Αν έπρεπε να φανταστούμε τον Ουελμπέκ σε άλλον ρόλο από αυτόν του συγγραφέα, θα τον βλέπαμε να έρχεται καβάλα σε ένα κατάλευκο άλογο ως ξεχασμένος ιππότης από εκστρατεία στην Ανατολή ή να αναζητά, ως αιώνιος δαιμόνιος ντετέκτιβ, σαν κάποιος από τους ήρωες του αγαπημένου του Κόναν Ντόιλ, ανεξιχνίαστα εγκλήματα και φονικές καταστάσεις. Όλα αυτά ταυτόχρονα ή το ένα μετά το άλλο, αφού οι ανίεροι ρόλοι, μακριά από τα ταπεινά προβλέψιμα όρια της καθημερινότητας, το απόλυτο και το μηδέν, το όλο ή το τίποτα συμπαρασύρουν τη λογοτεχνία του: ποτέ πράγματα ενδιάμεσα, ποτέ κάτι που θα μας θυμίζει μια συνθήκη που μένει πάντοτε στη μέση, στη μετριότητα της εποχής μας και του βαρετού αιώνα μας. Nιώθοντας άβολα σε έναν συγγραφικό ρόλο που ενδεχομένως να τον ήθελε να αφηγείται απλώς μια ιστορία για αποτυχημένους μεσοαστούς –και ας κάνει τελικά αυτό!–, ο Ουελμπέκ, βαδίζοντας με μελετημένη ακρίβεια στα χνάρια των παλιών maudits, φτιάχνει ένα πανέμορφο ποίημα-πορεία προς την κόλαση.

 

Σε αντίθεση με τα μυθιστορήματα που θέλουν τον ήρωα να μαθαίνει από την επικείμενη καταστροφή, ο δαιμόνιος αυτός σαμάνος του ρομαντισμού ανιχνεύει την καταστροφή ως επιδιωκόμενο στόχο, ως μάθημα καθαυτό. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως στο βάθος του τελευταίου βιβλίου του, της Σεροτονίνης, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις της Εστίας σε ακριβή μετάφραση Γιώργου Καράμπελα, αν το δούμε από την πλευρά του απόλυτου υπαρξιακού ποιητικού δράματος, υπάρχουν ταυτόχρονα τα Άσματα του Μαλντορόρ του Λοτρεαμόν και η Κόλαση του Δάντη ως σύλληψη, διάρθρωση, πρότυπο και απαρχή.


Καταρχάς, δεν είναι τυχαίο πως η Σεροτονίνη προβάλλεται ως αντεστραμμένο Bildungsroman με σαφή αναφορά, για όσους δεν το είχαν υποψιαστεί, στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν. Αυτή η αναφορά ανιχνεύεται στο τέλος του βιβλίου, ακριβώς επειδή ο ήρωάς του, ο 46χρονος Φλοριάν, δεν μαθαίνει από την καταστροφή, παρά οδεύει προς αυτήν, επειδή έχει πάρει ήδη το μάθημά του – σε παράφραση άλλου ποιητή, πήρε την ομορφιά στα γόνατά του, τη βρήκε πικρή και τη βλαστήμισε, όντας ανίκανος να ανταποκριθεί στον μεγάλο του έρωτα για την αξεπέραστη, στα μάτια του, Καμίγ, είδε πως τα χρήματα δεν αξίζουν τίποτα και συνειδητοποίησε πως οι φαντασιώσεις για έναν άλλο κόσμο, όλες οι περιπλανήσεις εξερεύνησης, απλώς σκοντάφτουν στην ψευτική ευτυχία που έχει στήσει η Δύση για τους αφελείς υποτελείς της.

 

Σε αντίθεση με τα μυθιστορήματα που θέλουν τον ήρωα να μαθαίνει από την επικείμενη καταστροφή, ο δαιμόνιος αυτός σαμάνος του ρομαντισμού ανιχνεύει την καταστροφή ως επιδιωκόμενο στόχο, ως μάθημα καθαυτό.

 

Στο ταξίδι που κάνει σαν ένας κυνικός ρομαντικός ποιητής, ο οποίος, αντί για όπιο, καταπίνει αντικαταθλιπτικά χαπάκια Carpotix, μένει σε τρέντι μπουτίκ ξενοδοχείο και διαμερίσματα, χαζεύοντας διεστραμμένους ενοίκους –μεταξύ των οποίων και Βορειοευρωπαίοι παιδεραστές–, παραδιδόμενος στη δυστυχία της ψεύτικης ευτυχίας γεμάτης από εισαγόμενα καλιφορνέζικα κρασιά, αργεντίνικα κρέατα, απεχθή χίπστερ εστιατόρια και διεκπεραιωτικές μάταιες συναντήσεις.

 

Φαινομενικά, δεν είχε κανέναν λόγο να είναι δυστυχής προτού εγκαταλείψει μια ωραία ζωή και διώξει τη Γιαπωνέζα σύντροφό του επειδή υποπτεύθηκε ότι τον θέλει μόνο για τον ψεύτικο ρόλο του, την πετυχημένη του καριέρα στον δημόσιο τομέα και την ωραία Μερσεντές του, ωστόσο πάντοτε μαστιζόταν από το υπαρξιακό spleen: «Κανείς πια δεν μπορεί να 'ναι ευτυχισμένος στη Δύση, σκεφτόταν επίσης, ποτέ πια, πρέπει σήμερα να θεωρούμε την ευτυχία αρχαίο όνειρο, απλώς δεν υπάρχουν πια οι ιστορικές συνθήκες για την εμφάνισή της». Δηλαδή στη βάση της πολεμικής του ήρωα του Ουελμπέκ βρίσκεται, όπως και στον Μποντλέρ, τον οποίο επικαλείται συχνά-πυκνά, το αστικό πνεύμα που εξαντλείται στα ψεύδη του κατασκευασμένου καταναλωτισμού και της φαινομενικής επάρκειας.


Αντίθετα, το μυστικό της ζωής κρύβεται στην «υγιή βία του γεννώμενου ρομαντισμού», όπως λέει, για την ακρίβεια σε μια παράξενη θρησκεία που θέλει κάποια πράγματα να γίνονται επειδή μας υπερβαίνουν, με τη θέληση του Θεού, αλλά, όπως ακριβώς το ήθελε ο Αντρέ Ζιντ στα Preludes του, με το θεϊκό στοιχείο να αναλογεί σε αυτό για το οποίο δεν μπορεί κανείς να αποφασίσει. Η ελεύθερη βούληση καταλήγει έτσι μια ψευτοκατασκευή ανάμεσα σε επιλογές επίπλαστες και ασφυκτικά εγκλωβισμένες στα όρια του υλισμού και φτάνει να διαλύεται από ένα υπερβατικό στοιχείο που γίνεται αντιληπτό την ώρα που πασχίζουμε να ξεφύγουμε από την τραγική μας μοίρα.

 

Άλλωστε ο προορισμός στη ζωή δεν μπορεί να είναι μια ψεύτικη ευτυχία που ταυτίζεται εν τέλει με το ότι αναζητούμε «όλα αυτά τα πράγματα που σε βοηθούν να ζεις, αλλά δεν μεταμορφώνουν τη ζωή σε πεπρωμένο». Ή, όπως λέει στην αρχή άλλου κεφαλαίου, η ζωή αρχίζει εκεί όπου εμφανίζεται σε ό,τι μας ξεπερνά: «Κάθε πράγμα υπάρχει, απαιτεί να υπάρξει κι έτσι φτιάχνονται καταστάσεις που μερικές φορές εμπεριέχουν δυνατές συγκινήσεις, κι έτσι εκπληρώνεται στο τέλος ένα πεπρωμένο». Θα μπορούσαμε να πούμε, παραφράζοντας έναν δικό μας ποιητή, ότι τα πάντα στον κόσμο του Ουελμπέκ είναι θεός, θάνατος και μοίρα.

 

Ακριβώς, λοιπόν, όπως οι ποιητές, στους οποίους χαρίστηκε από την αρχαιότητα η ικανότητα της ενόρασης, ο συγγραφέας-ποιητής προβλέπει κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη λογοτεχνία τα επερχόμενα δεινά: τα τρομοκρατικά χτυπήματα, τα λάθη και τις ψευδαισθήσεις της πολιτικής, εν προκειμένω τις αιματηρές συγκρούσεις με τους ανθρώπους που μάχονται για ό,τι τους συνδέει με το παρελθόν και τη γη.

 

Ακριβώς όπως συμβαίνει με τον κολλητό φίλο του Φλοριάν στο βιβλίο –αλλά και στη ζωή με τον ίδιο τον Ουελμπέκ, αν το καλοσκεφτείς, και τον στενό του φίλο που σκοτώθηκε στο χτύπημα του «Charlie Hebdo»–, που αποφασίζει συνειδητά να γίνει αγρότης, παρότι απόγονος μιας οικογένειας ευγενών, και τελικά αυτοκτονεί στην πρώτη γραμμή των συγκρούσεων σώμα με σώμα. Ένα παράδειγμα που καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ο Ουελμπέκ στήνει με ακρίβεια μέσα από το απτό, το συγκεκριμένο και το παράλογο τη μεγάλη εικόνα. Επομένως, δεν πρόκειται για έναν διορατικό προφήτη, όπως θέλουν να τον χαρακτηρίζουν πολλοί, αλλά για έναν ουσιαστικό μελετητή της ανθρώπινης ύπαρξης που δεν αφήνει στην τύχη καμία ιστορία.

 

Άλλωστε, μόνο όποιος αποδεικνύεται πραγματικά μεγάλος στην αναγνώριση της ίδιας του της ματαιότητας αποκτά ουσιαστική συγκρότηση, και αυτό, εν τέλει, μπορεί να γίνει μόνο από έναν ποιητή-προφήτη. Η ανεξιχνίαστη οδύνη του θανάτου υπάρχει για να μας θυμίσει τη ματαιότητα του ανθρώπου ή πώς όλα τα πράγματα διαρκούν λίγο περισσότερο από τη ζωή, χωρίς λόγο όμως – οπότε, γιατί να ψάχνουμε τι είναι αυθεντικό, όμορφο ή χρήσιμο;

 

Ενδεχομένως, βέβαια, να μπορούσαμε να διεκδικήσουμε την αθανασία με μια κίνηση. «Θα μπορούσαμε να είχαμε σώσει τον κόσμο με ένα βλεφάρισμα» γράφει κάπου, σε κάποιο από τα παραληρήματά του για τον έναν και μοναδικό έρωτα ο Ουελμπέκ –ναι, ο Ουελμπέκ!–, γνωρίζοντας πως ο παραλογισμός του ανθρώπου συνίσταται στο ότι καταστρέφει ακόμα και τον μοναδικό λόγο για τον οποίο αξίζει να ζει: την αγάπη στην πιο απτή σωματική της διάσταση με ένα πνευματικό σφρίγος που απευθύνεται σε ένα μοναδικό πρόσωπο – το αντίθετο, δηλαδή, από το απρόσωπο σεξ. Η απάντηση, λοιπόν, σε όλους όσοι θέλουν να τον βλέπουν ως σεξιστή προέρχεται και πάλι από τον ίδιο, αφού το περιστασιακό σεξ δεν είναι, όπως σημειώνει με το κυνικό χιούμορ ενός Ιζιντόρ Ντικάς, παρά «μια ευτυχής πλάνη στην οποία βασίζεται η ηδονή του άντρα, η διαιώνιση του είδους, ίσως ακόμα και της σοσιαλδημοκρατίας».


Αντί, λοιπόν, να αναζητάει τη μόνιμη «διαιώνιση της έλλειψης», ο ήρωας του Ουελμπέκ προκρίνει ως προτιμότερο το απόλυτο άλμα του θανάτου, το ένα και μοναδικό τέλος – αντίδοτο στην έλλειψη της αγάπης ως μοναδικού σκοπού. Σε αυτό το ταξίδι προς τα βάθη της ενδοχώρας (υπαρξιακής, εξωτερικής, εσωτερικής) που δεν υπάρχει πια ο Φλοριάν αισθάνεται με το ίδιο του το σώμα το περιττό του ατόμου που παύει πια να έχει καν ορμές, τη μετατροπή του σε μηδέν, τον αφανισμό του.

 

Σάμπως να ήταν το μοναδικό είδος –την ώρα που τα πάντα υπάρχουν σε αφθονία– που έχει εξαλειφθεί ή βρίσκεται σε πορεία εξάλλειψης: «Ο έξω κόσμος ήταν σκληρός, ανελέητος για τους αδύναμους, δεν τηρούσε σχεδόν ποτέ τις υποσχέσεις του και η αγάπη ήταν το μόνο πράγμα στο οποίο μπορούσε, ίσως, κανείς να πιστεύει ακόμα». Γιατί ίσως για την αγάπη αξίζει μόνο κανείς να ζει ή να λατρεύει τον έναν και μοναδικό θεό που θυσιάστηκε στο όνομά της.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LifO.