Η ορμητική επιστροφή του Γιώργου Χειμωνά Facebook Twitter
Εικονογράφηση στηριγμένη σε φωτογραφία από το Αρχείο Χειμωνά.

Η ορμητική επιστροφή του Γιώργου Χειμωνά

0

Αν το κείμενο, όπως το ήθελε ο Γιώργος Χειμωνάς, δεν είναι παρά ένα σώμα που δεν καταλήγει, τότε μένει ανοιχτό στον χρόνο για να διαβαστεί, να δοξαστεί ή να κατακρεουργηθεί, να επιστρέψει για να θυμίσει την αιώνια καταγωγή του.

Κάπως έτσι συμβαίνει με τα α-χρονικά γραπτά του Χειμωνά, που επανέρχονται για να μας τονίσουν το αιώνιο θάμβος τους στη συναστρία των ελληνικών γραμμάτων. Να δικαιώσουν αυτό που πάντοτε ήθελε να εξαιρεθεί και να θυμίσουν αυτό που πρόκειται να γίνει στο μέλλον.

Μονάχα έτσι μπορεί να διαιωνιστεί ο αμφίσημος λόγος του Ηράκλειτου ή των τραγικών, επιβεβαιωμένος από τις αντιφάσεις της Ιστορίας και τη συμπαντικότητα της ποιητικής μεταφοράς που εκείνος, σε ρόλο μάντη Τειρεσία ή προφήτη, είδε να σπαρταράει στο εσωτερικό του ελληνικού λόγου όχι ως κάτι αποστασιοποιημένο αλλά ολοζώντανο, βγαλμένο ως γέννα ή καθολική μοίρα.

«Θεωρώ τον εαυτό μου λαϊκό συγγραφέα» έλεγε για να θυμίσει την αυτονόητη θνητή καταγωγή του αυτός ο «θαυματοποιός του λαϊκού πανηγυριού», ο κατεργάρης μάγος.

Του άξιζαν δικαιωματικά τα σκήπτρα και ο θρόνος. Ήταν, άλλωστε, ο μεταμφιεσμένος σε Έλληνα Άμλετ.


Άλλωστε, το σωκρατικό δαιμόνιο, ο ερμητικός συμβολισμός του Ευριπίδη ή ο περιπαικτικός λόγος του Αισχύλου τις στιγμές της ύψιστης σοβαρότητάς τους δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας ατιθάσευτης μεταφοράς που τσίμπησε η χειρουργικής ακρίβειας πένα του γιατρού-αλχημιστή Χειμωνά με ιερό δέος και δεινότητα και την παρέδωσε στους ανώνυμους γείτονες ή στους ανυπεράσπιστους ασθενείς (σωμάτων ή λόγων): στην Ελισώ ή στον Καπετάν Λαμπρινό και τον σγουρομάλλη γιο του Μάνιο.

Η ορμητική επιστροφή του Γιώργου Χειμωνά Facebook Twitter
Με τη Λούλα Αναγνωστάκη, στο σπίτι τους στην οδό Καψάλη στο Κολωνάκι.

Ωστόσο, ο ίδιος δεν έβγαλε ούτε στιγμή την αυτοκρατορική μπέρτα του με το κόκκινο της πορφύρας που φρόντιζε να σε σέρνει σε κάθε βασιλικής αίγλης λόγο με κέντρο αναφοράς το αμαρτωλό γένος των Ατρειδών. Του άξιζαν δικαιωματικά τα σκήπτρα και ο θρόνος.

Ήταν, άλλωστε, ο μεταμφιεσμένος σε Έλληνα Άμλετ. «Αγαπώ κάνω ένδοξο έναν άνθρωπο» έλεγε στον Εχθρό του ποιητή. Τίποτα λιγότερο από βασιλικές τιμές και δόξα.


Από κει, με αυτά τα δώρα θα επιστρέψει στα μυθοπλαστικά του σύμπαντα όπως η Καβάλα, απ' όπου κρατά η καταγωγή του, η Ξάνθη ή η Θεσσαλονίκη και η οδός Τσιμισκή. Θα φτάσει μέχρι το Παρίσι, όπως ο ίδιος, αφού η αποστολή του είναι αυτή του ποιητή που εξακτινώνεται σε όλα τα μήκη και πλάτη, επαναπροσδιορίζοντας το βίωμα.

Ξέρει πάντα ότι θα βρει έναν τραχύ δρόμο γεμάτο αμφιβολίες γιατί: «Μακριά μέσα σε σκιές υπάρχει μια παρθένα οδός, με περιμένει το ίχνος μου». Κανένας προορισμός δεν είναι οριστικός, αφού τα πάντα διαρκώς μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο, ενώ για κάθε λέξη υπάρχει η αντίθετή της.

Σε κάθε εννοιολόγηση, σε κάθε πτυχή του επιβλητικού εαυτού του, κρύβεται ένα σκανδαλιάρικο παιδί του Ηράκλειτου που παίζει με τα ζάρια στα άκρα του νοήματος.

Σε όλα όμως υπάρχει μια σκηνοθεσία, μια ατελείωτη εικονοποιία και μια περφόρμανς διαρκείας: «Ο κόσμος να γίνει εικόνα. Αυτή θα είναι η τελευταία ζωή των ανθρώπων να τους σκεπάσει μια εικόνα» γράφει χαρακτηριστικά στους Χτίστες.


Αυτό το αρμονικό μέσα στο χάος παιχνίδι από λέξεις, εικόνες, αφηγήματα και μυθολογικά σύμπαντα θα διαμορφώσει την κοσμοθεωρία του Γιώργου Χειμωνά, στην οποία προστρέχουμε διαρκώς, και τώρα για έναν ακόμα ουσιαστικότερο λόγο, την αναμενόμενη κυκλοφορία του τόμου με άπαντα τα πεζά του από τις εκδόσεις Πατάκη, σε επιμέλεια Ελένης Κεχαγιόγλου, σε περίπου 600 σελίδες.

Η εμπλουτισμένη με σχολιαστικά κείμενα φίλων, αυτοβιογραφικό κείμενο του ίδιου (Η βιογραφία της όρασής μου), αλλά και κριτικά δοκίμια, έκδοση γύρω από το έργο του –η πρώτη έκδοση ήταν το 2005 από τον Καστανιώτη– απλώς επιβεβαιώνει την ανεξίτηλη επιβολή του γαλαξία του Χειμωνά, γεμάτου από διηγήματα, οιονεί μεγάλα προφορικά αφηγήματα, μικρές ιστορίες για μεγάλες συνθήκες που ανάγονται σε ένα ενιαίο τελικά πεζογράφημα, το οποίο διαβάζεται σαν ένα και μοναδικό ποίημα.

Στο πρώτο μέρος της έκδοσης δεσπόζουν τα εισαγωγικά κείμενα των Ευριπίδη Γαραντούδη, Μάρως Δούκα, Γιώργου Βέλτσου, Αλέξανδρου Ίσαρη και στο τέλος το αυτοβιογραφικό κείμενο και οι λογοτεχνικές κριτικές, όπως τις είχε επιλέξει η Λούλα Αναγνωστάκη.

Από το εισαγωγικό κείμενο του Γαραντούδη μαθαίνουμε, επίσης, ότι τα κατάλοιπα του αρχείου του Γιώργου Χειμωνά και της Λούλας Αναγνωστάκη παραχωρήθηκαν πρόσφατα από τον γιο τους Θανάση Χειμωνά στο Εργαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας, καθώς και ότι κάποια χειρόγραφα δεν βρέθηκαν ποτέ, όπως αυτό του περίφημου Σπιτιού της Γερτρούδης, το οποίο έγραφε, πριν πεθάνει, στο Παρίσι – ένα γοητευτικό μυστήριο, αντίστοιχο με αυτό που θα συνοδεύει για πάντα το όνομά του.

Η ορμητική επιστροφή του Γιώργου Χειμωνά Facebook Twitter
Με τον γιο του Θανάση Χειμωνά, στο Πεδίον του Άρεως, στα τέλη της δεκαετίας του 1970.


Σύμφωνα με μια κυκλική συνθήκη, αν και ο ίδιος θα προτιμούσε τη μορφή της σπείρας, η διαδρομή του Γιώργου Χειμωνά στα γράμματα ξεκινάει με τον προφητικό Πεισίστρατο και ολοκληρώνεται με τον εσχατολογικό Εχθρό του ποιητή και ενδιάμεσους σταθμούς τη συγκλονιστική Εκδρομή, τον αξεπέραστο Γιατρό Ινεότη, το εμβληματικό Μυθιστόρημα, τον Γάμο, τον Αδελφό, τους αξέχαστους Χτίστες ή το τρίπτυχο των Ταξιδιών.

Σε κάθε περίπτωση, η χειρονομία που απηύθυνε μέσα από τα έργα αυτά δεν ήταν ούτε καταφατική ούτε αποφατική, αλλά μια πράξη απελευθέρωσης, σε αντίθεση με ένα δεσμευτικά επεξηγηματικό σύμπαν όπου ο λόγος κυριαρχεί δυναστικά στις έννοιες.

Εδώ, αντίθετα, αυτές δείχνουν να εννοιολογούν και εννοιολογούνται από μόνες τους, αποκαλύπτοντας μια ολάκερη οντολογία, όπου πυθαγόρειοι, ελεάτες και ο Ηράκλειτος γίνονται ένα.

Άλλωστε, ο λόγος και η ποίηση έφτιαξαν από κοινού τον κόσμο στις εσχατιές του χάους. Φιλία και νείκος συνυπάρχουν στα άκρα της αφήγησης: στην αρχή, στον Πεισίστρατο, επικρατεί η φιλία, στο τέλος, στον Εχθρό του ποιητή, το νείκος. Όσο για τη βία, πάντα ζητούμενο και δημιουργική, λειτουργεί καταλυτικά ως έκρηξη, ξάφνιασμα ή ανάγκη.

Η ορμητική επιστροφή του Γιώργου Χειμωνά Facebook Twitter
Με τη Λούλα Αναγνωστάκη, στο σπίτι τους στην οδό Καψάλη στο Κολωνάκι.


Σε αυτή την ατελείωτη φαντασμαγορία από εκρήξεις, λέξεις και σκηνοθεσίες δεν ξεχωρίζει το φασματικό από το πραγματικό, καθώς όνειρο και πραγματικότητα γίνονται ένα με τα μυθοπλαστικά πρόσωπα που αποκτούν ρεαλιστικές διαστάσεις σε αντιστοιχία με τις καθημερινές φιγούρες των αρρώστων και των μυθολογικών συμβόλων: ο Πεισίστρατος, ο γιατρός Ινεότης, η Κυβέλη, ο Αδελφός, η γητεύτρα Τενάγκνε, η Ελένη, εκπροσωπούν όλους τους ανθρώπους και ποτέ μια αυτόνομη, αυθύπαρκτη, σολιψιστικού τύπου μονάδα.

Αυτό κάνει κι ο ίδιος ο ποιητής, καθώς μιλάει όχι για εκείνον αλλά εν ονόματι του γένους: «Είμαι ένα διάστημα και περιέχω όλους τους ανθρώπους και όχι τα αισθήματά τους και τις σκέψεις τους, αλλά τα πρόσωπά τους και τα μέρη του κορμιού τους το χρώμα των ρούχων τους τα δάχτυλα κι άλλη δυνατότητα να ζω δεν έχω παρά να τους παρακολουθώ και να τους φαντάζομαι και να τους υποδύομαι κι ακόμα και το πρόσωπό μου αλλάζει κι όλος ο κόσμος είναι γεμάτος από ανθρώπινα κομμάτια η μύτη το μέτωπο οι ακρινές ακραίες τριχίτσες των φρυδιών τα λόγια το χέρι τα διακρίνω ξεχωριστά κι αταίριαστα να αιωρούνται πάνω από τους ανθρώπους κι από τα σπίτια και φωσφορίζουν μέσα από τα σβηστά παράθυρα και μέσα από τις νύχτες τα διακρίνω το μάτι του στην άσφαλτο το μέτωπό του στον ουρανό» (Η Εκδρομή).


Τα πάντα ακούγονται ή ηχούν με μια υπερθετική δυνατότητα και ένα μπαρόκ εκτόπισμα που εύλογα θυμίζει τον τόσο αγαπημένο και μεταφρασμένο από τον Χειμωνά Ουίλλιαμ Σαίξπηρ: τα δάση και οι άνθρωποι κάνουν θόρυβο, η φύση γεννά, οι λύπες φτεροκοπούν και απελευθερώνονται «οστά από μεγάλες αισθήσεις που ξαφνικά τα ξέθαψε μια βροχή».

Η ορμητική επιστροφή του Γιώργου Χειμωνά Facebook Twitter
Ο Γιώργος Χειμωνάς την εποχή που ολοκλήρωνε τις σπουδές του στην Ιατρική Σχολή Θεσσαλο-νίκης.

Οι λέξεις μοιάζουν εν τέλει να αυτονομούνται, όπως τα φτερά του Δαίδαλου στον πλατωνικό μύθο, και να λειτουργούν από μόνες τους ακόμα και αν είναι προϊόντα μιας απόλυτα επεξεργασμένης και άρα ηθικής πράξης ή ενός συμπαντικού πλάνου. Ο μάντης, άλλωστε, αρχαιόθεν ήξερε πάντοτε τι έλεγε και τι έκανε ακόμα και τη στιγμή της αποχώρησης, που δεν ήταν παρά η αρχή της επιστροφής του.

Ή, όπως γράφει ο Γιώργος Βέλτσος στο αποχαιρετιστήριο προς αυτόν ποίημά του:

Με απαγχονισμένα τα ιδανικά
από τα κορδόνια των παπουτσιών του
κρέμεται δίχως τα σανδάλια του Ερμή
που του τα υποσχέθηκε
Αλλά δεν τον ενδιέφεραν τα φτερά
Το αηδόνι του ήταν κουρδιστό
κι ο αυτοκράτορας, το παρωνύμιο της αθανασίας.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ