Ανήμερα της φετινής πρωτοχρονιάς συμπληρώθηκαν τα εκατό χρόνια από την γέννηση του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ (Γενάρη επίσης, στις 28, έφυγε κι από τη ζωή το 2010), ο Χόλντεν Κόλφιλντ όμως παραμένει ακόμα 17. Ο εμβληματικός έφηβος ήρωας του «Φύλακα στη σίκαλη» είναι για πάντα μαρμαρωμένος στο μαυσωλείο της νεανικής μας αποξένωσης παρότι οι γυμνασιόπαιδες που διάβαζαν τις νύχτες με φακό το βιβλίο όταν κυκλοφόρησε το 1951 έχουν - όσοι ζουν ακόμα - περάσει τα ογδόντα.

 

Ξαναδιαβάζοντάς το ως ενήλικας, νοιώθεις τον πόνο του Χόλντεν να περιφέρεται σαν φάντασμα ακρωτηριασμένου μέλους. O δίκαιος κυνισμός του είναι το ηδύποτο απόσταγμα της εφηβείας. Το συναίσθημα μοιάζει με το να επισκέπτεσαι ξανά το πρώτο σου σπίτι. Η οικειότητα είναι σαγηνευτική, σου προκαλεί όμως συγχρόνως και μια έντονη σύγχυση. Η πλοκή είναι πιο μικρή απ' όσο τη θυμάσαι και κάποιες λεπτομέρειες τις έχεις εντελώς λάθος στη μνήμη σου. Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι το πόσο επιδραστικός αποδείχθηκε ο τόνος της νουβέλας τις δεκαετίες που έχουν μεσολαβήσει από την πρώτη της έκδοση.

 

Ο Χόλντεν είναι ο Μηδενικός Ασθενής, το αρχέτυπο για τις γενιές που μολύνθηκαν από την μισανθρωπία του. Ζούμε εδώ και δεκαετίες σ' έναν κόσμο πλημμυρισμένο από προνομιούχους λευκούς άντρες που εκλαμβάνουν εσφαλμένα την κατάθλιψή τους ως υπαρξιακή σοφία και το ναρκισσισμό τους ως υπερβατικό όραμα.

 

Ο Χόλντεν είναι ο Ασθενής Μηδέν, το υπόδειγμα για τις γενιές που μολύνθηκαν από την μισανθρωπία του. Ζούμε εδώ και δεκαετίες σ' έναν κόσμο πλημμυρισμένο από προνομιούχους λευκούς άντρες που εκλαμβάνουν εσφαλμένα την κατάθλιψή τους ως υπαρξιακή σοφία και το ναρκισσισμό τους ως υπερβατικό όραμα.

 

Οι «κάλπηδες» του βιβλίου είμαστε εμείς οι ίδιοι.

 

«Ο φύλακας στη σίκαλη» αρχικά δεν είχε παρουσιαστεί ως εφηβικό ανάγνωσμα, λειτούργησε όμως άμεσα σχεδόν ως εφηβικός ύμνος: πάνω από 65 εκατομμύρια αντίτυπα του βιβλίου έχουν πωληθεί. Υποπτεύεται όμως κανείς ότι αν έκανε το ντεμπούτο της σήμερα η νουβέλα, δε θα αποτελούσε τέτοιας κλίμακας εκδοτικό φαινόμενο. Είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε ότι μπορούν να συλλάβουν το πνεύμα της εποχής μας οι αγωνίες ενός νεαρού που αποβάλλεται από ένα ακριβό ιδιωτικό σχολείο.

 

Ο ίδιος ο Σάλιντζερ, ο θρυλικός αναχωρητής, θα είχε ακόμα χειρότερη μοίρα στην εποχή των social media. «Έχω υποστεί περισσότερη εκμετάλλευση και απώλεια ιδιωτικού χώρου απ' όση μπορεί να αντέξει κανείς σε μια ζωή» έγραφε σε επιστολή του το 1980, δεκαετίες πριν εμφανιστούν οι λογαριασμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σήμερα όμως τόσο οι εκδότες όσο και οι αναγνώστες απαιτούν από τους συγγραφείς να συμμετέχουν ενεργά και αδιαμαρτύρητα στη διαδικασία προώθησης ενός βιβλίου.

 

Ας αναλογιστούμε ότι το 1961, δύο μήνες μετά την έκδοση του μικρού βιβλίου διηγημάτων του Σάλιντζερ, «Φράνι και Ζούι», το περιοδικό Time χάρισε στο συγγραφέα το εξώφυλλο του και ένα συνοδευτικό προφίλ 6.000 λέξεων – το όνειρο κάθε εκδότη – χωρίς να υπάρχει ούτε κουβέντα από τον ίδιο αλλά ούτε και κάποια πρόσφατη φωτογραφία του.

 

Η απαίτησή μας όμως για διαρκή πρόσβαση στις ζωές των συγγραφέων δεν είναι η μόνη πρόκληση που θα αντιμετώπιζε ο Σάλιντζερ στη σύγχρονη εκδοτική αγορά. Όταν το 1998 η πρώην σύντροφός του Τζόις Μέιναρντ εξέθεσε με λεπτομέρειες την ταραχώδη σχέση που είχε ως έφηβη ακόμα, με τον συγγραφέα, λοιδορήθηκε από πολλούς σε μια εποχή που ακόμα κέρδιζε άμεσο συχωροχάρτι η βίαιη συμπεριφορά αντρών, ειδικά αν είχαν γράψει τόσο εμβληματικά και δημοφιλή βιβλία.

 

Οργισμένος ερημίτης: Ο Σάλιντζερ έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να διασφαλίσει την απαγόρευση μεταφορών, προσαρμογών ή συνεχειών του «Φύλακα στη σίκαλη»
Οργισμένος ερημίτης: Ο Σάλιντζερ έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να διασφαλίσει την απαγόρευση μεταφορών, προσαρμογών ή συνεχειών του «Φύλακα στη σίκαλη»

 

Το #MeToo κίνημα όμως άλλαξε ριζικά τις παραμέτρους σχετικά με το ποια συμπεριφορά μπορεί να είναι αποδεκτή, όπως σημείωσε πριν από λίγους μήνες η ίδια η Μέιναρντ καθώς θυμόταν τον τρόπο με τον οποίο την μεταχειρίστηκε τότε ο Τύπος.

 

Προς το τέλος του βιβλίου ο Χόλντεν έχει αρχίσει να αναλώνεται από μια εμμονική σκέψη: «Μη μ' αφήσετε να εξαφανιστώ... Μη μ' αφήσετε να εξαφανιστώ». Απίθανο να συμβεί κάτι τέτοιο, τουλάχιστον σύντομα. Θα επιζήσει όμως η γοητεία του Σάλιντζερ μετά το πέρας των γενεών που τον υιοθέτησαν ως τον μισανθρωπικό τους άγιο;
Όπως τα διοράματα στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας που λατρεύει ο Χόλντεν, τα βιβλία του Σάλιντζερ δεν αλλάζουν ποτέ.

 

Ο ίδιος έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να διασφαλίσει την απαγόρευση μεταφορών, προσαρμογών ή συνεχειών του «Φύλακα στη σίκαλη». Δεν υπάρχουν ούτε e-books ούτε audio εκδοχές των βιβλίων του, ούτε μεταφορές στο σινεμά, στην τηλεόραση ή στη σκηνή. Προς το παρόν τουλάχιστον. Η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης ετοιμάζει για τον Οκτώβριο μια μεγάλη έκθεση με χειρόγραφα, βιβλία, επιστολές και διάφορα προσωπικά αντικείμενα, αλλά σίγουρα κανένα από τα ανέκδοτα κείμενά του που επιμόνως θρυλείται ότι υπάρχουν.

 

Μόνο ένα αυστηρής αισθητικής «κουτί» ανθολογίας (boxed set) κυκλοφόρησε το περασμένο φθινόπωρο εξ αφορμής των επερχόμενων εκατοστών γενεθλίων του και ακόμα κι αυτό θεωρήθηκε παρασπονδία, όπως παραδέχθηκε ο γιος του Μάθιου, δηλώνοντας ότι ο πατέρας του δε θα ενέκρινε ποτέ τέτοιες πολυτελείς και ανασχεδιασμένες εκδόσεις: «Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα μισούσε με πάθος αυτή την εκατονταετηρίδα».

 

Με στοιχεία από το άρθρο του βιβλιοκριτικού Ron Charles, "J.D. Salinger at 100: Is 'The Catcher in the Rye' still relevant?" που δημοσιεύτηκε στην Washington Post.