Ουiλλιαμ Σαiξπηρ

Σονέτα

Μτφρ.: Ερρίκος Σοφράς

Αντίποδες

 

Δύσκολο να μιλήσει κανείς για τα Σονέτα του Σαίξπηρ, αυτά τα μικρά διαμάντια που στολίζουν το ανεξάντλητο μέγεθος του έργου του, χωρίς να ανοίξει το τεράστιο θέμα της αποστολής, της καταγωγής και κυρίως της απεύθυνσής τους: πού ακριβώς απευθύνονταν τα δεκατετράστιχα ποιήματα, τα οποία δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1609 σε μια, κατά πολλούς, κλεψίτυπη έκδοση; Ποιος ακριβώς είναι ο άγνωστος W.H. στον οποίο αφιερώνεται η πρώτη έκδοση; Σε ποιον βαθμό διαφοροποιούνται από τα ελισαβετιανής επιρροής σονέτα, ευρέως διαδεδομένα την εποχή εκείνη, και κατά πόσο αποκαλύπτουν πετραρχικές επιρροές;

 

Για πρώτη φορά ο Ερρίκος Σοφράς, ο οποίος μας έχει χαρίσει πρώτου μεγέθους μεταφράσεις της Ντίκινσον και του Ώντεν, τολμάει με την ξεχωριστή έκδοση Σονέτα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ από τις εκδόσεις Αντίποδες να δώσει με τη μετάφρασή του σαφείς απαντήσεις τόσο αναφορικά με την περίτεχνη και πιο παιγνιώδη τεχνική των Σονέτων όσο και για τα άγνωστα πρόσωπα στα οποία απευθύνονταν.

 

«Σε μέρα θερινή πώς να σε βάλω πλάι; Είσαι πιο απαλός εσύ, πιο ωραία πλασμένος / Αγέρι τινάζει τα μπουμπούκια του Μάη, Το καλοκαίρι είναι χρόνος μετρημένος» γράφει ο μεταφραστής στην ιδιαίτερης τόλμης και ενάργειας απόδοση του περίφημου Σονέτου 18, αποκαλύπτοντας την ανδρική ταυτότητα αυτού στον οποίο απευθύνεται στην πλειονότητα των Σονέτων –εκτός από αυτά που γράφονται για την επίσης άγνωστη Μαύρη Κυρία–, καθώς, όπως τονίζει στο σημείωμά του, «στην πρώτη έκδοση, τα πρώτα εκατόν είκοσι έξι απευθύνονταν φανερά σ' έναν ευγενή Ωραίο Νέο ("Fair Youth") με ανδρόγυνη ομορφιά», κάτι με το οποίο προφανώς συμφωνεί και η Λένια Ζαφειροπούλου, δίνοντας πολλαπλές ερμηνείες για τις ανδρικές σχέσεις της εποχής εκείνης (ωστόσο στη δική της, πρόσφατη μετάφραση από τον Gutenberg δεν προσδιορίζεται το γένος). Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι η σοδομία τιμωρούνταν με ποινή θανάτου και οι περισσότεροι μελετητές του Σαίξπηρ αδυνατούσαν να ενστερνιστούν όχι μόνο τις ομοφυλοφιλικές υποδηλώσεις –χαρακτηριστικό είναι το Σονέτο 20– αλλά και το πιο ελευθεριακό και παιγνιώδες ύφος των Σονέτων σε σχέση με τα υψηλής δραματικής τέχνης υπόλοιπα έργα του.


Απόδειξη πως ελάχιστοι από αυτούς, όπως ο Πόουπ ή ο Στάινερ, αποδέχτηκαν όλες τις ετερόκλητες όψεις του σαιξπηρικού λόγου, ειδικά τις αθυρόστομες ή ακόμα και βλάσφημες αποκλίσεις των Σονέτων. Στα Σονέτα ο χλευαστικός, τολμηρός, σχεδόν αντικομφορμιστής Σαίξπηρ, εκτός από τον ευειδή νέο, επιβάλλει μια άλλη κυρία, μαύρη και σκοτεινή, η οποία, ακόμα και ως προβληματικό αντικείμενο ερωτικού πόθου, πόρρω απέχει από τα ρομαντικά, εραλδικά σύμβολα της εποχής, της ξανθής, αμόλυντης κόρης. Επιπλέον, με το σαρωτικό του μένος κατακρημνίζει όλες τις ηρωικές εξάρσεις και προκαταλήψεις, τις κοινοτοπίες και το ανέμπνευστο ύφος των ομοτέχνων του, βλέπε Σονέτο 66.

 

Αν, λοιπόν, πετυχαίνει κάτι σπάνιο η στακάτη, ζωντανή και απογυμνωμένη από περιττά φτιασίδια μετάφραση του Σοφρά, θαρρώ πως είναι η αποτύπωση της εναντίωσης στο ρομαντικό κλέος με το οποίο είναι άμεσα συνυφασμένος ο Σαίξπηρ και το οποίο απουσιάζει, σε αντίθεση με ό,τι νομίζεται, εντυπωσιακά από τα Σονέτα.

 

Γράφει ο μεταφραστής στο κατατοπιστικό του σημείωμα: «Οι εμπειρίες του έρωτα και της φιλίας, όπως παρουσιάζονται στα Σονέτα, είναι αποκαρδιωτικές: απογοήτευση και χωρισμοί, αποξένωση και αυτοκατάκριση. Ο τελικός θρίαμβος του θανάτου, μα και του χρόνου που φεύγει σαν άμμος μέσα απ' τα δάχτυλα, είναι πολύ αισθητός. Μόνο σ' ένα υπερβατικό, ιδεαλιστικό επίπεδο, και με την πίστη στη διάρκεια της ποίησης, προβάλλεται μια καταφατική στάση που αντιζυγίζει την απελπισία του ποιητή. Οι θύελλες του πάθους στα ποιήματα είναι απούσες. Αντί γι' αυτές παρατηρείται μια εκλεπτυσμένη ανάλυση του αισθήματος, ταιριαστή με τις τεχνικές της ρητορικής και τον φιλοσοφικό στοχασμό».

 

Προφανώς έχει δίκιο: αρκεί να μελετήσει κανείς πιο προσεκτικά το περίφημο Σονέτο 18 για να δει πως απευθύνεται όχι μόνο στη μούσα αλλά και στην περήφανη δημιουργό της, την ίδια του την τέχνη: «Αιώνιο θα είναι το δικό σου καλοκαίρι, θα σου ανήκει πάντοτε η ομορφιά σου, Μες στη σκιά του ο Θάνατος δε θα σε φέρει, Σ' αιώνιες γραμμές φέγγει η συνέχειά σου. Όσο οι άνθρωποι ζουν, το μάτι όσο αντικρίζει, Θα ζει το ποίημα αυτό, ζωή να σου χαρίζει». Απέναντι στην κενότητα ο Σαίξπηρ προτάσσει τη δημιουργία και στον θάνατο τον μοναδικό τρόπο για να διεκδικήσει την αθανασία: την υψηλή ποιητική πράξη.