ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1996.
Ελλάδα και Τουρκία φτάνουν μια ανάσα πριν από την πολεμική εμπλοκή. Οι έντονες πιέσεις των ΗΠΑ οδηγούν στην απόσυρση των στρατιωτικών δυνάμεων των δύο χωρών. Έκτοτε, η κρίση των Ιμίων έδωσε τη δυνατότητα στο τουρκικό κράτος να θέσει θέμα γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο, αμφισβητώντας ταυτόχρονα την κυριαρχία της Ελλάδας σε πολλά νησιά. Το τραύμα δεν έχει επουλωθεί ακόμα.


Ο Μιχάλης Ιγνατίου και ο Νίκος Μελέτης είναι δύο έμπειροι δημοσιογράφοι που έχουν εξειδίκευση στα ελληνοτουρκικά, στο Κυπριακό και στα βαλκανικά θέματα και εδώ και πολλά χρόνια έχουν καλύψει δημοσιογραφικά, με πολυάριθμες αποστολές, ρεπορτάζ και αναλύσεις, τα μεγαλύτερα γεγονότα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας.


Στο νέο τους βιβλίο καταπιάνονται με την κρίση των Ιμίων αλλά και με τη Συμφωνία της Μαδρίτης. Στις 6 Ιουλίου 1997 η ελληνική αντιπροσωπεία έφτασε στη Μαδρίτη για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ µε επικεφαλής τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σηµίτη. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Ρέππας διαβεβαίωνε ότι δεν υπήρχε προγραμματισμένη συνάντηση µε τον τότε Πρόεδρο της Τουρκίας Σουλεϊµάν Ντεµιρέλ. Όμως το ραντεβού είχε κανονιστεί µε παρέμβαση των Αμερικανών πολλές μέρες πριν και είχε κρατηθεί μυστικό. Στις 8 Ιουλίου υπογράφηκε, παρουσία των δύο ηγετών, η διακήρυξη της Μαδρίτης, ένα κείμενο που είχαν «µαγειρέψει» οι Αμερικανοί, δουλεύοντας γι' αυτόν τον σκοπό από την επομένη του επεισοδίου στα Ίµια.

 

Το επεισόδιο των Ιμίων ήταν εκείνο που για πρώτη φορά μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο ξύπνησε τον ελληνισμό από τον λήθαργο και τις ψευδαισθήσεις σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η ευθεία αμφισβήτηση ελληνικού εδάφους και συνεπώς της Συνθήκης της Λωζάννης ήταν το κομβικό σημείο που άλλαξε για πάντα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.


Τα απόρρητα τηλεγραφήματα των Αμερικανών που παρουσιάζονται στο βιβλίο αποκαλύπτουν όλο τον σχεδιασμό, καθώς και τις συναντήσεις, τις συνομιλίες και τα παζάρια που οδήγησαν στη Μαδρίτη, όπως και όλα όσα ακολούθησαν την επίμονη προσπάθεια των Αμερικανών να διασώσουν αυτήν τη Συμφωνία, που σφράγισε από τότε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και προετοίμασε το έδαφος για την ακύρωση της μεταφοράς των S-300 στην Κύπρο.


Στη συνέντευξη που ακολουθεί οι δύο πεπειραμένοι δημοσιογράφοι και αναλυτές διεθνών θεμάτων μιλούν για την περίοδο εκείνη, αποκαλύπτουν πώς την έζησαν οι ίδιοι, τι άλλαξε στις σχέσεις των δύο χωρών, τα λάθη της εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας, και εκφράζουν τη γνώμη τους για τη στρατηγική που ακολουθείται σήμερα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και για την απόφαση του Ερντογάν να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί.

 

— Πριν ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας, θα ήθελα ένα σχόλιο σχετικά με τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί.

Ιγνατίου: Ήταν μια αναμενόμενη απόφαση, καθώς τα προβλήματα του Ταγίπ Ερντογάν, πολιτικά και οικονομικά, αυξάνονται. Πιστεύω ότι είναι ένα στοίχημα που δεν θα του βγει, διότι η οικονομία θα συνεχίσει την ίδια πορεία και η υπόθεση της Λιβύης δεν θα εξελιχθεί όπως εύχεται. Επίσης, βλέπω κι έναν εκνευρισμό εκ μέρους του Βλαντίμιρ Πούτιν, άρα μπορεί να έχουμε εξελίξεις και στο μέτωπο της Συρίας. Βεβαίως, έχει και σήμερα στο πλευρό του τον Πρόεδρο Τραμπ, αν και «τραυματισμένο» από τις αποκαλύψεις για την «ανάρμοστη σχέση» του με τον Πρόεδρο της Τουρκίας.

 

Όμως, τις τελευταίες 48 ώρες παρατηρούμε σοβαρές κινήσεις από τους Αμερικανούς νομοθέτες, που επανέφεραν το θέμα των κυρώσεων στην Τουρκία για την αγορά του ρωσικού συστήματος S-400. Η λογική βάσει της οποίας λόγω των εσωτερικών του προβλημάτων θα αναγκαστεί να ξεσπάσει εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου δεν με καλύπτει, διότι πρόκειται για τουρκικό σχεδιασμό. Δεν θα επιτεθεί για να ικανοποιήσει το εσωτερικό ακροατήριο αλλά επειδή πραγματικά εποφθαλμιά τα ελληνικά νησιά, άρα θα προσβάλει την ελληνική κυριαρχία και ανεξαρτησία. Η υπόθεση της Αγίας Σοφίας θα μπορούσε να είναι η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι για τον ισλαμιστή Ερντογάν και θα ξυπνήσει τις συνειδήσεις, ειδικά στην Ευρώπη. Αλλά χρειάζεται δουλειά από την ελληνική διπλωματία.


— Ποιος ήταν ο σκοπός της συγγραφής αυτού του βιβλίου;

Η ιδέα για τη συγγραφή του βιβλίου ήρθε όταν η έρευνα που είχε ξεκινήσει στα αρχεία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τα Ίμια έφερε στα χέρια μας έναν όγκο εγγράφων που οδηγούσαν τελικά στη Μαδρίτη. Η πρόκληση ήταν μεγάλη, καθώς και η Μαδρίτη ήταν ένας σημαντικός και κρίσιμος σταθμός για τα ελληνοτουρκικά. Το βιβλίο έρχεται, σαν μια ψηφίδα, να συμπληρώσει τη μεγάλη εικόνα των ελληνοτουρκικών και το πώς τελικά δομήθηκε ένα πλαίσιο, του οποίου τα αποτελέσματα βιώνουμε 23 χρόνια μετά. Μας έκανε εντύπωση το γεγονός ότι στα έγγραφα γινόταν αναφορά και για το σχέδιο κοινού ανακοινωθέντος, ενώ η ελληνική αντιπροσωπεία, αναχωρώντας για τη Μαδρίτη, δήλωνε ότι δεν προβλέπεται συνάντηση του κ. Σημίτη με τον Ντεμιρέλ. Συνεχίζοντας την έρευνα διαπιστώσαμε ότι όλα ήταν προ συνεννοημένα.


— Το βιβλίο φέρει τον τίτλο «Η συμφωνία που "γκρίζαρε" το Αιγαίο – Από τα Ίµια στη Μαδρίτη» (εκδόσεις Πεδίο). Τι σηματοδότησε για τα επόμενα χρόνια στις ελληνοτουρκικές σχέσεις εκείνο το γεγονός;

Ήταν το επιστέγασμα του επεισοδίου των Ιμίων, που αποτέλεσε την πρώτη επίσημη αμφισβήτηση ελληνικού εδάφους. Η Συμφωνία της Μαδρίτης ουσιαστικά ενσωμάτωσε, έναντι έωλων, όπως αποδείχτηκε, «δεσμεύσεων» της Τουρκίας, το ίδιο το casus belli, καθώς η Ελλάδα δεσμεύτηκε για αποφυγή «μονομερών ενεργειών», όπως θεωρούσε η Τουρκία την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων, και συγχρόνως, λίγους μήνες μετά τα Ίμια και την προβολή της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών», η ελληνική κυβέρνηση δήλωνε ότι αναγνωρίζει τα «νόμιμα και ζωτικά» δικαιώματα της Τουρκίας στο Αιγαίο. Η Ελλάδα δεν άσκησε ποτέ το δικαίωμά της για επέκταση των χωρικών της υδάτων. Κατά τη γνώμη μας, η Τουρκία «πάτησε» στη Συμφωνία για τα Ίμια και στη Συμφωνία της Μαδρίτης για να αμφισβητήσει την ελληνική κυριαρχία και στα νησιά του Αιγαίου.


— Πώς ζήσατε προσωπικά την κρίση των Ιμίων και τι θυμάστε πιο έντονα από εκείνες τις μέρες;

Ιγνατίου: Εγώ ήμουν στην Αμερική. Οι ανταποκριτές ήμασταν τυχεροί, με την έννοια ότι είχαμε να κάνουμε με τον Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, ο οποίος λάτρευε τη δημοσιότητα, οπότε γνωρίζαμε από πρώτο χέρι, το ίδιο εκείνο βράδυ, και το περιεχόμενο της Συμφωνίας, η οποία δεν ήταν αυτή που ανακοινώθηκε στην Αθήνα. Ζήσαμε από κοντά τα γεγονότα, από την αμερικανική πλευρά. Πιστεύω ότι από τη στιγμή που οι Αμερικανοί εξασφάλισαν από νωρίς ότι θα αποσυρόταν η ελληνική σημαία «μέσω των ισχυρών ανέμων», τα πράγματα έγιναν πιο εύκολα ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος και να «γκριζαριστούν» τα Ίμια. Η απόσυρση της σημαίας ήταν τραγικό λάθος.

 

Μελέτης: Κάλυψα δημοσιογραφικά το επεισόδιο των Ιμίων ως διπλωματικός συντάκτης τότε του «Έθνους» και της ΕΡΤ. Για μέρες άυπνοι, τις πρώτες ώρες προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι είχε συμβεί, να βρούμε τα Ίμια στον χάρτη, και μετά γίναμε μάρτυρες μιας κλιμάκωσης που οδηγούσε σε σύγκρουση: η είδηση της τραγωδίας με το ελικόπτερο και τους 3 νεκρούς, η παρέμβαση των Αμερικανών και η θλιβερή συμφωνία απεμπλοκής. Λίγες ημέρες αργότερα, στο Βουκουρέστι, ακούσαμε για πρώτη φορά τον όρο «γκρίζες ζώνες» από τον τότε Τούρκο ΥΠ.ΕΞ. Ήταν το σοκ της δημοσιογραφικής μας ενηλικίωσης.


— Τι αποκαλύπτουν τα αμερικανικά τηλεγραφήματα που παρουσιάζονται στο βιβλίο;

Αναδεικνύουν την αγωνία των Αμερικανών να βρουν τρόπο ώστε να αποτραπεί μια νέα, αλλά γενικευμένη πια σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που θα τίναζε στον αέρα τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Άρχισαν να χτίζουν το πλαίσιο μιας συμφωνίας που θα δέσμευε τις δύο χώρες για «μη πόλεμο». Είχε προηγηθεί η «πρόταση ειρήνης» του Μ. Γιλμάζ, από την οποία άντλησαν ιδέες οι Αμερικανοί διπλωμάτες. Φτάσαμε στη Μαδρίτη λίγες ώρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ και όλοι έκαναν τους ανήξερους. Όμως, ήδη οι Αμερικανοί είχαν διαμορφώσει το κείμενο της κοινής δήλωσης και είχαν συμφωνήσει με τις δύο πλευρές για τη συνάντηση στη Μαδρίτη.


— Αν γυρίζαμε τον χρόνο πίσω, ποιο θεωρείτε ότι ήταν το μεγαλύτερο λάθος της τότε ελληνικής κυβέρνησης; Πόσο βλαπτική κρίνετε ότι ήταν η Συμφωνία της Μαδρίτης;

Το λάθος είναι ότι η αγωνία του τότε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη να αποφύγει περαιτέρω εντάσεις μετά το φιάσκο των Ιμίων τον οδήγησε σε μια διαπραγμάτευση χωρίς να απαιτήσει ως προϋπόθεση για την οποιαδήποτε συμφωνία την άρση του casus belli και την εγκατάλειψη της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών». Αρκέστηκε στις γενικές διατυπώσεις περί μη αμφισβήτησης της κυριαρχίας και στη μη απειλή χρήσης βίας, που βεβαίως ξεχάστηκαν από την Τουρκία την επόμενη μέρα.

 

Έτσι, οδηγηθήκαμε και στη Συμφωνία της Μαδρίτης, που για τον κ. Σημίτη ισοδυναμούσε τότε με σύμφωνο φιλίας, αλλά τελικά αυτή ήταν μόνο η δική του ερμηνεία. Η Τουρκία διατήρησε πλήρως το φάσμα των διεκδικήσεών της έναντι της Ελλάδας, το οποίο μάλιστα διεύρυνε στη διάρκεια των ετών, χτίζοντας ακριβώς πάνω σε αυτή την τήρηση εκ μέρους της Ελλάδας της «δέσμευσης» για αποφυγή «μονομερών ενεργειών».


— Πιστεύετε ότι τα Ίμια αποτελούν ένα μεμονωμένο επεισόδιο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ή το μοντέλο για μια γενικευμένη αμφισβήτηση του status quo στο Αιγαίο;

Το επεισόδιο των Ιμίων ήταν εκείνο που για πρώτη φορά μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο ξύπνησε τον ελληνισμό από τον λήθαργο και τις ψευδαισθήσεις σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η ευθεία αμφισβήτηση ελληνικού εδάφους και συνεπώς της Συνθήκης της Λωζάννης ήταν το κομβικό σημείο που άλλαξε για πάντα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.


— Σήμερα τι είναι αυτό που σας ανησυχεί στην κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας;

Το ότι η Τουρκία και ο Ερντογάν αισθάνονται ότι μπορούν να εκμεταλλευτούν τη δεκαετή κρίση που γονάτισε οικονομικά την Ελλάδα και είχε σοβαρές συνέπειες όχι μόνο στην αποτρεπτική ισχύ της χώρας αλλά και στην κοινωνική της συνοχή. Συγχρόνως, ότι μπορούν να εκμεταλλευτούν το διεθνές περιβάλλον, στο πλαίσιο του οποίου κανένας διεθνής παράγοντας δεν δείχνει ικανός και πρόθυμος να χαλιναγωγήσει την Τουρκία και τον ηγέτη της.

 

Ούτε ο ίδιος ο κ. Ερντογάν δείχνει να ενδιαφέρεται πια για το ένα ή το άλλο νησί που βαφτίζει «γκρίζες ζώνες» ή για τον εναέριο χώρο. Πλέον, ακολουθεί και υπηρετεί ένα πραγματικά ηγεμονικό «νεο-οθωμανικό» όραμα που δεν μπορεί να ανεχτεί χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος παρά μόνο ως δορυφόρους. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα και η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα. Με τα σημερινά δεδομένα, ο Ερντογάν δεν θα σταματήσει ποτέ τις προκλήσεις. Αλλά δεν πρέπει να μιλάμε απλώς για προκλήσεις αλλά για σχέδια εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου.


— Η χώρα μας έχει εθνική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία;

Σε επίπεδο αρχών και κόκκινων γραμμών νομίζω ότι πλέον υπάρχει ευρύτατη συναίνεση. Όμως δεν αρκεί αυτό. Πρέπει να υπάρξει άμεση κινητοποίηση για ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας, διαρκής παρακολούθηση και ανάλυση των πολιτικών που εφαρμόζει η Άγκυρα και άσκηση προληπτικής διπλωματίας. Και, κυρίως, αποφασιστικότητα χωρίς εκπτώσεις για υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας. Γιατί η Ελλάδα, δορυφοροποιημένη και περιθωριοποιημένη, δεν θα έχει καμία προοπτική και κανένα μέλλον.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.