ΘΑ ΒΓΩ ΝΑ ΣΑΣ ΜΙΛΗΣΩ, σας τα χω μαζεμένα.


Σας βλέπω απέναντί μας να μας παρατηρείτε, μα έχετε κι αυτό το ύφος! τα μικροσκόπια του χαλασμένου σας μυαλού στραμμένα πάνω μας, φαντάζεσθε τα διπλά από ό,τι έχετε διαβάσει για μας. Θέλετε να μάθετε κι άλλα, ε; Ορίστε, κοιτάξτε μας. Εδώ είμαστε όπως κάθε βράδυ. Μαζευόμαστε κάθε βράδυ εδώ στην άκρη του γκρεμού, στο μεταίχμιο μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητος, στεκόμαστε όλες στη σειρά, η μια δίπλα στην άλλη σαν τα πουλιά πάνω στο σύρμα. Άλλες έχουμε τα χέρια σταυρωτά στο στήθος άλλες φτιάχνουν το μαντίλι ή το καπέλο τους κάνα δυο γαλαζοαίματες (έχουμε και τέτοιες ανάμεσά μας) απασχολούν τα δάχτυλά τους με το περιδέραιο ή το στέμμα τους. Μαύρη γραμμή στα πόδια μας, κόκκινο φως στα κεφάλια μας. Όλες εμείς. Οι ηρωίδες, κι απέναντί μας εσείς, οι πλέον καταρτισμένοι εκ των αναγνωστών, εσείς οι αδίστακτοι κανίβαλοι, οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας.

 

Είμαστε λοιπόν εδώ, ανελλιπώς κάθε βράδυ λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Δείτε μας. Δεν έχομε τίποτα να κρύψομε. Λιγάκι αν μας προσέξετε κι αν πράγματι μας έχετε μελετήσει, θα μας αναγνωρίσετε. Διότι μας έχετε μελετήσει. Έτσι ισχυρίζεσθε. Μας έχετε σπουδάσει λέτε, μας έχετε αποκωδικοποιήσει, μας έχετε ψυχαναλύσει, έχετε βγάλει τα μάτια σας με μας, και μαλώνετε μεταξύ σας για το ποιος μας ξέρει καλύτερα. Εμάς να μας ξέρετε εσείς; Ας γελάσω. Και τι είμεθα εμείς παρακαλώ; Πεδία ερεύνης και αντικείμενα διατριβών; Γρίφοι για να σκοτώνετε την ώρα σας; Ζητήματα για σπουδαστικές και μαθητικές εργασίες; Ή μήπως είμαστε αφορμές για να ξεδιπλώσετε τις γελοίες εμμονές σας; Ε; πείτε μου σας παρακαλώ;

 

Α ναι, κι εμένα και την κυρά Εκάβη, μας ορίσατε ως ηρωίδες της μικροαστικής μεταπολεμικής Ελλάδος. Και μια κομουνίστρια μας είπε γυναικούλες. Την έβαλε στη θέση της ο Κώστας μου.

 

Είμεθα μοιραία πλάσματα εμείς, κανείς δεν μας ξέρει. Τι κι αν γνωρίζετε τα πεπραγμένα μας. Τα βάσανα, τους έρωτες, τους καημούς, τη μαγειρική και τα σπίτια μας, τους άντρες μας, τους εραστάς, το συγγενολόι μας και τα παιδιά μας, τα λάθη και τα βίτσια μας. Τι κι αν έχετε ριγήσει (ριγήσει! τρόπος του λέγειν) διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας για τον άδικο χαμό μας, τι κι αν έχετε ανατριχιάσει με τα ειδεχθή εγκλήματά μας, διότι έχουμε και τέτοιες εδώ, σ' αυτή την ιδιότυπη φυλακή που καταλήγουμε, όταν ο πανδαμάτωρ χρόνος αποφανθεί και μας χρίσει εμβληματικές Ηρωίδες. Καταλήγουμε λοιπόν εδώ, να βρούμε τις παλαιότερες κι όλες μαζί να συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε (όσο μπορούμε κι όσο μας αφήνετε εσείς οι φλύαροι μελετηταί να υποστηρίζουμε), και να συντηρούμε τον μύθο μας. Να αποζητούμε και να φροντίζουμε τη δικαίωση των δημιουργών μας. Διότι, κύριοι μελετηταί της νεοελληνικής λογοτεχνίας, κύριοι καθηγηταί, κύριοι κριτικοί, κύριοι πανεπιστημιακοί, αγαπητοί φιλόλογοι, συγγραφείς και δημοσιογράφοι (αχ οι δημοσιογράφοι, το χείριστον είδος) εμείς τους πονάμε τους δημιουργούς μας, κι αν μια φορά σας ψέγω που σκαλίζετε τις ψυχές μας, δέκα φορές σας μέμφομαι που χώνετε τη μύτη σας στα άδυτα των αδύτων, που ψάχνετε και ξεψαχνίζετε τους δόλιους συγγραφείς. Τους ανθρώπους αυτούς που μας έφτιαξαν, σάρκα απ' τη σάρκα τους, αίμα απ' το αίμα τους. Σας μέμφομαι και σας σιχαίνομαι που πάτε και ψαχουλεύετε τη ζωή του Κώστα μου.

 

Αχ ο Κώστας μου. Μαύρα άλογα κάλπαζαν στο μυαλό του. Άγρια πουλιά ράμφιζαν την ψυχή του. Αχ ο Κώστας. Τρελαινόταν τις νύχτες. Φούντωναν τα πάθη του κι ορμούσαν, ικανά να γεμίσουν μίζερες αυλές, και μεγαλειώδη παλάτια, άξια να προκαλέσουν αυτοκρατορικά δρεπάνια. Αχ ο Κώστας μου. Τις άγριες νύχτες, στις επικίνδυνές του βόλτες, ντυμένος και φτιαγμένος κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν μου, με κουβαλούσε κι εμένα στην άκρη του μυαλού του, να είμαι πάντα εκεί, να τον προσέχω, να του μιλώ γλυκά, να του λέω όχι και μη όταν έκρινα ότι έπρεπε. Αχ ο Κώστας μου! Ο Κώστας μου! Να παίρνει τους δρόμους τις ώρες τις μικρές. Το καλό το ψάρι βγαίνει πριν χαράξει έλεγε και με τα βαμμένα του χείλια σιγοτραγουδούσε: Είσαι χαμηλό ταβάνι για το μπόι μου ουρανέ. Αχ Κώστα. Με τα τακουνάκια του και το ταγέρ του σαν τα τακουνάκια και το ταγέρ που μου 'χε χαρίσει ο Θόδωρος, ο τρίτος μου σύζυγος. Πώς δεν ξεπάγιαζε με τη φούστα, άντρας μαθημένος στα παντελόνια. Τι να του κάνει ένα καλσόν; Πώς δεν τον πονούσανε τα πόδια του πάνω-κάτω με τις γόβες στα κρύα πεζοδρόμια και στ' αγιάζι; Και οι γαμπίτσες του! Ίδιες, ολόιδιες με τις γάμπες μου, οι λεπτότατοι αστράγαλοί του, μυστήριο, και είχε και το άλλο το βάσανο. Με το τσιμπιδάκι των φρυδιών να βγάζει τα γένια του τρίχα-τρίχα, ώρες μπροστά στον καθρέφτη. Κι αυτή η επώδυνη ηδονή. Σώματα κι άλλα σώματα. Έντεκα περάσανε σε ένα βράδυ. Ομάδα ποδοσφαίρου επαίρονταν ο Κώστας μου. Αχ ο Κώστας μου! Κι αν είχε πιει τα ποτηράκια του μου μιλούσε και μου έλεγε: είναι μια περιπέτεια της ψυχής, ή έλεγε κάτι για το ζην επικινδύνως. Και τι σας νοιάζει εσάς παρακαλώ τι έκανε ο Κώστας;

 

Με αναγνωρίσατε, ε; Είμαι, πώς το λέτε, χειμαρρώδης. Κάποιος με χαρακτήρισε απύλωτη (άκου απύλωτη!) Ανάγκη που τους έχω τους χαρακτηρισμούς σας, και φυσικά η μεγάλη σας αδυναμία και το βλακώδες ατόπημά σας να βάζετε ετικέτες, να ορίζετε κι εμένα και την κυρά-Εκάβη, που κύριος οίδε γιατί δεν είναι εδώ κοντά μου και πάει και χώνεται εκεί πίσω στα σκιερά και χαζεύει τις ανυπέρβλητες τις εμβληματικές τις αρχετυπικές. Τη συνονόματή της τη βασίλισσα της Τροίας, την Ελένη, την Ανδρομάχη και όλες αυτές τις άλλες, τις μνημειώδεις των Λαβδακιδών και των Ατρειδών. Αυτές κι αν έχουν υποφέρει από εσάς. Μα αυτές δεν μας καταδέχονται εμάς της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ποτέ δεν κατεβαίνουν απ' τον ομιχλώδη λόφο τους, καμιά φορά, σπάνια βέβαια, πολύ σπάνια, φτάνουν μέχρις εδώ οι οιμωγές τους, θρήνοι απόκοσμοι, ήχοι λυτρωτικοί, άλαλα λόγια και ουράνιες κραυγές. Σνομπ αυτές, στεφανωμένες με τη δόξα τόσων αιώνων, αδιαφορούν για μας, μη σας πω αδιαφορούν και για τον πανδαμάτορα, τον κλειδοκράτορα της αλλόκοτης φυλακής μας. Όσο για σας; Θα σας το πω κομψά, σας έχουν χεσμένους.

 

Κώστας Ταχτσής
Κώστας Ταχτσής

 

Τι έλεγα; Μα τι έλεγα; Α ναι, κι εμένα και την κυρά Εκάβη, μας ορίσατε ως ηρωίδες της μικροαστικής μεταπολεμικής Ελλάδος. Και μια κομουνίστρια μας είπε γυναικούλες. Την έβαλε στη θέση της ο Κώστας μου. Εγώ θα 'μαι πάντα απέναντι, της είπε. Εμένα το όνομά μου δε θα το δώσουνε ποτέ ούτε σε πλατεία ούτε σε δρόμο. Γυναικούλες μάλιστα. Κι από κοντά εσείς. Ηρωίδες της μικροαστικής Ελλάδος. Μωρ' τι μας λέτε; Ας καγχάσω. Μπορεί σε σας να 'ναι βολική μια ταξινόμησις, μια οριοθέτησις, κάπως έτσι δεν το λέτε, αλλά σε μας ακούγεται περιττή, μην σας πω ακατανόητη αυτή η μανία σας για τις ταμπέλες. Να σας πω κάτι. Τζάμπα κορδώνεστε. Τίποτα δεν είστε. Εμείς είμαστε. Εμείς, και τα λόγια που μιλούν για μας στα ωραία βιβλία των δημιουργών μας. Αχ ο Κώστας! Ο Κώστας μου! Εσείς είστε η ουρά μας. Χωρίς εμάς ψωμί να φάτε δεν θα 'χατε. Άλλη δουλειά θα κάνατε. Και τα λόγια μας! Πόσα απ' τα λόγια μας δεν ριζώνουν στο μυαλό σας; Τα ψιθυρίζετε ψάχνοντας κρυφά νοήματα. Ουραγοί είστε. Καλά σας το λέω. Ουραγοί. Κι εμείς συγκρατούμε η μια λόγια απ' το βιβλίο της άλλης. Αχ πως το λέτε το αλισβερίσι μας; Ναι, ναι, τ' άκουσα προχτές, Διακειμενικότητα. Ας καγχάσω τρεις χα χα χα. Διακειμενικότητα και κουραφεξαλα. Εμείς έχομε σύνδεσμο, είμεθα η μια συνέχεια της άλλης. Είμαστε η μια ιστορικό προηγούμενο της άλλης. Μια αλληλουχία με έναν τρόπο που εσείς ποτέ, ποτέ δεν θα καταλάβετε.

 

Αχ, ποια θα 'ναι τυχερή σήμερα; Ποια θα χει την τιμητική της. Διότι μαζευόμαστε όπως προείπα και κοιτάζομε το στερέωμα. Εκεί κατά τα μεσάνυχτα εμφανίζεται στην απεραντοσύνη του ουρανού γραμμένο με φωτεινά γράμματα ένα κάποιο απόσπασμα, μια μνημειώδης φράση, απ' το βιβλίο που περιγράφει τη ζωή και τα έργα καποιανής από μας. Εχτές άστραψαν τα λόγια απ' τη Φραγκογιαννού. Σουξέ η Φραγκογιαννού. Προηγείται με διαφορά στις ουράνιες προβολές. Ποιο συχνά από όλες μας έχει την τιμητική της. Εχτές λοιπόν, άνοιξε ο ουρανός και πρόβαλαν τα παρακάτω:

 

Ὤ! νά τὸ προικιό μου! εἶπε.
Αὐταὶ ὑπήρξαν αἱ τελευταῖαι λέξεις της. Ἡ γραῖα Χαδούλα εὗρε τὸν θάνατον εἰς τὸ πέραμα τοῦ Ἁγίου Σώστη, εἰς τὸν λαιμὸν τὸν ἑνώνοντα τὸν βράχον τοῦ ἐρημητηρίου μὲ τὴν ξηράν, εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δρόμου, μεταξὺ τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης.

 

Έτυχε να στέκεται δίπλα μου η γριά. Δεν σάλεψε δεν βγήκε ένα βήμα μπροστά, όπως κάνει η κάθε μια μας όταν έχει την τιμητική της. Η Φραγκογιαννού τίποτα. Παράξενη και σιωπηλή. Μονάχα όταν έσβησε η φράση κάτι μουρμούρισε κι απ' τα ρουθούνια της ακόμα κάτι ακούστηκε. Την έπιασε βήχας, της χτύπησα στοργικά τη πλάτη. Έμοιασε να δυσανασχετεί. Αλλόκοτη ηρωίδα. Αρνητική καθώς λέτε σεις οι παλιολεχρίτες, οι τιμητές μας. Τη βλέπω καμιά φορά όταν βολτάρουμε εδώ στους κήπους, πάντα σιωπηλή, ποτέ δεν μας μιλάει. Η Αριάγνη του Τσίρκα μου έλεγε πως και η Φραγκογιαννού και η άλλη, η Ιωάννα του Ροΐδη τα βαριούνται τα δικά μας τα Ελληνικά και γι' αυτό μας αποφεύγουν. Να πω την αλήθεια την Ιωάννα κι εγώ τη βαριέμαι, είναι κι αυτός ο βηματισμός της παπίσης! σαν άγαλμα που τσουλάει σε καρούλια περιφέρεται, μα η Φραγκογιαννού είναι αλλιώς. Τη συμπονώ πολύ. Κάποτε κάτσαμε κάτω απ' το ίδιο δέντρο. Άπλωσα το χέρι μου και την πήρα αγκαλιά, καλά είσαι έρημη; της είπα, δεν πήρα απάντηση, μα ξεθάρρεψα και τη ρώτησα, δεν ξέρω πώς μου ήρθε. Μαύρη και σκότεινη της λέω, έχουνε δει ποτέ χαρά τα σκέλια σου; Σήκωσε τους ώμους της , τους κόλλησε στ' αυτιά της. Με το πιγούνι κολλημένο στο στέρνο της έτσι χωρίς να σηκώσει το κεφάλι έστρεψε το πρόσωπό της σ' εμένα και με κάρφωσε με ένα βλέμμα! μα με ένα βλέμμα! Καταταντράπηκα, ούτε συγνώμη δεν κατάφερα να πω. Έμεινα στο πλάι της λίγο ακόμα χωρίς να μπορώ να αρθρώσω λέξη, κι έπειτα βουρκωμένη απομακρύνθηκα.

 

Πήγα να βρω μια πιο κοντινή μου ηρωίδα, μιας και η κυρά-Εκάβη μου το 'πε μια μέρα νέτα-σκέτα, άσε με βρε Νίνα μου, μου λέει, μαζί στο βιβλίο, μαζί και δω άσε με να χαρείς. Αυτοκόλλητες θα γίνουμε; Ούτε σ' αντέχω ούτε μ' αντέχεις. Δίκιο έχει, έχομε κλείσει εγώ και η κυρά-Εκάβη τον κύκλο μας, τι άλλο να πούμε. Βρήκα την Κούλα του Κουμανταρέα. Καθίσαμε σε να παγκάκι και τα λέγαμε. Έτσι κι αλλιώς είναι η πιο κοντινή μου. Όχι ως ιδιοσυγκρασία. Όχι. Μα έχομε τόσα να πούμε! Έχομε κι αν έχομε κοινά, και οι δημιουργοί μας ήσαν φίλοι. Μα τι να λέω τώρα.

 

Όπως αντιλαμβάνεσθε λοιπόν, αδηφάγοι μελετηταί, κι εδώ συνθέτουμε συμμαχίες, κόντρες, διαφωνίες και καυγάδες. Οφείλω να παραδεχθώ πως η πιο σκαμπρόζα, το πειραχτήρι σα να λέμε, είμαι εγώ. Λαλίστατη όπως και στο βιβλίο μου. Μ' αρέσει να μιλώ, δεν τα κρατώ μέσα μου κι ας με αποπαίρνουν μερικές ότι τους χαλνώ την ησυχία τους με τα σούρτα-φέρτα και τις παρεμβολές μου, όπως η ξιπασμένη η Κοντέσσα Βαλέραινα που με είπε γλωσσοκοπάνα και ανακατώστρα. Το πώς κρατήθηκα και δεν την ξαπόστειλα ένας Θεός το ξέρει. Εδώ το χα να της πω τι λες βρε μουσειακόν είδος, ξεπερασμένη, ε ξεπερασμένη. Δεν της είπα τίποτα. Είμαι μεγαλόκαρδη, κακία δεν κρατώ. Μόνο με τη Λωξάντρα δεν κρατήθηκα και αρπαχτήκαμε για τα καλά, τόλμησε να μου πει πως χαριστικά είμαι ανάμεσά τους, διότι λέει δεν ήμουν εμβληματική ηρωίδα, δεν είσαι τίτλος, μου είπε. Το όνομά σου δεν είναι στον τίτλο του βιβλίου. Άκουσον, άκουσον. Δεν είμαι τίτλος! Εγώ, που είμαι η ιστορία της νεώτερης Ελλάδος προσωποποιημένη! Να μιλήσει έτσι αυτή σε μένα, που όμοιό μου δεν υπήρξε και δεν ακολούθησε. Εσείς τα ξέρετε αυτά. Εσείς οι ερευνητές, αν και σας οικτίρω, με έχετε περί πολλού και το ξέρω, και να 'ρθει μου πει αυτή εμένα δεν είσαι τίτλος, δεν είσαι τίτλος. Άναψα και κόρωσα, και τι δεν της είπα, τα πόσα της έσουρα! Εσύ είσαι εδώ εξ αιτίας της τηλεοράσεως, εξανέστην, τη φήμη σου τη χρωστάς σ' ένα σίριαλ, ετερόφωτη! ε ετερόφωτη! Ήθελα κι άλλα να της πω μα με συγκράτησε και πάλι η Κούλα και με την πυροσβεστική της ηπιότητα με ηρέμησε κάπως. Άσ' τη βρε Νίνα μου, μου λέει, μην την ξεσυνερίζεσαι, με πήρε απ' το χέρι και απομακρυνθήκαμε. Την αφήσαμε την Κωνσταντινουπολίτισσα να με στολίζει με τον τρόπο της να με λέει ασίζω και ζεβζελέ κι άλλα παλαβά με το ακατανόητο γλωσσικό της ιδίωμα. Μα κι αυτή σταμάτησε να με βρίζει, διότι σε λίγο έτρεξαν κατά το μέρος μας εκείνα τα αλαφροΐσκιωτα, η Αρετούσα και η Μαρία Νεφέλη. Τρεχάτε, μας λένε. Έχομε αίτημα για νεοεισερχόμενη. Τη φέρνουνε, τη φέρνουνε. Σπεύσαμε όλες και παραταχθήκαμε πίσω απ τα κάγκελα. Ποια είναι; Ρωτούσαμε. Η Ραραού του Μάτεση, απήντησε η Ιζαμπώ που προπορευόταν. Μονίμως ενημερωμένη η γαλαζοαίματη. Από πού τα μαθαίνει δεν ξέρω. Τη βλέπαμε να πλησιάζει. Αεράκι την έσπρωχνε και την έφερνε στο μέρος μας. Έμεινε εκεί μερικά μέτρα μακριά μας να μας κοιτάζει σιωπηλή. Υπόλευκο φως στόλιζε το κεφάλι της, να δούμε αν θα γίνει κόκκινο το φως. Θα μείνει κάμποσο στην αναμονή. Πόσο, κανείς δεν ξέρει. Μέχρι ο πανδαμάτωρ να αποφασίσει να της ανοίξει τις πύλες. Τότε το φως θα γίνει κόκκινο και η Ραραού θα είναι ανάμεσά μας. Είδες, μου είπε η Κούλα. Ούτε αυτή είναι τίτλος. Τώρα, γιατί το είπε; για να με πικάρει, για να με παρηγορήσει; Δεν κατάλαβα.

 

Εγώ πάντως το 'χω το παράπονό μου και του το βαστώ του Κώστα μου όσο κι αν τον αγαπώ. Αλλά τι να κάνω; Το πήρα απόφαση πια και δεν παραπονιέμαι. Επέπρωτο φαίνεται να είμαι Ηρωίδα σκέτη κι όχι Ηρωίδα-τίτλος.