Με το πρώτο του βιβλίο, μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο Μια Χαρά που κυκλοφόρησε το 2015, ο Χρίστος Κυθρεώτης κέρδισε το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα. Με το νέο του βιβλίο Εκεί που ζούμε, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, κερδίζει και το στοίχημα του μυθιστορήματος, και καθιερώνεται ως ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της γενιάς του, μιας γενιάς που έζησε την κρίση στην πιο δύσκολη στιγμή, μόλις άρχιζε «να βγαίνει στη ζωή».

 

Ο ήρωάς του, ο Αντώνης, είναι ένας 35χρονος δικηγόρος που ετοιμάζεται να φύγει από την Ελλάδα για ένα μέλλον εντελώς μετέωρο, για μία θέση που δεν ξέρει τι ακριβώς είναι, αφήνοντας πίσω του τους γονείς του, τη δουλειά του, τις πρώην του (τις οποίες εξακολουθεί να βλέπει), μία πόλη που αγαπάει (την οποία ο Κυθρεώτης περιγράφει με εκπληκτικές λεπτομέρειες, εικόνων και ήχων), και ζει ένα 24ωρο τόσο γεμάτο που θα μπορούσε να είναι μια ζωή.

 

Η αφηγηματική μαεστρία του Κυθρεώτη είναι αξιοζήλευτη, ο τρόπος που περιγράφει τους χαρακτήρες και βουτάει στην ιδιοσυγκρασία τους, η ευκολία που αλλάζει το ύφος στις ιστορίες που διαδραματίζονται σε ένα μόνο 24ωρο, χωρίς να χάνεται ούτε στιγμή το ενδιαφέρον και η ροή, κάνουν το Εκεί που ζούμε ένα από τα πιο απολαυστικά αναγνώσματα των τελευταίων χρόνων.

 

Προσπάθησα να φτιάξω έναν χαρακτήρα με βάση την αμηχανία της εποχής, γιατί αυτό που πάντα εντόπιζα μεγαλώνοντας, και πριν την κρίση ακόμα, ήταν μία αμηχανία, πρώτα στην ιδιωτική σφαίρα, από κει ξεκινάει για τον καθέναν. Μια αδυναμία ή απροθυμία να σχεδιάσεις σε μεγάλους χρόνους, το μέλλον, πού θα πας, τι θα κάνεις.

 

— Είναι πολύ Αθηνοκεντρικά τα βιβλία σου, Εξαρχειοκεντρικά, μάλιστα, ειδικά το δεύτερο.

Ισχύει. Και το πρώτο ήταν. Εδώ είναι τα βιώματά μου κι εδώ δουλεύω, παρόλο που τα τελευταία τέσσερα χρόνια ζω στην Κόρινθο. Δουλεύω κι από το σπίτι, κάνω επιμέλειες βιβλίων, διορθώσεις κ.λπ., συνεργάζομαι με εκδοτικούς οίκους. Μένω εκεί με τη φίλη μου και πηγαινοέρχομαι.

 

— Το Εκεί που ζούμε ξεκινάει με μία εξαιρετική περιγραφή της Ιπποκράτους και των ήχων της, που είναι από τις πιο ρεαλιστικές που έχω διαβάσει.

Έχω ζήσει στην περιοχή κι είναι βιωμένο πολύ αυτό, Μαυρομιχάλη, Ιπποκράτους, η γεωγραφία είναι συγκεκριμένη. Γενικά, ο ήρωας του βιβλίου είναι ένας τύπος που έχει τις κεραίες στραμμένες προς τα έξω, οπότε το περιβάλλον έχει για εκείνον μεγάλη σημασία.

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

— Γιατί γράφεις;

Πρόσφατα μου το ξαναρώτησαν αυτό και απάντησα κάτι που όταν το διαβάσεις μεμονωμένα ακούγεται πολύ βλακώδες, ότι το να γράφω μου φαίνεται καλύτερο από το να μην γράφω. Δεν έχω άλλη εξήγηση να δώσω, δεν το έχω ψάξει και πολύ. Δεν ξέρω αν το φοβάμαι ως ερώτημα, αν χρειάζεται να πάω πιο πίσω και να το ψάξω πιο πολύ, αλλά και γιατί να το ψάξω; Υπάρχει κάποια ανάγκη, προφανώς. Διάβαζα από πολύ μικρός επειδή στο σπίτι η μητέρα μου διάβαζε πολύ, οπότε μου ήταν φυσικό σαν συνήθεια. Το έβλεπα σαν εικόνα. Υπάρχει και η αντίθετη προσέγγιση, βέβαια, σε αυτό. Δεν θυμάμαι ποιος έλεγε ότι «άμα θέλετε να κάνετε το παιδί σας να διαβάσει, βάλτε μία επιγραφή που να λέει "απαγορεύεται το διάβασμα"», αλλά νομίζω ότι τίποτα απ' τα δύο δεν δουλεύει τελικά. Ο λόγος που διαβάζει κάποιος είναι ίσως βαθύτερος και πηγαίνει και πέρα από τις άμεσες επιρροές του περιβάλλοντος.

 

— Τα παιδιά έχουν την επιλογή της τηλεόρασης και του YouTube όπου μπορούν να δουν πια ό,τι θέλουν και όποια στιγμή θέλουν.

Είναι ένας νέος τρόπος που έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς θα εξελιχθεί και στο βιβλίο.

 

— Ο Αντώνης στα 35 του ετοιμάζεται να κάνει ένα καινούργιο ξεκίνημα και νιώθει ότι είναι η τελευταία φορά που θα είναι νέος. Πότε σταματάς να είσαι νέος;

Αυτήν τη φάση οι άνθρωποι της ηλικίας μου την περάσαμε μέσα στην κρίση, είχε πιο έντονο το στοιχείο της αγωνίας. Της αγωνίας του χρόνου που περνάει, του χαμένου χρόνου. Για μένα νέος σταματάς να είσαι όχι λόγω ηλικίας, αλλά όταν αλλάζει ο τρόπος που έχουν οι άνθρωποι για να είναι νέοι, κι εσύ δεν μπορείς να το παρακολουθήσεις. Ή δεν θες να το παρακολουθήσεις, ή το παρακολουθείς με αστείο τρόπο και γίνεσαι περίγελως. Υποθέτω πως έχεις ένα κομμάτι μέσα σου που θέλει να το παρακολουθήσει, ένα κομμάτι που δεν θέλει, και όσο νικάει το πρώτο κομμάτι είσαι ακόμα νέος. Υπάρχει βέβαια αυτή η λέξη, «ακόμα», που κάνει όλη τη διαφορά.

 

— Πού έχεις μεγαλώσει;

Στην Αθήνα. Η καταγωγή μου είναι από την Κύπρο, αλλά ήρθα εδώ ενός έτους, οπότε μεγάλωσα στα Πατήσια. Όταν ήμουν μικρός δεν ήθελα συγκεκριμένα πράγματα, μου άρεσαν πολλά πράγματα πάντα, πέρασα από τη φάση που περνάνε όλα τα παιδιά, αστροναύτης, ποδοσφαιριστής, πυρηνικός φυσικός, δημοσιογράφος, και τελικά, μέσα σε ένα πλαίσιο που λίγο δεν το αποφάσισα ακριβώς, σπούδασα νομικά.

 

— Στο βιβλίο φαίνεται ότι υπάρχουν κομμάτια βιογραφικά, γράφεις για πράγματα που έχεις βιώσει;

Όχι τα γεγονότα, το περιβάλλον. Το περιβάλλον στην δικηγορία, το περιβάλλον εδώ στην Αθήνα, αυτά ναι, είναι βιωμένα. Είναι πολλές οι λεπτομέρειες, για παράδειγμα, από τη δικηγορία, για να έχουν προκύψει από έρευνα. Εκτός κι αν κάποιος κάνει δέκα χρόνια έρευνα. Γενικά, στο βιβλίο με ενδιέφερε πολύ να αποδώσω τα περιβάλλοντα. Προσπάθησα να φτιάξω έναν χαρακτήρα με βάση την αμηχανία της εποχής, γιατί αυτό που πάντα εντόπιζα μεγαλώνοντας, και πριν την κρίση ακόμα, ήταν μία αμηχανία, πρώτα στην ιδιωτική σφαίρα, από κει ξεκινάει για τον καθέναν. Μια αδυναμία ή απροθυμία να σχεδιάσεις σε μεγάλους χρόνους, το μέλλον, πού θα πας, τι θα κάνεις. Αυτό μπορεί να ισχύει και σε συλλογικό επίπεδο βέβαια, και με ενδιέφερε να το φορτώσω όλο σε έναν ήρωα, να έχει αυτή την αμηχανία ο ίδιος, σε κάποια σημεία να αφομοιώνεται με το περιβάλλον, και έτσι να το αποδώσει. Και εδώ μπαίνει, άλλωστε, και η κρίση – πολλοί άνθρωποι δεν ήξεραν ακριβώς τι να κάνουν στη ζωή τους κι ήρθε η κρίση και αυτό το νομιμοποίησε. Γιατί εύκολα έλεγε κάποιος ότι αυτό το αδιέξοδο, αυτή η αμηχανία μου, προέκυψε λόγω της κρίσης, οφείλεται εκεί. Αλλά μπορεί να είναι και ανάποδα τα πράγματα, μπορεί αυτή να ήταν η φάση που αρχίσαμε να μπερδεύουμε τις αιτίες με τα αποτελέσματα.

 

— Υπάρχουν και άνθρωποι που έκαναν πράγματα λόγω της κρίσης που δεν θα τα έκαναν ποτέ.

Ναι, αλλά αυτοί είναι οι εξαιρέσεις. Μέσα στην κρίση γίναμε καταναλωτές πληροφοριών, και μάλιστα πληροφοριών που δεν θα μας ενδιέφεραν δύο χρόνια πριν και πιθανότατα δεν θα μας ενδιαφέρουν και σε πέντε χρόνια – τι είναι τα σπρεντς, ποια η νομική φύση του Eurogroup. Νομίζω ότι υπάρχουν άνθρωποι που για δέκα χρόνια ξεχάστηκαν μπροστά σε ένα δελτίο ειδήσεων ή πάνω από το πληκτρολόγιο να σχολιάζουν γνώμες άλλων στο Facebook. Και γι' αυτό σήμερα, που όλο αυτό σταματάει πλέον να κατανοείται ως κρίση, βλέπεις ανθρώπους σιγά-σιγά να σηκώνουν το κεφάλι απ' τις οθόνες και να είναι σαν αγουροξυπνημένοι. Είναι σαν να κοιμόντουσαν δέκα χρόνια, σηκώνουν το κεφάλι και βλέπουν όλα τα πράγματα που έχουν αλλάξει και δεν καταλαβαίνουν τι γίνεται.

 

Βλέπουν, ας πούμε, αυτό που συμβαίνει με τη ραπ στη μουσική, ή να τους μιλάνε τα παιδιά τους και να θέλουν μεταφραστή, βλέπουν ανθρώπους που από το χόμπι τους βγάζουν λεφτά και δεν καταλαβαίνουν τι γίνεται, γιατί όσο γινόταν αυτοί έβλεπαν ειδήσεις. Και δεν άλλαζαν καν κανάλι, στην τηλεόραση. Οπότε τις αλλαγές τις βλέπουν τώρα σαν απειλή, κι αυτό το συναίσθημα ότι «έχασα δέκα χρόνια» είναι συντριπτικό. Γι' αυτό και –χωρίς να κρίνω αν είναι σωστή πολιτικά ή λάθος– αυτή η φράση «επιστροφή στην κανονικότητα» έχει μια βαθιά μελαγχολία. Είναι σαν να λέει «εντάξει, ό,τι έγινε-έγινε, πάμε να το πιάσουμε από εκεί που το αφήσαμε το 2009, πάμε πάλι κανονικά» – μόνο που στο μεταξύ χάσαμε δέκα χρόνια. Στο μεταξύ υπάρχουν άνθρωποι που κοιμήθηκαν 30 και ξύπνησαν 40.

 

«Νομίζω ότι υπάρχουν άνθρωποι που για δέκα χρόνια ξεχάστηκαν μπροστά σε ένα δελτίο ειδήσεων ή πάνω από το πληκτρολόγιο να σχολιάζουν γνώμες άλλων στο Facebook». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
«Νομίζω ότι υπάρχουν άνθρωποι που για δέκα χρόνια ξεχάστηκαν μπροστά σε ένα δελτίο ειδήσεων ή πάνω από το πληκτρολόγιο να σχολιάζουν γνώμες άλλων στο Facebook». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

— Και ξύπνησαν και έγιναν όσο πιο συντηρητικοί γίνεται, γιατί κοιτάζουν μόνο πίσω, να δουν τι χάθηκε. Είναι σαν τους Έλληνες μετανάστες που έφυγαν να βρουν την τύχη τους και στον αγώνα για την αναζήτηση έμειναν στην εποχή που είχαν φύγει. Ελάχιστοι εξελίχθηκαν και ως άνθρωποι.

Υπάρχει βαθύς συντηρητισμός. Σε αυτούς που νιώθουν πως έχασαν μια ολόκληρη δεκαετία, πρέπει κάποιος κάτι να τους πει, για να θυμηθώ τον γνωστό στίχο. Δέκα χρόνια είναι πολλά, αν βιαστούμε να τα ξεχάσουμε, θα τα ξαναβρούμε σύντομα μπροστά μας.

 

— Έγραψες ένα κιρκάδιο μυθιστόρημα, που διαδραματίζεται όλο σε ένα 24ωρο. Μπορεί μόνο μια μέρα να αντιπροσωπεύει τη ζωή;

Πάντα με ενδιέφερε αυτή η ιδέα, δεν είναι μια ιδέα πρωτότυπη, έχει γίνει πολλές φορές στην λογοτεχνία, είναι μια παράδοση. Εμένα με ενδιέφερε πάρα πολύ αυτό, είχα ξεκινήσει να το κάνω και με μία μέρα στην δεκαετία του '90 πιο παλιά, αλλά δεν μου βγήκε, και νομίζω ότι αυτό που με τράβηξε είναι αυτή η αμηχανία, η φάση που, όπως λέει και κάπου στο βιβλίο ο ήρωας, δεν μπορούμε να πούμε ιστορίες. Δεν εννοώ ιστορίες λογοτεχνικά, εννοώ ότι δεν μπορούμε να μπούμε σε μία ιστορία και να την υπηρετήσουμε, να έχουμε ένα πλάνο, αυτό το πράγμα μου φάνηκε ότι ο πιο ωραίος τρόπος για να το δέσεις είναι η παράδοση του μυθιστορήματος της μιας μέρας. Είναι ένα μυθιστόρημα που έχει για πλαίσιο του τον χρόνο, όχι μία ιστορία, παρόλο που υπάρχουν ιστορίες μέσα – δηλαδή η πρόκληση ήταν να εστιάσεις στον χρόνο, όχι στην ίδια την ιστορία. Και μου φάνηκε ιδανικό και σαν περιήγηση. Αυτός ο τύπος είναι σαν να περιηγείται μέσα στην Αθήνα και μετά πηγαίνει και παραέξω, μέσα στην εποχή, μέσα στον χώρο και τον χρόνο, χωρίς να είναι κάτι πειραματικό. Ήθελα να έχει σχέση με την παράδοση του ρεαλισμού, οπότε μου φάνηκε σωστό ο Αντώνης απλά να περιφέρεται, γιατί αυτό κάνει και στη ζωή του. Δεν ξεκινάει από κάπου για να πάει κάπου αλλού.

 

— Αυτό που είναι πολύ εντυπωσιακό στο βιβλίο είναι το πώς αλλάζει το ύφος, είναι σαν να διαβάζεις διαφορετικά βιβλία, είναι σαν διαφορετικά διηγήματα. Γράφεις και σβήνεις μέχρι να πετύχεις συγκεκριμένο τέμπο;

Ανήκω στη γενιά που έμαθε να γράφει σε υπολογιστές, δεν μπορώ να γράψω λογοτεχνία στο χαρτί, αν το προσπαθήσω θα αλλάξει τελείως ο τρόπος που γράφω. Αυτό σημαίνει ότι κατά κάποιον τρόπο γράφω και διορθώνω ταυτόχρονα. Δηλαδή γράφω τη φράση, βλέπω την παράγραφο, σταματάω και διορθώνω επιτόπου. Στο τέλος έχει πολλή δουλειά διόρθωσης ακόμη βέβαια, αλλά ναι, με απασχολεί πολύ ο ρυθμός, φοβερά, προσπαθώ να το ακούω το κείμενο μέσα στο μυαλό μου. Ο ρυθμός της γλώσσας αλλά και της αφήγησης, δηλαδή πώς εναλλάσσονται τα περιστατικά, ποιο κομμάτι είναι γεγονότα, ποιο κομμάτι είναι σκέψεις, κι αν υπάρχει κάτι άλλο ανάμεσα σε αυτά.

 

Τώρα για το θέμα του ύφους, επειδή μιλάμε για μία μέρα, κι επειδή μία μέρα μπορεί να είναι μικρογραφία όλης της ζωής, είναι λογικό μέσα στο εικοσιτετράωρο να αλλάξουμε όλες τις διαθέσεις, να σκεφτούμε, λέει κάπου ο αφηγητής, όλους τους ανθρώπους που έχουμε γνωρίσει, όλα τα πράγματα που μας έχουν συμβεί, και τότε να μεταβάλλεται η διάθεσή μας, να παραλλάζει το ύφος, παραμένοντας το ύφος του ίδιου ανθρώπου βέβαια – αυτό ήταν το στοίχημα. Να το διαβάζεις και να λες είναι ο ίδιος άνθρωπος αλλά τώρα τα λέει λίγο αλλιώς. Άλλαξε η διάθεσή του, άλλαξε αυτό που βλέπει.

 

— Πόσο καιρό το έγραφες;

Το έγραψα δυόμισι χρόνια συνολικά. Μια πρώτη γραφή σε 6-7 μήνες, μία πολύ ουσιαστική δεύτερη, όπου το άλλαξα σε μεγάλο βαθμό, και μετά έκανα ένα μεγάλο διάλειμμα, στο οποίο δεν ασχολήθηκα καθόλου με το συγκεκριμένο βιβλίο γιατί ήθελα να το δω νηφάλια – πρώτη φορά είχα δουλέψει τόσο μεγάλο κείμενο. Και μετά το διάλειμμα ασχολήθηκα άλλους έξι μήνες και έκανα την τελική επιμέλεια. Ουσιαστικά όλο κράτησε ενάμισι έτος, αλλά μεσολάβησε και αυτός ο κενός χρόνος, που για μένα ήταν χρόνος δουλειάς, ακόμα και αν δεν δούλευα το κείμενο.

 

— Το σινεμά το είχε καθόλου στο μυαλό όταν το έγραφες; Είναι πολύ κινηματογραφική η ατμόσφαιρα, θα μπορούσε να γίνει ταινία ή σίριαλ.

Χαίρομαι που το λες γιατί εκφράζομαι αποκλειστικά με λέξεις και υπάρχουν καλλιτέχνες που εκφράζονται και με άλλον τρόπο. Οπότε ξεκινάω πάντα από τις λέξεις, από τις σκέψεις και πάντα έχω έναν φόβο μήπως εδώ μιλάει πολύ, οπότε έχω λίγο στο μυαλό μου να δημιουργώ εικόνες, αλλά δεν μπορώ πραγματικά να σκεφτώ αν αυτό μπορεί να μεταφερθεί στο σινεμά ή στην τηλεόραση.

 

Χωρίς να κρίνω αν είναι σωστή πολιτικά ή λάθος, αυτή η φράση «επιστροφή στην κανονικότητα» έχει μια βαθιά μελαγχολία. Είναι σαν να λέει «εντάξει, ό,τι έγινε-έγινε, πάμε να το πιάσουμε από εκεί που το αφήσαμε το 2009, πάμε πάλι κανονικά» – μόνο που στο μεταξύ χάσαμε δέκα χρόνια. Στο μεταξύ υπάρχουν άνθρωποι που κοιμήθηκαν 30 και ξύπνησαν 40.

  

— Σε απασχολεί που το γράψιμο είναι πια εντελώς αναλώσιμο, που τα κείμενα έχουν ελάχιστη διάρκεια ζωής και χάνονται; Ειδικά αν είσαι δημοσιογράφος, είναι εντελώς αναλώσιμο αυτό που κάνεις πια, εξαφανίζεται όση δουλειά και αν έχεις ρίξει.

Η δημοσιογραφία πια είναι το κείμενο, η δουλειά που υπάρχει από πίσω δεν ενδιαφέρει κανένα – αυτό επηρεάζει ίσως και τη λογοτεχνία. Τείνουν όλα να γίνουν content, περιεχόμενο αδιαφοροποίητο. Γενικά δεν φαίνεται να υπάρχει πια χρόνος για αφομοίωση, είναι σαν να πάσχουμε όλοι μαζί από σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής. Ο χρόνος που δίνουμε σημασία στα πράγματα είναι ελάχιστος, περιφερόμαστε συνέχεια από το ένα στο άλλο, σαν τα παιδάκια που βλέπουν ένα βίντεο στο YouTube και πάνε σε δύο δευτερόλεπτα στα related δίπλα. Το έχουμε πάθει όλοι αυτό, κι έτσι μικραίνει ο χρόνος των πάντων, και των βιβλίων. Είναι το πολύ έξι μήνες πλέον.

 

— Κάποιος έχει αφιερώσει χρόνια από τη ζωή του για να γράψει κάτι και σε έξι μήνες από την ημέρα που κυκλοφορεί είναι παλιό, εξαφανίζεται.

Αυτό δεν μπορεί να είναι ποτέ προς όφελος της ποιότητας ενός πράγματος ή μίας δουλειάς, διότι δεν θα βγαίνουν κάθε δύο μήνες πολλά καλά βιβλία, δεν θα βγαίνουν καλοί δίσκοι, τώρα πόσοι πραγματικά καλοί δίσκοι βγαίνουν; Πρέπει να τους δώσουμε χρόνο.

 

— Είναι και το σύνδρομο των 1.000 λέξεων που τα έχει διαλύσει όλα στην ανάγνωση. Στις μέρες μας δύσκολα πια αντέχεις να διαβάσεις μεγάλα κείμενα, είναι ελάχιστοι που τα θέλουν ακόμα.

Το παρατηρώ και στον εαυτό μου, είναι το ίδιο το μέσο που σε καθοδηγεί – στο Facebook αν πρέπει να πατήσω το see more σε ένα ποστ, έχει χαθεί το παιχνίδι, δεν πρόκειται να το πατήσω ποτέ. Υπάρχει μια γενιά αναγνωστών που εκπαιδεύεται να διαβάζει σε αυτόν τον κώδικα. Σε αυτό το μέσο. Εκπαιδεύεται να θέλει άμεσα να του τραβήξεις την προσοχή με ένα πυροτέχνημα και μετά να πάει στο επόμενο. Και τα είδη της προσοχής που μας προκαλεί ένα κείμενο δεν τα διαχωρίζουμε – το κλικ μπορεί να το πατήσεις επειδή κάτι έχει πλάκα, επειδή είναι κακό και είναι τόσο κακό που θέλω να το κοροϊδέψω. Η προσοχή έχει γίνει το νόμισμα των πάντων, ίσως επειδή βαριόμαστε πολύ και εύκολα. Και μάλιστα η προσοχή η αδιαφοροποίητη, μέσα στην οποία δεν υπάρχει επιδοκιμασία – υπάρχει απλώς προσοχή.

 

— Όταν γράφεις, πού απευθύνεσαι; Έχεις κάποιον στο μυαλό σου;

Θα σου πω το κλισέ ότι κατά βάση είμαι και αναγνώστης εκείνη την ώρα, δεν μπορώ να το διαχωρίσω, το γράψιμο είναι μια συνομιλία με το κομμάτι του εαυτού σου που είναι αναγνώστης. Κατά κάποιον τρόπο προσπαθώ το βιβλίο να το διαβάζω, όχι να το γράφω. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπάρχουν εξωτερικές παράμετροι που πρέπει να λάβεις υπόψη. Συχνά γινόμαστε λίγο αυτιστικοί με αυτό, θεωρούμε αυτονόητο ο συγγραφέας να ασχολείται μόνο με τον εαυτό του, και να λογοδοτεί αφηγηματικά μόνο στον εαυτό του. Όχι, δεν ισχύει αυτό. Βγαίνει από μία κοινωνία, από ένα συλλογικό ασυνείδητο, όπως θέλεις μπορείς να το πεις, και ακόμα και αν δεν θέλει ή δεν το ξέρει, συνομιλεί και με αυτό. Εξαρτάται και από την ιδιοσυγκρασία του καθενός βέβαια. Προσωπικά δεν θα με ενδιέφερε να γράψω κάτι που δεν θα διάβαζε κάποιος άλλος. Δεν με ενδιαφέρει κάτι, αν δεν ξέρω ότι ενδιαφέρει και κάποιον άλλο. Δεν μπορώ εύκολα να δω τον εαυτό μου τελείως ξεχωριστά από το περιβάλλον μου. Υπό αυτή την έννοια, μπαίνουν και άλλοι άνθρωποι στο μυαλό μου όταν γράφω.

 

— Την περίμενες αυτή την ανταπόκριση;

Είναι ένα βιβλίο που θεωρούσα ότι σε κάποιους θα αρέσει πολύ και σε κάποιους δεν θα αρέσει καθόλου. Αυτοί που δεν τους αρέσει καθόλου δεν μου το έχουν πει ακόμα, αλλά ίσως είναι απλά ευγενικοί. Αλλά σε γενικές γραμμές η ανταπόκριση ήταν καλύτερη από ό,τι περίμενα. Και χαίρομαι για αυτό.

 

— Γιατί είσαι «περίεργος τύπος»;

(Γελάει). Αναφέρεσαι σε μια συνέντευξη όπου ο τίτλος με αδικεί λίγο. Η ερώτηση ήταν, επειδή είχε βραβευτεί το «Μια χαρά», πόσο μπορεί μια βράβευση να σε μπλοκάρει ως συγγραφέα. Και ειλικρινά πιστεύω ότι τα πάντα μπορούν να σε μπλοκάρουν, δηλαδή και το να μην έχει θετική ανταπόκριση το βιβλίο και το να έχει. Κάπου μέσα στο Εκεί που ζούμε, ο Αντώνης λέει πως, όταν τους ξέρεις καλά, όλοι οι άνθρωποι είναι παράξενοι. Οπότε οι συγγραφείς είναι περίεργοι τύποι γιατί είναι άνθρωποι.

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

— Να σου πω κάτι που έχω διαπιστώσει, ότι υπάρχουν πολλά βιβλία στην Ελλάδα που οι συγγραφείς τους αναφέρονται στην παιδική τους ηλικία ή στην εποχή που ζούνε, αλλά κανείς σχεδόν δεν γράφει για την ηλικία 20-30. Είναι μια δεκαετία που την αγνοούν, φαίνεται ότι δεν υπάρχει για κανέναν.

Χάνεται μια ολόκληρη ηλικία από τη λογοτεχνία, είναι πολύ ενδιαφέρουσα σκέψη, δεν το έχω σκεφτεί. Νομίζω πως έχεις δίκιο, είναι κάπως σαν μια γκρίζα ζώνη, είναι σαν γίνονται όλοι από φοιτητές «ενήλικες» – με την έννοια που το λέμε σήμερα. Η παιδική ηλικία, από την άλλη, σε ένα περιβάλλον που δεν ευνοεί αυτό που λέμε «σχέδια ζωής», είναι σημαντική γιατί αυτή η έλλειψη δεν έχει φανεί ακόμα. Οπότε μπορείς να την ανακαλείς σαν να είναι κάτι ασφαλές, κάτι στο οποίο μπορείς να επιστρέφεις και στο οποίο ακόμα έχεις όλα τα ενδεχόμενα μπροστά σου, όλες τις πιθανότητες. Καμία επιλογή σου δεν έχει περιορίσει ακόμα καμία δυνατότητά σου, καμία απόφασή σου δεν έχει επηρεάσει τις επιλογές σου. Και βέβαια υπάρχει και η παλιά καλή νοσταλγία. Άνθρωποι που πλησιάζουν τα 30 ή τα 40 χτυπιούνται από αυτή, εξού και η μόδα με τις δεκαετίες, του '70, του '80 κλπ. Κάθε φορά οι 40άρηδες καθορίζουν τι είναι το ρετρό.

 

Η επόμενη ηλικιακά γενιά είναι πολύ διαφορετική από τη δική μου, επειδή έζησε αυτή τη δεκαετία που λες, από τα 20 στα 30, μέσα στην κρίση. Αυτή η δεκαετία και λίγο πιο πριν, όταν τελειώνεις το σχολείο, όταν πηγαίνεις στο πανεπιστήμιο, είναι πολύ σημαντική. Εγώ την έζησα ίσως μέσα στη λιγότερο πολιτικοποιημένη εποχή της Ελλάδας, τέλη της δεκαετίας του '90 και μετά, πολύ διαφορετικό περιβάλλον. Η δεκαετία που τελειώνει τώρα είναι πολύ διαφορετική και με ενδιαφέρει να δω πώς θα καθρεφτιστεί αυτό στη λογοτεχνία των εικοσάρηδων.

 

— Το ρωτάω γιατί τα 20 με 30 είναι η δεκαετία που ορίζει κάθε generation, κι εδώ σπάνια ασχολούμαστε με αυτή. Είναι εντελώς χαμένη και από τη μνήμη μας μεγαλώνοντας. Σκέφτηκες ποτέ να φύγεις από την Ελλάδα όπως ο Αντώνης;

Δεν το σκέφτηκα πραγματικά. Έβαλα τον Αντώνη να το κάνει, γιατί ήθελα έναν τύπο που, πρώτον, να μην έχει υποστεί καμιά φοβερή καταστροφή λόγω κρίσης, γιατί κάτι τέτοιο θα άλλαζε όλο το focus του βιβλίου. Μειώθηκαν οι προοπτικές του, αλλά δεν έπαθε καμιά μεγάλη καταστροφή. Και από την άλλη, δεν ήθελα ούτε ένα success story του τύπου, brain drain, έφυγε έξω και πέτυχε και τι θα κάνουμε τώρα που τον χάσαμε. Ήθελα αυτό το μετέωρο, γι' αυτό πάει στο Λουξεμβούργο και δεν ξέρει καν τι δουλειά θα κάνει ακριβώς. Πάει στα τυφλά, αλλιώς δεν θα πήγαινε. Προσωπικά δεν σκέφτηκα ποτέ να φύγω, αν και αναγνωρίζω την ασφυξία που προκαλεί το σημερινό πλαίσιο, και εν μέρει τη βιώνω κι εγώ. Και βλέπω τον μαζικό τρόπο με τον οποίο οι κάπως νεότεροι από μένα σκέφτονται να φύγουν. Όπως μια γενιά τη δεκαετία του '70 και λίγο πριν ή μετά ήθελαν να ξεφύγουν σπουδάζοντας, μια γενιά σήμερα θέλει να ξεφύγει φεύγοντας από την Ελλάδα γενικότερα.

 

— Η δικιά σου εποχή αλητείας ποια ήταν;

Κοίτα, να σου πω, δεν νομίζω ότι είχα πραγματικά μια εποχή αλητείας, με την τρέχουσα έννοια που δίνουμε στην αλητεία, ήμουν πάντα σε γενικές γραμμές το καλό παιδί. Όμως προσπάθησα να το αναπληρώσω με εσωτερική αλητεία.

 

— Πες μου ένα βιβλίο που σου άρεσε πολύ τελευταία.

Θα αναφέρω το Σφάλμα συστήματος του Νίκου Μάντη, ένα δυστοπικό, συνωμοσιολογικό θρίλερ για την κρίση. Δεν ταυτίζομαι με την πολιτική ανάγνωση της εποχής που θα μπορούσε κάποιος να δει από πίσω, μέσα στο κείμενο όμως όλα λειτουργούν υποδειγματικά. Θα αναφέρω επίσης την Τίνα της Άντζελας Δημητρακάκη, που δραματοποιεί έξοχα τη διάχυση του πολιτικού μέσα στο προσωπικό – και το αντίστροφο. Το Ρηχό νερό, σκιές του Άκη Παπαντώνη για την εξαιρετική λεπτότητα της γραφής του. Και φυσικά, από την πρόσφατη μεταφρασμένη παραγωγή, τον εκπληκτικό Γαλατά της Anna Burns.

 

— Πώς τη βλέπεις τη γενιά σου;

Ως κύριο χαρακτηριστικό βλέπω την πολλαπλότητα των επιρροών, που αντανακλάται και στο περιεχόμενο. Δεν μπορείς να ομαδοποιήσεις τόσο εύκολα τεχνοτροπίες, ύφη, τάσεις, μέσα στην ίδια τη γενιά, κάτι που είναι καλό γιατί δείχνει ότι η ζύμωση που γίνεται είναι ευρύτερη και ότι μπορούν να προκύψουν πράγματα από εκεί. Ίσως είναι και κακό, με την έννοια ότι δεν δημιουργεί ακριβώς ένα ρεύμα. Αλλά αυτό θα γίνει αναγκαστικά. Αν μετά από 50 χρόνια κάποιος διαβάζει ακόμη τη λογοτεχνία της εποχής μας, θα τους βρίσκει εύκολα τους κοινούς τόπους. Οπότε το πολύ διορατικό μάτι ενός χαρισματικού θεωρητικού θα μπορούσε ίσως να τους εντοπίσει από τώρα.

 

Info

Τα βιβλία του Χρίστου Κυθρεώτη «Εκεί που ζούμε» και «Μια χαρά» κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Πατάκη.