«ΤO ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Ο Πίθηκος Ξουθ ή τα ήθη του αιώνος, αποτελούμενο από 17 κεφάλαια, δημοσιεύεται στην "Αποθήκη των ωφελίμων και τερπνών γνώσεων" σε επτά συνέχειες, από το τεύχος 10 (Απρίλιος 1848) μέχρι το τεύχος 16 (Οκτώβριος 1848), και πρέπει να είναι το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα σε συνέχειες. Κρίνοντας από τη φράση "ακολουθεί" στο τέλος του τελευταίου δημοσιευμένου κεφαλαίου, το κείμενο παρέμεινε ημιτελές. Βέβαια, η ιστορία του Ξουθ ολοκληρώνεται κατά κάποιον τρόπο και ο αναγνώστης αποκομίζει μια σχεδόν πλήρη εικόνα του θέματος.

 

Η αφήγηση αρχίζει με την επιστροφή, το 1844, του Καλλίστρατου Ευγενίδη στην Αθήνα μετά από περιηγήσεις ανά την Ευρώπη, φέρνοντας μαζί του τον πίθηκο Ξουθ, που αγόρασε στην Αγγλία. Ο Ξουθ μάς συστήνεται ως ο πίθηκος θαλαμηπόλος του Ευγενίδη, που εν τη απουσία του κυρίου του προσπάθησε να ξυριστεί με τα ξυράφια του. Ξαφνικά, βλέπει τον κύριό του, ο οποίος έχει επιστρέψει απροειδοποίητα, σαστίζει, του πέφτουν τα ξυράφια και σπάζουν, με αποτέλεσμα να ξυλοκοπηθεί αγρίως. Τη στιγμή, όμως, που ο κύριός του είναι έτοιμος να τον σκοτώσει με το ξίφος του, ο Ξουθ αρχίζει να μιλάει. Στο κείμενο έχουμε μια σειρά από ψεύδη και διαδοχικές απάτες, που είτε προϋποθέτουν τη μεταμφίεση ως τέχνασμα εξαπάτησης είτε τη μεταμόρφωση ως δίκην τιμωρίας. Πρόκειται για μια ιστορία που θέλει να δείξει πως η αγυρτεία τιμωρείται.


Ο Πίθηκος Ξουθ αποτελεί ένα από τα πιο πολυδιαστρωμένα γλωσσικά αφηγηματικά κείμενα του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, με εκτεταμένα δείγματα διαλόγου, διαλεκτικού λόγου (φραγκοσμυρναϊκό ιδίωμα της κυρίας Πέππα, το χιωτικό ιδίωμα της Πλουμούς), λατινικών του ψευτογιατρού Φυσίχα και νεολογισμών μέσω της γαλλικής: αφυπνωτήριον (boudoir) και υπότονα (sous-pieds). Σε αυτή την πολυφωνία συνεργεί και η ύπαρξη δύο αφηγητών: ενός απρόσωπου (κεφ. Α', ΙΑ', ΙΒ'), ο οποίος είναι πιο ειρωνικός και καλύπτει τη ζωή της Αθήνας, και του Ξουθ, ο οποίος καλύπτει χώρους εκτός της κυρίως Ελλάδας (Σμύρνη, Ευρώπη, Αλεξάνδρεια).

 

Ο Πιτζιπίος με τον Πίθηκο Ξουθ είναι σαν να επιχειρεί άλμα γλωσσικό, εγκαταλείποντας μια άχρωμη και κουραστική καθαρεύουσα για μια πιο ζωντανή και πολύχρωμη γλώσσα, και ειδολογικό, περνώντας από τη μυθιστορία (romance) και φτάνοντας πιο κοντά στον κωμικό της αντίποδα, το picaresque. Τα δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κειμένου (περιπλάνηση και μεταμόρφωση) υποδεικνύουν έναν προάγγελο της Πάπισσας Ιωάννας, καθώς και τα δύο κείμενα συγγενεύουν με τη μακρόχρονη σοβαρο-κωμική παράδοση που, σύμφωνα με τον Μπαχτίν, τροφοδότησε και εκκόλαψε το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα.

 

Το γεγονός ότι ο συγγραφέας του χαρακτηρίζει τον Πίθηκο Ξουθ, όπως και άλλα κείμενά του, «σύγγραμμα πρωτοφανές», δείχνει ότι ο Πιτζιπίος είχε πάθος με την πρωτοτυπία και ενδεχομένως ήταν ένα φιλόδοξο άτομο, που πάντοτε ήθελε να διεκδικεί την εισαγωγή του νέου και εντυπωσιακού στην ελληνική πνευματική ζωή. 


Ο Ιάκωβος Πιτζιπίος (ή Πιτσιπιός) ήταν και εξακολουθεί να είναι μια αινιγματική προσωπικότητα. Είχε πλούσιο ιστορικό και θρησκειολογικό έργο τόσο στα ελληνικά όσο και στα γαλλικά και υπήρξε εκδότης περιοδικών και εφημερίδων. Γεννήθηκε στη Χώρα της Χίου το 1802 και το 1820 πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει νομικά. Μετά από έξι μήνες έφυγε για να ενταχθεί στον Ιερό Λόχο, αφού προφανώς είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. Τελικά, ξαναγύρισε στο Παρίσι, όπου αποπεράτωσε τις νομικές του σπουδές.

 

Γύρω στα 1824 διορίστηκε από τη ρωσική κυβέρνηση καθηγητής της Φιλολογίας και της Ρητορικής στο Αυτοκρατορικό Λύκειο της Οδησσού και χρημάτισε ενεργό μέλος του αρχαιολογικού μουσείου της πόλης. Από την υπηρεσία της ρωσικής κυβέρνησης αποσύρθηκε το 1830 και επανήλθε στην Ελλάδα, όπου ο Καποδίστριας του ανέθεσε διάφορες διπλωματικές αποστολές.

 

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, ο Πιτζιπίος ξαναγύρισε στη Ρωσία και στη Μολδοβλαχία, ωσότου ο Όθων τον επανέφερε στην Ελλάδα ως κρατικό υπάλληλο. Για μία τριετία (1838-1841) χρημάτισε καθηγητής της γαλλικής και της ελληνικής στο Γυμνάσιο της Ερμούπολης, απ' όπου παύθηκε γιατί δεν έδωσε «δείγματα ικανότητας και ηθικής μορφώσεως». Από τότε φαίνεται να αρχίζουν τα προβλήματα για τον Πιτζιπίο και, όταν το 1843 ψηφίστηκε ο νόμος για τον διαχωρισμό των Ελλήνων σε αυτόχθονες και ετερόχθονες, αποφάσισε να εγκαταλείψει την Ελλάδα.

 

Μεταβαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη, η οθωμανική κυβέρνηση τον προσέλαβε στην υπηρεσία της ως γραμματέα της αυτοκρατορικής επιτροπής για την εφαρμογή των πολιτικών μεταρρυθμίσεων στις ευρωπαϊκές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Του απένειμε, μάλιστα, και τον τίτλο του μπέη, τον οποίο αναγράφει στα εξώφυλλα των δημοσιεύσεών του, μεταφράζοντάς τον ως prince ή μεταγράφοντάς τον σε bey.

 

Το έτος-καμπή στη σταδιοδρομία και στον γενικότερο θρησκευτικό και πνευματικό προσανατολισμό του Πιτζιπίου θα πρέπει να ήταν το 1849. Τότε καλείται να αναλάβει ως τιτουλάριος σχολάρχης της Μεγάλης του Γένους Σχολής και πρώτος λαϊκός διευθυντής της. Η σχολαρχία του διήρκεσε μόνο τρεις μήνες, στη διάρκεια των οποίων συνέβησαν τα λεγόμενα «πιτζιπιακά», που είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή της Σχολής στο Κουρούτζεσμε και τη μεταφορά της στο Φανάρι.

 

Με αφορμή αυτό το γεγονός η τουρκική κυβέρνηση αξίωσε από τον Πατριάρχη όχι μόνο την απομάκρυνση του Πιτζιπίου αλλά και να μη διορίζεται στα ελληνικά σχολεία της Τουρκίας δάσκαλος προερχόμενος εξ Ελλάδος. Στα προβλήματα με τη σχολαρχία του προστέθηκε και το γεγονός ότι ο Πιτζιπίος μάλλον στράφηκε στον καθολικισμό και έγραψε ένα κείμενο που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, επιδαψιλεύοντας στον ίδιο ποικίλους, μη κολακευτικούς, χαρακτηρισμούς».

 

— Ο «Πίθηκος Ξουθ» θεωρείται το πρώτο νεοελληνικό πεζογράφημα του φανταστικού. Για ποιους λόγους ήταν ένα «πρωτοφανές μυθιστόρημα» που ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα μυθιστορήματα της ίδιας περιόδου;

Το γεγονός ότι ο συγγραφέας του χαρακτηρίζει τον Πίθηκο Ξουθ, όπως και άλλα κείμενά του, «σύγγραμμα πρωτοφανές», δείχνει ότι ο Πιτζιπίος είχε πάθος με την πρωτοτυπία και ενδεχομένως ήταν ένα φιλόδοξο άτομο, που πάντοτε ήθελε να διεκδικεί την εισαγωγή του νέου και εντυπωσιακού στην ελληνική πνευματική ζωή.

 

Το ενδιαφέρον στην περίπτωσή του είναι ότι στα βιβλία του επιμένει και στην έννοια των συγγραφικών δικαιωμάτων. Ο Πίθηκος Ξουθ διαφοροποιείται από τα άλλα μυθιστορήματα της περιόδου 1830-1850 γιατί δεν χρησιμοποιεί ως πυξίδα ή πρόσχημα της πλοκής μια ερωτική σχέση, όπως κάνουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό άλλοι πεζογράφοι της εποχής (π.χ. Παλαιολόγος, Σούτσοι), αλλά και ο ίδιος o Πιτζιπίος στο πρώτο του μυθιστόρημα, Η Ορφανή της Χίου (1839), που διεκδικεί τον τίτλο του πιο πολυδιαβασμένου αφηγηματικού κειμένου του 19ου αιώνα. Και στα δύο έργα του είναι εμφανής η προσπάθεια συναίρεσης της φαντασίας και της (ιστορικής) πραγματικότητας, του ρομαντισμού και του ρεαλισμού, του εθνικού και του ευρωπαϊκού.

 

Στον Πίθηκο Ξουθ παρατηρείται ένα είδος φανταστικού ρεαλισμού. Η πραγματικότητα δεν εξιδανικεύεται, αντίθετα ασκείται έμμεση κριτική στη σπουδαιοφάνεια, στην αλαζονεία και στην ξενομανία του νεοπαγούς ελληνικού κράτους. Αλλά και η φαντασία στον Πίθηκο Ξουθ ανοίγει τα φτερά της, καλύπτοντας μια ευρύτατη γεωγραφική περιοχή, από την Αγγλία μέχρι τη Σμύρνη και από την Αίγυπτο μέχρι την Αμερική, με το πρόσχημα του ευρωπαϊκού περιηγητισμού και συνδυάζοντας το τοπικό με το συμπαντικό.

 

Το γεγονός ότι ο πίθηκος Ξουθ είναι ο μεταμορφωμένος περιηγητής Βαρθόλδυς υποδηλώνει αφενός την πραγματολογική βάση του αφηγήματος, η οποία διανθίζεται εκ των υστέρων με φανταστικά και αλληγορικά στοιχεία, και αφετέρου το ότι ο Πιτζιπίος είχε γράψει το κείμενό του ενδεχομένως κάποια χρόνια νωρίτερα από τη δημοσίευσή του, όταν ο σάλος που είχαν προκαλέσει μεταξύ των Ελλήνων λογίων οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Βαρθόλδυ ήταν ακόμη νωπός.

 

— Τι σχέση έχει με τα πικαρικά μυθιστορήματα της Ισπανίας του 16ου αιώνα; Και με τις «Μεταμορφώσεις του Απουλήιου»;

Ο Πίθηκος Ξουθ μοιάζει με ηθική αλληγορία που στηρίζεται στη μεταμόρφωση ή τη μεταμφίεση, στοιχείο που μας παραπέμπει στον Απουλήιο και γενικά στην παράδοση κειμένων μεταμόρφωσης. Ενώ όμως στις ρωμαϊκές αφηγήσεις του Απουλήιου και του Πετρώνιου εκδηλώνεται με γκροτέσκο ή κωμικό τρόπο η ενασχόληση με το σεξ, στο ηθικολογικό κείμενο του Πιτζιπίου κάτι τέτοιο απουσιάζει. Η ιστορία του Χρυσού Γαϊδάρου και το πικαρικό είδος βασίζονται και στο στοιχείο της εξομολόγησης όπως και ο Πίθηκος Ξουθ, αφού πρόκειται για την αυτοβιογραφική εξομολόγηση ενός αγύρτη περιηγητή, χωρίς βέβαια να υποβαθμίζονται οι σατιρικές κοινωνικές αιχμές ή οι φανταστικές προεκτάσεις.

 

Το γεγονός ότι στο κείμενο, παρά την ηθοπλαστική του πρόθεση, επιπολάζει το στοιχείο της αγυρτείας φέρνει τον Πίθηκο Ξουθ κοντά στην παράδοση του picaresque, χωρίς βέβαια το κείμενο να μπορεί να χαρακτηριστεί αποκλειστικά ως τέτοιο. Η πλοκή του μυθιστορήματος κατά επεισόδια, όπως και αυτή του picaresque, προσφέρει άπειρες δυνατότητες, ανοίγοντας τις πόρτες στο φανταστικό, το απίθανο, το αλλόκοτο αλλά και το ατελεύτητο. Τα πρόσωπα, όμως, παρά την επεισοδιακή πλοκή, δεν εξαφανίζονται μετά την πρώτη τους εμφάνιση, αλλά επανεμφανίζονται.

 


— Ποιος είναι ο κύριος συμβολισμός της μεταμόρφωσης στο βιβλίο;

Το θέμα της μεταμόρφωσης στη λογοτεχνία θέτει ερωτήματα σχετικά με την ανθρώπινη οντότητα και προϋποθέτει έναν κόσμο ασταθή και ευμετάβολο. Στηρίζεται, επίσης, στον δυϊσμό σώματος και συνείδησης, που υπονομεύει την ακεραιότητα του ατόμου. Το σώμα στον Πίθηκο Ξουθ φαίνεται να τιμωρείται, ώστε ο πρωταγωνιστής να επανέλθει στον ηθικό δρόμο και να ανακτήσει τη λαλιά του, αν και καθ' όλη τη διάρκεια της μεταμόρφωσής του διατηρεί τις νοητικές του ικανότητες.

 

Το σώμα εδώ πληρώνει για τις αμαρτίες της ψυχής, όντας το σήμα και ο καθρέφτης της. Ό,τι κληροδότησε ο Χρυσός Γάιδαρος με τη μεταμόρφωσή του στη νεότερη λογοτεχνία είναι η δυνατότητα για την τοποθέτηση του ήρωα ως «τρίτου προσώπου», δηλαδή ως παρατηρητή ή ωτακουστή, μια θέση που στο πικαρικό μυθιστόρημα κατέχει ο υπηρέτης, διαδραματίζοντας έτσι σημαντικό ρόλο, γιατί λόγω της θέσης του δίνει τη δυνατότητα της διείσδυσης στην ιδιωτική ζωή.

 

Ανάλογο ρόλο παρατηρητή και υπηρέτη υποδύεται και ο πίθηκος Ξουθ. Μάλιστα, χωρίς τη μορφή του πιθήκου δεν θα μπορούσε να είχε πρόσβαση στη συνωμοτική στιχομυθία Λιγαρίδη-Πηγαδοστομίδη, ούτε να λειτουργήσει ως παντογνώστης αφηγητής. Επίσης, το ξύρισμα εκείνη την εποχή θεωρούνταν ένδειξη εξανθρωπισμού και εξευρωπαϊσμού. Έτσι, ο Καλλίστρατος, μέσω του ξυρίσματος και της αποτρίχωσης, καλλιεργεί την πόζα του εξευρωπαϊσμένου νέου, ενώ ο Ευρωπαίος περιηγητής, μεταμορφωμένος σε πίθηκο, έχει «δασύτριχο μορφή» και «μαλλώδη» χέρια με άκοπα νύχια.

 

Μέσω μια τέτοιας αντιστροφής ρόλων εικονογραφείται η «ανατολική φιλοκαλία» του Καλλίστρατου και δικαιολογείται πειστικά ο θυμός του και η σημασία που αποδίδει στα ξυράφια του, που κάποτε υποτίθεται ότι ανήκαν στον Μέγα Αλέξανδρο. Ο Πιτζιπίος θέλει να υπογραμμίσει τη διάσταση μεταξύ «είναι» και «φαίνεσθαι», αρετής και υποκρισίας, υποβάλλοντας την ταύτιση της Ευρώπης με τη διαφθορά και το ψεύδος. Είναι σαν να κατακρίνει ταυτόχρονα τον συρμό του ευρωπαϊσμού στους Έλληνες και τον συρμό του περιηγητισμού στους ξένους. Μάλιστα, η λέξη «συρμός» επανέρχεται τακτικά στο κείμενο, συνδεόμενη έμμεσα με τον πιθηκισμό.


— Η απώλεια της ανθρώπινης υπόστασης τι είδους τιμωρία είναι για τον ήρωα;

Στον Πίθηκο Ξουθ υπάρχει η διάθεση για χαρακτηρολογία, εφόσον διαγράφονται υποτυπωδώς κάποιοι τύποι, και πιθανώς αυτή η χαρακτηρολογική προσωπογραφία να ακολουθεί το παράδειγμα του La Bruyère και των Χαρακτήρων (Caractères) του, που έχουν τον ίδιο υπότιτλο με τον Πίθηκο Ξουθ: Les moeurs de ce siècle.

 

Η χαρακτηρολογία δεν μπορεί να ξεφύγει από τη στενή συνάρτηση εξωτερικής εμφάνισης και εσωτερικού ήθους. Η εμφάνιση, δηλαδή, αποτελεί τον καθρέφτη της ψυχής και τούτο ενδεχομένως δηλώνει ότι η μεταμόρφωση σε πίθηκο στο κείμενο του Πιτζιπίου, με τη σκλήρυνση του δέρματος, οφείλεται και αντικατοπτρίζει συνάμα την ηθική παρακμή, όπως και η ανάκτηση της λαλιάς και της ανθρώπινης υπόστασης αργότερα συστοιχεί με την ηθική εξιλέωση και αποκατάσταση.

 

Στον Πίθηκο Ξουθ διακρίνουμε ένα είδος σωτηριολογικής τριμερούς δομής ή ηθικής προόδου: αμάρτημα - τιμωρία/δοκιμασία - αποκατάσταση που επικουρείται από το τέχνασμα της μεταμόρφωσης και της ανάκτησης της ανθρώπινης υπόστασης.

 

— Υπάρχουν πραγματικοί χαρακτήρες της εποχής που σκιαγραφούνται μέσα από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος;

Ο Πιτζιπίος δίνει την εντύπωση ότι ο στόχος της κριτικής του ήταν διττός: η νεοπλουτίστικη αθηναϊκή κοινωνία και ο ευρωπαϊκός περιηγητισμός. Το κάνει όμως αυτό μέσω της αλληγορίας και υπάρχει σχετική μελέτη που επιχειρεί να εντοπίσει πραγματικά πρόσωπα της εποχής πίσω από τους χαρακτήρες του Πιθήκου. Παρατηρούμε, επίσης, ότι στο μυθιστόρημα ο συγγραφέας επιμένει στα επίθετα των προσώπων (ορισμένα, μάλιστα, ηχούν κωμικά, όπως Πηγαδοστομίδης, και ο Ξυλοκαΐκας), ενδεχομένως για να διευκολύνει τους αναγνώστες εκείνης της εποχής να αναγνωρίσουν τα πραγματικά πρόσωπα πίσω από τα ονόματα. Το κείμενο, ωστόσο, αφήνει αναπάντητο το ερώτημα σχετικά με το όνομα Ξουθ. Πουθενά δεν μας εξηγείται πώς προέκυψε.

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΕΚΠΤΩΣΗ ΕΔΩ

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.