχε κατακλέψει ο Τζορτζ Λούκας, όπως και το γεγονός ότι είχε πάρει ιδέες και από άλλους συναδέλφους του. Μαζί ίδρυσαν μια λέσχη με τον ειρωνικό τίτλο "Είμαστε πολύ ανώτεροι και σπουδαίοι για να μηνύσουμε τον Τζορτζ Λούκας"». Μπορεί κανείς να φανταστεί, επομένως, την πίκρα και την απογοήτευση που πρέπει να ένιωθε.

 

 

Dune (2020)


Παρ' όλα αυτά, το «Dune» φαίνεται πώς αντέχει στον χρόνο. Και όχι μόνο αντέχει αλλά ίσως είναι το πιο επίκαιρο ανάγνωσμα των ημερών.


«Κάθε έργο του φανταστικού αντικατοπτρίζει την εποχή και τον τόπο που το παρήγαγε» γράφουν στην «Guardian». «Αν ο "Άρχοντας των Δαχτυλιδιών" αφορά την άνοδο του φασισμού και το τραύμα του Β' Παγκόσμιου Πολέμου και το "Game of Thrones", με το κυνικό realpolitik και ένα καστ επισφαλών και ρηξικέλευθων χαρακτήρων, είναι ένα παραμύθι για τον νεοφιλελευθερισμό, τότε το "Dune" είναι ένα παραδειγματικό έργο του φανταστικού, σχετικό με την εποχή του Υδροχόου. Οι θεματικές του –το περιβαλλοντικό στρες, οι δυνατότητες του ανθρώπου, η μετάλλαξη της συνείδησης και η επανάσταση των αναπτυσσόμενων χωρών ενάντια στον ιμπεριαλισμό– συνδυάζονται στο καθοριστικό όραμα μιας εποχής προσωπικής και κοσμικής μεταμόρφωσης».


Τα λόγια αυτά δεν ακούγονται πολύ μακρινά σε σχέση με τις αλλαγές που βιώνει η ανθρωπότητα τελευταία, τόσο σε πολιτικό όσο και, κυρίως, διαπροσωπικό επίπεδο. Ακόμη κι αν πρόκειται για μια εποχή που καθορίζεται από την ψηφιακή κυριαρχία, με έναν μυστηριώδη τρόπο το «Dune» μιλάει γι' αυτήν τη λεπτή γραμμή της αλλαγής. Επιπρόσθετα, σε τέτοιους καιρούς προσωπικής ανησυχίας υπάρχουν στιγμές στο βιβλίο που προσφέρουν ένα παράδοξο συναίσθημα, όπως το μάντρα που ο Πωλ επαναλαμβάνει στο μυαλό του κάθε φορά για να ξεπεράσει τα εμπόδια που συναντάει.

 

«Δεν πρέπει να φοβάμαι. Ο φόβος είναι ο φονιάς του νου. Είναι ο μικρός θάνατος που φέρνει την ολοκληρωτική εξόντωση. Θα αντιμετωπίσω κατάματα τον φόβο μου. Θα τον αφήσω να περάσει από πάνω μου και από μέσα μου. Και όταν φύγει, θα κατευθύνω το εσωτερικό μου βλέμμα προς τον δρόμο που ακολούθησε. Εκεί όπου θα έχει πάει ο φόβος, δεν θα υπάρχει πια τίποτα. Μόνο εγώ θα βρίσκομαι εκεί», μουρμουρίζει στο μυαλό του και ακούγεται στον αναγνώστη απόλυτα ανακουφιστικό.