Υπάρχει, στ' αλήθεια, νέα ελληνική ποίηση που να ξεχωρίζει, να συγκινεί, να συναρπάζει; Πόσο ποιητικός λαός είμαστε, πόσο διαβάζουμε, ποιοι μας διαβάζουν; Έδωσε, άραγε, η κρίση δημιουργικά ερεθίσματα ή απλώς αυγάτισε τον «πολτό»; Πώς γράφεται ένα καλό ποίημα, από πού αντλεί έμπνευση και πώς καταξιώνεται σαν τέτοιο;

 

Αυτά και άλλα «αμείλικτα» ερωτήματα υπέβαλα σε έναν «ροκ» Λαρισινό που συστήνεται ως «ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, εκδότης και αγκιτάτορας» και μολονότι ψυχίατρος το επάγγελμα, έχει εντρυφήσει όσο λίγοι στο αντικείμενο – ας όψεται ο Άλεν Γκίνσμπεργκ που του κατέστρεψε, λέει, τη ζωή!

 

Εκτός, λοιπόν, του ότι συγγράφει και ο ίδιος ποίηση, μέρος της οποίας έχει μάλιστα μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες, έχει συνεργαστεί με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά ενώ τυγχάνει δημιουργός της γνωστής διαδικτυακής επιθεώρησης ποιητικής τέχνης poiein.gr, όπου έχει παρουσιάσει πλήθος Έλληνες και ξένους ποιητές, καθώς και του επίσης διαδικτυακού «περιοδικού φύλλου επιλεγμένης λογοτεχνίας» «Φτερά Χήνας».

 

Αφορμή για την αιχμηρή, διεισδυτική, πνευματώδη συζήτηση που ακολουθεί στάθηκε η «επί του πιεστηρίου» έκδοση μιας ακόμη ανθολογίας του με τίτλο «Εκλογή νέων ποιητών 1974-1994» (εκδ. bibliothèque).

 

Ο χειρότερος χαρακτηρισμός για έναν ποιητή είναι να τον αποκαλέσεις μέτριο. Έχουμε ήδη χαμένους, κακούς ποιητές δηλαδή, και ανάμεσα στους νέους. Είναι αυτοί που όποιο τάλαντο κι αν τους δόθηκε το χαράμισαν σε δημόσιες σχέσεις.

 

— Ισχύει ότι οι Έλληνες είμαστε πολυγραφότατοι όχι μόνο στην πεζογραφία αλλά και στην ποίηση και αν ναι, γιατί; Είναι ανάγκη, τάλαντο, ξέδωμα ή μόδα;

Το ασθενές έως ανύπαρκτο κοινωνικό μας εγώ ευθύνεται γι' αυτό το φαινόμενο, που δεν είναι μόνον ελληνικό αλλά παγκόσμιο. Το ασθενές προσωπικό εγώ μάς κάνει να ονειρευόμαστε, φευ, πως αυτή την αβάσταχτη μοναξιά, στην οποία μας έχει καταδικάσει ο καπιταλισμός, θα τη νικήσουμε βάζοντας το ονοματάκι μας σε ένα λογοτέχνημα κι έτσι θα δικαιώσουμε τη μίζερη προσωπική ζωή μας εις τους αιώνες των αιώνων, αμήν! Βαθύτατη ανάγκη, λοιπόν, ως υποστήριξη της μοναχικής κι ασήμαντης ζωής μας η γραφή. Ας την πάρουμε γι' αυτό που είναι κι ας μην τη συγχέουμε αδίκως με τη λογοτεχνία.

 

— Είμαστε, άραγε, «λαός ποιητικός» ή κατά βάση εκδηλωτικός, φλύαρος και φαντασμένος; Αν όντως «οι Έλληνες δεν διαβάζουν», πού βρίσκεται κοινό ικανό να «συντηρήσει» τόσους επίδοξους δημιουργούς;

Ποιητικός σίγουρα, στις κορυφώσεις και τα υψηλά επιτεύγματα, αν και τελευταίως φαίνεται να γινόμαστε και λαός παραμυθάδων (πεζογράφων). Πού αλλού θα κατέληγε, νομοτελειακά εννοώ, όλη αυτή η επίπλαστη κοινωνική πραγματικότητα των τελευταίων 40 χρόνων; Σε υψηλή μυθοπλασία! Οι Έλληνες διαβάζουμε ή, μάλλον, ένα 10% των Ελλήνων διαβάζουμε τα πάντα, σε βαθμό να καλύπτουμε και το ποσοστό αυτών που θα πάνε αδιάβαστοι!

 

Φυσικά και υπάρχει κοινό: πρώην φίλες κι ερωμένες, ανέραστες θείες, ξαδέλφια, ανίψια και παππούδες. Η ελληνική οικονομία βασίζεται στη σύνταξη των συγγενών και στα οικογενειακά επιδόματα και είναι η οικογένεια (απλή, διευρυμένη, μεικτή ή όπως τη θέλετε) που αναλαμβάνει το κόστος της έκδοσης και στηρίζει τις πάμπολλες εκδοτικές (sic!) πρωτοβουλίες που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια σε κάθε πόλη και χωρίον της επικράτειας!

 

— Με αφορμή την «Εκλογή» που ετοιμάζετε, έχετε εντοπίσει νέους ποιητές πράγματι αξιόλογους; Από πού κυρίως αντλούν τις αφορμές τους; Κάποια ονόματα-παραδείγματα;

Ο πραγματικός ποιητής αντλεί από τη γλώσσα του. Δεν έχει ανάγκη ούτε από αφορμές, ούτε από θεματολογία, ούτε, πολύ περισσότερο, από τάσεις, ρεύματα και εντολές άνωθεν, είτε αυτές προέρχονται απ' το σινάφι είτε από τους θεσμικούς που επιβάλλουν τον τρόπο να γράφει κάποιος ώστε να γίνει αποδεκτός στον κύκλο των βραβευμένων ποιητών που θα καρναβαλιστούν σε μέγαρα και θα υποβάλουν τα σέβη τους στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ευτυχώς, υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα οι ανεξάρτητες και μοναχικές φωνές που υπηρετούν την τέχνη της ποιήσεως με αφοσίωση αγίου.

 

Ως παράδειγμα θα αναφέρω τον Παναγιώτη Χαχή («Χείλη ραμμένα/ στο ρήμα») για τα α-ρηματικά του ποιήματα (το ρήμα δηλώνει δράση ακόμη και αν την υφίστασαι στην παθητική του μορφή), εκπρόσωπο μιας γενιάς που δεν πράττει αλλά και δεν σκύβει το κεφάλι στον Αγά.

 

Τον Γιώργο Πρεβεδουράκη («ετούτη η σελίδα ας μείνει λευκή/ δεν αρκούν οι σκοτούρες μας/ πρέπει σώνει και καλά/ να κάνουμε λογοτεχνία;) με τις πυθικές του ρήσεις, που αν και ενδύονται τον μανδύα της μαντινάδας, ξεπερνούν τα όρια της απλής συνεννόησης και κάνουν ντρίπλες στην καθημερινή χρήση της γλώσσας.

 

Τον Δημήτριο ΜουζάκηΚαι αυτομάτων λέξεις/Ρημάτων ριπές») με τα καλύτερα ελληνικά από την εποχή του Βαρβέρη, που σκάβει επιστημονικά το «εγώ» με ενόραση λακανιστή και τεκμηρίωση βιολόγου.

 

Τον Πέτρο Γκολίτση («–είναι όλα λάθος–/στόματα χάσκουν στο κενό») που απέδειξε και ως κριτικός τα διαβάσματά του και είναι πλέον έτοιμος να κρύψει τις πηγές του μετατρέποντάς τες σε εξπρεσιονιστικούς πίνακες.

 

Τον Γιάννη Στίγκα («Είμαι τόσο πρόθυμος για συντέλεια/ ώσπου να γράψω «λουλούδι»/ έχω χάσει δυο πέταλα»), ο απρόβλεπτος βηματισμός του οποίου μας ξάφνιασε όλους στην αρχή, για να καταντήσει ένα ταγκό με την εξουσία. Ας ελπίσουμε πως θα εγκαταλείψει σύντομα τον φρικτό τούτο εναγκαλισμό και θα περπατήσει και πάλι ατίθασα.

 

Τα καλά ποιήματα γράφονται πάντα όχι με το χέρι στην καρδιά αλλά λίγο πιο χαμηλά, στην κοιλιακή χώρα κι ακόμη πιο κάτω...

 

— Θα μπορούσατε να παραθέσετε αντίστοιχα παραδείγματα κακής έως απαράδεκτης ποίησης; Μπορεί, επιπλέον, ένα νέο ταλέντο να καταλήξει μετριότητα και αντιστρόφως;

Το ταλέντο επιδέχεται πάντα βελτίωσης, όπως έλεγε και ο Όσκαρ Ουάιλντ, η ιδιοφυΐα όχι. Αντιστρόφως, οι «δραστήριοι μέτριοι», με το γράψε-γράψε, ως και Κρατικά Βραβεία έχουν πάρει και θα πάρουν και στο μέλλον (λες και τα Κρατικά Βραβεία έγιναν αποκλειστικά γι' αυτούς!).

 

Μέτρια ποίηση, λοιπόν, είναι φυσικό να παράγουν και οι νέοι ποιητές. Από τους εκατό και πλέον που παρακολουθούμε, το ότι καταφέραμε να σώσουμε τους 20-25 σημαίνει πως έχουμε υψηλή σε ποιότητα παραγωγή. Το «κακή» ως επίθετο έχει, ξέρετε, θετικό πρόσημο στην ποίηση: σημαίνει πως κάποιος στοιχημάτισε κι έχασε. Το «απαράδεκτος», πάλι, ενέχει την προσωπική μου εκτίμηση, δεν έχει επιστημονικό αντίκρισμα.

 

Ο χειρότερος χαρακτηρισμός για έναν ποιητή είναι να τον αποκαλέσεις μέτριο. Έχουμε ήδη χαμένους, κακούς ποιητές δηλαδή, και ανάμεσα στους νέους. Είναι αυτοί που όποιο τάλαντο κι αν τους δόθηκε το χαράμισαν σε δημόσιες σχέσεις. Μέτριοι ποιητές οι φετιχιστές του πολυτονικού, οι καθηλωμένοι στο πρωκτικό στάδιο της υπογεγραμμένης. Μέτριοι όλοι αυτοί που κατάργησαν ένα σωρό ευγενή επαγγέλματα (του ανθρακωρύχου, του πυροτεχνουργού, του βαρκάρη και του εστιάτορα π.χ.) και γράφουν μόνο για τον ποιητή (να ξυρίσω τις τρίχες μου και να βγω γουλί!) και την επίπλαστη μοναξιά του! Μέτριοι όλοι οι νέοι ποιητές που γράφουν για παραβολές κι αλληγορίες. Μέτριοι οι δυσκοίλιοι που καταπονούν τα έντερά τους με μακρόπνοα «πρότζεκτ» και παρόμοια βαρύπεπτα καρυκεύματα του συρμού. Όσοι δεν έχουν την αίσθηση της γλώσσας και παραθέτουν τρία «ου» στη σειρά: «Είμαι ο αετός, το πνεύμα του Ουρανού».

 

— Ποιο είναι πιστεύετε το κριτήριο που ξεχωρίζει ένα καλό ποίημα, το πόσο σου «μιλάει» στο μυαλό, στην καρδιά ή κάτι άλλο;

Το καλό ποίημα είναι αυτό που δεν μπορείς να του αφαιρέσεις ούτε ένα «και». Αυτό που δημιουργεί μεταφορές, γιατί ποίημα δίχως να παράγει μια υποψία έστω μεταφοράς δεν υπάρχει. Ας μην ξεχνάμε πως το ποίημα δεν είναι έκθεση ιδεών, δεν είναι έκφραση καλών συναισθημάτων. Τα καλά ποιήματα γράφονται πάντα όχι με το χέρι στην καρδιά αλλά λίγο πιο χαμηλά, στην κοιλιακή χώρα κι ακόμη πιο κάτω... Αυτό που σου μιλάει στην καρδιά, στο μυαλό, σε κάνει να αποκτάς αυτομάτως χήνειο δέρμα, σε τσουρουφλίζει και σε διαπερνά σαν ηλεκτρική εκκένωση.

 

Ο Σωτήρης Παστάκας στο σπίτι του Γ. Χρυσούλη το 1999.
Ο Σωτήρης Παστάκας στο σπίτι του Γ. Χρυσούλη το 1999.

 

— Έκτακτη απάντηση! Πόσο όμως επηρέασε η κρίση την εγχώρια ποιητική παραγωγή; Αναδύθηκε, λέτε, κάποια σοβαρή «ποίηση της κρίσης»;

Σίγουρα, και οι πέντε που ανέφερα παραπάνω ονομαστικώς είναι φωτεινά παραδείγματα και οι άλλοι 15-20 που θα συμπεριλάβω στην Ανθολογία. Αν εννοείτε εκείνους που γράφουν μανιφέστα, καταγγελίες και μπροσούρες, θα σας πω πως είναι πάμπολλοι, εκατοντάδες θα έλεγα, αλλά δεν είναι ποιητές.

 

Προκαλούν μόνο θυμηδία οι στυμμένες (χάριν ευγενείας να μην τις ονομάσουμε στημένες) ανθολογίες σώνει-και-καλά που κυκλοφόρησαν στην Εσπερία με κατάλογο ονομάτων ποιητών που δεν έχουν γνωρίσει κρίση στην προσωπική τους ζωή και είναι τα χαϊδεμένα παιδιά των αφεντικών. Αν είναι δυνατόν να μιλήσουν αυτά τα μοσχαρόπουλα (για να θυμηθούμε τον Φελίνι) για κρίση! Διαβάζω (γιατί τους διαβάζω όλους, ανεξαρτήτως συμπαθειών ή προσωπικών διαφορών, προσπαθώντας να ακολουθώ το παράδειγμα του Ρένου) και μου 'ρχεται να τραβήξω τα βυζιά μου.

 

Όσο για τους επαγγελματίες της «εξέγερσης», έχω σταματήσει πλέον να γελάω με τα καμώματά τους. Σε επαναστατικές φιέστες με πανό και με ντουντούκες με κάλεσαν και δεν πήγα. Ούτε καν αμφισβήτηση δεν διακρίνω, πώς να πω πως υπηρετούν την «εξέγερση» οι μπαχαλάκηδες; Μέτριοι ποιητές, λοιπόν, κι αυτοί που δεν διαβάζουν Νανά Ησαΐα, Ανέστη Ευαγγέλου, Σταύρο Βαβούρη, Ανδρέα Αγγελάκη και Αγγελική Ελευθερίου. Που δεν διαβάζουν, όπως έλεγε πρόσφατα κι ένας φίλος, ο Βαγγέλης Ψαραδάκης, ούτε έναν από τους παλιότερους ποιητές και αλληλολιβανίζονται σε παρουσιάσεις μεταξύ των.

 

— Απ' όσους στίχους/ποιήματα διαβάσατε τον τελευταίο χρόνο, ποιοι/ο σας αποτυπώθηκε περισσότερο; Κάποιος ποιητής που θεωρείτε ανυπέρβλητο;

«Δεν έχω άλλο στήθος» του Νίκου Καρούζου. Ανυπέρβλητος ποιητής στην εκλογή των ποιημάτων του από τον Γιάννη Πατίλη που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Γαβριηλίδη, προσέξτε, όχι στα άπαντά του. Εκτός του Καβάφη, βλέπετε, κανείς άλλος Έλληνας ποιητής, ούτε καν ο Καρούζος, δεν μπορεί να υποστηρίξει τα «άπαντά» του, επειδή όλοι τους έχουν δημοσιεύσει πολλά ποιήματα αδύναμης εμπνεύσεως και ατελούς σκοπεύσεως. Από τους ξένους, ανυπέρβλητος ο Ιζέτ Σαράιλιτς, Βόσνιος απ' το Σαράγεβο: «Ακόμη και τα ποιήματα χαίρονται/ όταν ανταμώνουν οι άνθρωποι».

 

— Δημοσιεύετε στο «poein.gr» και στα «Φτερά Χήνας» όχι μόνο ελληνικά αλλά και ξενόγλωσσα ποιήματα. Έχετε κάποια εικόνα της σύγχρονης διεθνούς ποιητικής παραγωγής; Πόσο ενθαρρυντική τη βρίσκετε;

Τα σημαντικά έρχονται από τις μικρές γλώσσες που δείχνουν μεγαλύτερη αντοχή κι αντίσταση από τις μεγάλες. Δίπλα μας μόνο, στα Βαλκάνια, έχουμε τον Κοσοβάρο Φαχρεντίν Σεχού, τον Σκοπιανό Μίτκο Γκόγκοβ, τον Βούλγαρο Ιβάν Χριστόφ και την συντοπίτισσά του Αξίνια Μιχαήλοβα. Η Βαλκανική Ανθολογία Ποίησης που ανεβάζουμε στα «Φτερά Χήνας» είναι σε αυτή την κατεύθυνση κι έχει να σας προσφέρει πολλές εκπλήξεις.

 

— Από τα προσωπικά σας γραπτά ποιο εκτιμάτε περισσότερο, ποιο θεωρείτε το πλέον αντιπροσωπευτικό;

Το «Χαμένο Κορμί» (Μελάνι, 2010), προφητικό από πολλές απόψεις, και τη «Ραψάνη» (Τόποι τόπι, bibliothèque, 2014), το πιο παζολινικό μου ποίημα που γράφτηκε εν θερμώ, λίγες μόλις ώρες μετά τον θάνατό της μητέρας μου στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας.

 

— Πώς όμως συνέβη να «μπλέξετε» με την ποίηση; Από την επαγγελματική σας εμπειρία, μπορεί όντως να δράσει ψυχοθεραπευτικά;

Κοίτα, βασικά εγώ ήθελα να γίνω κιθαρίστας σε ροκ συγκρότημα. Αν ο πατέρας μου είχε πολλά λεφτά, θα έπαιρνα μια ηλεκτρική κιθάρα και θα έκανα ιδιωτικά μαθήματα. Λόγω οικονομικής στενότητας, λοιπόν, γράφτηκα σε μαθήματα κλασικής κιθάρας στο Δημοτικό Ωδείο Λάρισας το 1970 και στις απολυτήριες εξετάσεις δύο χρόνια αργότερα έπαιξα αρκετά καλά το «Σιρ λε ποντ ντ' Αβινιόν». Δύο μήνες μετά, τον Μαύρο Σεπτέμβρη του 1972 στη Βενετία, έπεσα πάνω στον Άλεν Γκίνσμπεργκ κι έκτοτε η ποίηση μού κατέστρεψε τη ζωή.

 

— Τι θα ορμηνεύατε έναν νέο ποιητή;

Κανένας νέος δεν ακούει συμβουλές, αγαπητέ. Στο «savoir-vivre για νέους λογοτέχνες» που γράφω για το frear.gr περισσότερο μιλάω από προσωπική ανάγκη για κουβέντα σε μια φανταστική ομήγυρη νέων ποιητών, παρά τους απευθύνω συμβουλές και κατευθύνσεις. Η μόνη παραίνεση είναι μία: διαβάστε, διαβάστε περισσότερο απ' ό,τι γράφετε, και σβήστε, σβήστε δύο λέξεις για καθεμία που γράφετε. Η γραφή σίγουρα είναι ψυχοθεραπευτική, όπως επίσης η κηπουρική, το ψάρεμα και το βελονάκι. Τι θα διαλέξει ως πρακτική ο καθένας είναι δική του υπόθεση. Για όσους διαλέξουν τη γραφή, ευχαρίστως να τους μάθω τα λίγα πράγματα που ξέρω για το πώς να γράφουν τουλάχιστον αξιοπρεπώς.