Γιατί η «Σεροτονίνη» του Μισέλ Ουελμπέκ ήταν ένα από τα πιο διαβασμένα βιβλία του φετινού καλοκαιριού

Γιατί η «Σεροτονίνη» του Μισέλ Ουελμπέκ ήταν ένα από τα πιο διαβασμένα βιβλία του φετινού καλοκαιριού Facebook Twitter
Nιώθοντας άβολα σε έναν συγγραφικό ρόλο που ενδεχομένως να τον ήθελε να αφηγείται απλώς μια ιστορία για αποτυχημένους μεσοαστούς, ο Ουελμπέκ, βαδίζοντας με μελετημένη ακρίβεια στα χνάρια των παλιών maudits, φτιάχνει ένα πανέμορφο ποίημα-πορεία προς την κόλαση.
2

Αν έπρεπε να φανταστούμε τον Ουελμπέκ σε άλλον ρόλο από αυτόν του συγγραφέα, θα τον βλέπαμε να έρχεται καβάλα σε ένα κατάλευκο άλογο ως ξεχασμένος ιππότης από εκστρατεία στην Ανατολή ή να αναζητά, ως αιώνιος δαιμόνιος ντετέκτιβ, σαν κάποιος από τους ήρωες του αγαπημένου του Κόναν Ντόιλ, ανεξιχνίαστα εγκλήματα και φονικές καταστάσεις. Όλα αυτά ταυτόχρονα ή το ένα μετά το άλλο, αφού οι ανίεροι ρόλοι, μακριά από τα ταπεινά προβλέψιμα όρια της καθημερινότητας, το απόλυτο και το μηδέν, το όλο ή το τίποτα συμπαρασύρουν τη λογοτεχνία του: ποτέ πράγματα ενδιάμεσα, ποτέ κάτι που θα μας θυμίζει μια συνθήκη που μένει πάντοτε στη μέση, στη μετριότητα της εποχής μας και του βαρετού αιώνα μας. Nιώθοντας άβολα σε έναν συγγραφικό ρόλο που ενδεχομένως να τον ήθελε να αφηγείται απλώς μια ιστορία για αποτυχημένους μεσοαστούς –και ας κάνει τελικά αυτό!–, ο Ουελμπέκ, βαδίζοντας με μελετημένη ακρίβεια στα χνάρια των παλιών maudits, φτιάχνει ένα πανέμορφο ποίημα-πορεία προς την κόλαση.

Σε αντίθεση με τα μυθιστορήματα που θέλουν τον ήρωα να μαθαίνει από την επικείμενη καταστροφή, ο δαιμόνιος αυτός σαμάνος του ρομαντισμού ανιχνεύει την καταστροφή ως επιδιωκόμενο στόχο, ως μάθημα καθαυτό. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως στο βάθος του τελευταίου βιβλίου του, της Σεροτονίνης, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις της Εστίας σε ακριβή μετάφραση Γιώργου Καράμπελα, αν το δούμε από την πλευρά του απόλυτου υπαρξιακού ποιητικού δράματος, υπάρχουν ταυτόχρονα τα Άσματα του Μαλντορόρ του Λοτρεαμόν και η Κόλαση του Δάντη ως σύλληψη, διάρθρωση, πρότυπο και απαρχή.


Καταρχάς, δεν είναι τυχαίο πως η Σεροτονίνη προβάλλεται ως αντεστραμμένο Bildungsroman με σαφή αναφορά, για όσους δεν το είχαν υποψιαστεί, στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν. Αυτή η αναφορά ανιχνεύεται στο τέλος του βιβλίου, ακριβώς επειδή ο ήρωάς του, ο 46χρονος Φλοριάν, δεν μαθαίνει από την καταστροφή, παρά οδεύει προς αυτήν, επειδή έχει πάρει ήδη το μάθημά του – σε παράφραση άλλου ποιητή, πήρε την ομορφιά στα γόνατά του, τη βρήκε πικρή και τη βλαστήμισε, όντας ανίκανος να ανταποκριθεί στον μεγάλο του έρωτα για την αξεπέραστη, στα μάτια του, Καμίγ, είδε πως τα χρήματα δεν αξίζουν τίποτα και συνειδητοποίησε πως οι φαντασιώσεις για έναν άλλο κόσμο, όλες οι περιπλανήσεις εξερεύνησης, απλώς σκοντάφτουν στην ψευτική ευτυχία που έχει στήσει η Δύση για τους αφελείς υποτελείς της.

Σε αντίθεση με τα μυθιστορήματα που θέλουν τον ήρωα να μαθαίνει από την επικείμενη καταστροφή, ο δαιμόνιος αυτός σαμάνος του ρομαντισμού ανιχνεύει την καταστροφή ως επιδιωκόμενο στόχο, ως μάθημα καθαυτό.

Στο ταξίδι που κάνει σαν ένας κυνικός ρομαντικός ποιητής, ο οποίος, αντί για όπιο, καταπίνει αντικαταθλιπτικά χαπάκια Carpotix, μένει σε τρέντι μπουτίκ ξενοδοχείο και διαμερίσματα, χαζεύοντας διεστραμμένους ενοίκους –μεταξύ των οποίων και Βορειοευρωπαίοι παιδεραστές–, παραδιδόμενος στη δυστυχία της ψεύτικης ευτυχίας γεμάτης από εισαγόμενα καλιφορνέζικα κρασιά, αργεντίνικα κρέατα, απεχθή χίπστερ εστιατόρια και διεκπεραιωτικές μάταιες συναντήσεις.

Φαινομενικά, δεν είχε κανέναν λόγο να είναι δυστυχής προτού εγκαταλείψει μια ωραία ζωή και διώξει τη Γιαπωνέζα σύντροφό του επειδή υποπτεύθηκε ότι τον θέλει μόνο για τον ψεύτικο ρόλο του, την πετυχημένη του καριέρα στον δημόσιο τομέα και την ωραία Μερσεντές του, ωστόσο πάντοτε μαστιζόταν από το υπαρξιακό spleen: «Κανείς πια δεν μπορεί να 'ναι ευτυχισμένος στη Δύση, σκεφτόταν επίσης, ποτέ πια, πρέπει σήμερα να θεωρούμε την ευτυχία αρχαίο όνειρο, απλώς δεν υπάρχουν πια οι ιστορικές συνθήκες για την εμφάνισή της». Δηλαδή στη βάση της πολεμικής του ήρωα του Ουελμπέκ βρίσκεται, όπως και στον Μποντλέρ, τον οποίο επικαλείται συχνά-πυκνά, το αστικό πνεύμα που εξαντλείται στα ψεύδη του κατασκευασμένου καταναλωτισμού και της φαινομενικής επάρκειας.


Αντίθετα, το μυστικό της ζωής κρύβεται στην «υγιή βία του γεννώμενου ρομαντισμού», όπως λέει, για την ακρίβεια σε μια παράξενη θρησκεία που θέλει κάποια πράγματα να γίνονται επειδή μας υπερβαίνουν, με τη θέληση του Θεού, αλλά, όπως ακριβώς το ήθελε ο Αντρέ Ζιντ στα Preludes του, με το θεϊκό στοιχείο να αναλογεί σε αυτό για το οποίο δεν μπορεί κανείς να αποφασίσει. Η ελεύθερη βούληση καταλήγει έτσι μια ψευτοκατασκευή ανάμεσα σε επιλογές επίπλαστες και ασφυκτικά εγκλωβισμένες στα όρια του υλισμού και φτάνει να διαλύεται από ένα υπερβατικό στοιχείο που γίνεται αντιληπτό την ώρα που πασχίζουμε να ξεφύγουμε από την τραγική μας μοίρα.

Άλλωστε ο προορισμός στη ζωή δεν μπορεί να είναι μια ψεύτικη ευτυχία που ταυτίζεται εν τέλει με το ότι αναζητούμε «όλα αυτά τα πράγματα που σε βοηθούν να ζεις, αλλά δεν μεταμορφώνουν τη ζωή σε πεπρωμένο». Ή, όπως λέει στην αρχή άλλου κεφαλαίου, η ζωή αρχίζει εκεί όπου εμφανίζεται σε ό,τι μας ξεπερνά: «Κάθε πράγμα υπάρχει, απαιτεί να υπάρξει κι έτσι φτιάχνονται καταστάσεις που μερικές φορές εμπεριέχουν δυνατές συγκινήσεις, κι έτσι εκπληρώνεται στο τέλος ένα πεπρωμένο». Θα μπορούσαμε να πούμε, παραφράζοντας έναν δικό μας ποιητή, ότι τα πάντα στον κόσμο του Ουελμπέκ είναι θεός, θάνατος και μοίρα.

Ακριβώς, λοιπόν, όπως οι ποιητές, στους οποίους χαρίστηκε από την αρχαιότητα η ικανότητα της ενόρασης, ο συγγραφέας-ποιητής προβλέπει κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη λογοτεχνία τα επερχόμενα δεινά: τα τρομοκρατικά χτυπήματα, τα λάθη και τις ψευδαισθήσεις της πολιτικής, εν προκειμένω τις αιματηρές συγκρούσεις με τους ανθρώπους που μάχονται για ό,τι τους συνδέει με το παρελθόν και τη γη.

Ακριβώς όπως συμβαίνει με τον κολλητό φίλο του Φλοριάν στο βιβλίο –αλλά και στη ζωή με τον ίδιο τον Ουελμπέκ, αν το καλοσκεφτείς, και τον στενό του φίλο που σκοτώθηκε στο χτύπημα του «Charlie Hebdo»–, που αποφασίζει συνειδητά να γίνει αγρότης, παρότι απόγονος μιας οικογένειας ευγενών, και τελικά αυτοκτονεί στην πρώτη γραμμή των συγκρούσεων σώμα με σώμα. Ένα παράδειγμα που καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ο Ουελμπέκ στήνει με ακρίβεια μέσα από το απτό, το συγκεκριμένο και το παράλογο τη μεγάλη εικόνα. Επομένως, δεν πρόκειται για έναν διορατικό προφήτη, όπως θέλουν να τον χαρακτηρίζουν πολλοί, αλλά για έναν ουσιαστικό μελετητή της ανθρώπινης ύπαρξης που δεν αφήνει στην τύχη καμία ιστορία.

Άλλωστε, μόνο όποιος αποδεικνύεται πραγματικά μεγάλος στην αναγνώριση της ίδιας του της ματαιότητας αποκτά ουσιαστική συγκρότηση, και αυτό, εν τέλει, μπορεί να γίνει μόνο από έναν ποιητή-προφήτη. Η ανεξιχνίαστη οδύνη του θανάτου υπάρχει για να μας θυμίσει τη ματαιότητα του ανθρώπου ή πώς όλα τα πράγματα διαρκούν λίγο περισσότερο από τη ζωή, χωρίς λόγο όμως – οπότε, γιατί να ψάχνουμε τι είναι αυθεντικό, όμορφο ή χρήσιμο;

Ενδεχομένως, βέβαια, να μπορούσαμε να διεκδικήσουμε την αθανασία με μια κίνηση. «Θα μπορούσαμε να είχαμε σώσει τον κόσμο με ένα βλεφάρισμα» γράφει κάπου, σε κάποιο από τα παραληρήματά του για τον έναν και μοναδικό έρωτα ο Ουελμπέκ –ναι, ο Ουελμπέκ!–, γνωρίζοντας πως ο παραλογισμός του ανθρώπου συνίσταται στο ότι καταστρέφει ακόμα και τον μοναδικό λόγο για τον οποίο αξίζει να ζει: την αγάπη στην πιο απτή σωματική της διάσταση με ένα πνευματικό σφρίγος που απευθύνεται σε ένα μοναδικό πρόσωπο – το αντίθετο, δηλαδή, από το απρόσωπο σεξ. Η απάντηση, λοιπόν, σε όλους όσοι θέλουν να τον βλέπουν ως σεξιστή προέρχεται και πάλι από τον ίδιο, αφού το περιστασιακό σεξ δεν είναι, όπως σημειώνει με το κυνικό χιούμορ ενός Ιζιντόρ Ντικάς, παρά «μια ευτυχής πλάνη στην οποία βασίζεται η ηδονή του άντρα, η διαιώνιση του είδους, ίσως ακόμα και της σοσιαλδημοκρατίας».


Αντί, λοιπόν, να αναζητάει τη μόνιμη «διαιώνιση της έλλειψης», ο ήρωας του Ουελμπέκ προκρίνει ως προτιμότερο το απόλυτο άλμα του θανάτου, το ένα και μοναδικό τέλος – αντίδοτο στην έλλειψη της αγάπης ως μοναδικού σκοπού. Σε αυτό το ταξίδι προς τα βάθη της ενδοχώρας (υπαρξιακής, εξωτερικής, εσωτερικής) που δεν υπάρχει πια ο Φλοριάν αισθάνεται με το ίδιο του το σώμα το περιττό του ατόμου που παύει πια να έχει καν ορμές, τη μετατροπή του σε μηδέν, τον αφανισμό του.

Σάμπως να ήταν το μοναδικό είδος –την ώρα που τα πάντα υπάρχουν σε αφθονία– που έχει εξαλειφθεί ή βρίσκεται σε πορεία εξάλλειψης: «Ο έξω κόσμος ήταν σκληρός, ανελέητος για τους αδύναμους, δεν τηρούσε σχεδόν ποτέ τις υποσχέσεις του και η αγάπη ήταν το μόνο πράγμα στο οποίο μπορούσε, ίσως, κανείς να πιστεύει ακόμα». Γιατί ίσως για την αγάπη αξίζει μόνο κανείς να ζει ή να λατρεύει τον έναν και μοναδικό θεό που θυσιάστηκε στο όνομά της.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LifO.

Βιβλίο
2

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT