Υπάρχει νέα ελληνική ποίηση που να λέει κάτι;

Υπάρχει νέα ελληνική ποίηση που να λέει κάτι; Facebook Twitter
Η γραφή σίγουρα είναι ψυχοθεραπευτική, όπως επίσης η κηπουρική, το ψάρεμα και το βελονάκι. Τι θα διαλέξει ως πρακτική ο καθένας είναι δική του υπόθεση.
1

Υπάρχει, στ' αλήθεια, νέα ελληνική ποίηση που να ξεχωρίζει, να συγκινεί, να συναρπάζει; Πόσο ποιητικός λαός είμαστε, πόσο διαβάζουμε, ποιοι μας διαβάζουν; Έδωσε, άραγε, η κρίση δημιουργικά ερεθίσματα ή απλώς αυγάτισε τον «πολτό»; Πώς γράφεται ένα καλό ποίημα, από πού αντλεί έμπνευση και πώς καταξιώνεται σαν τέτοιο;

Αυτά και άλλα «αμείλικτα» ερωτήματα υπέβαλα σε έναν «ροκ» Λαρισινό που συστήνεται ως «ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, εκδότης και αγκιτάτορας» και μολονότι ψυχίατρος το επάγγελμα, έχει εντρυφήσει όσο λίγοι στο αντικείμενο – ας όψεται ο Άλεν Γκίνσμπεργκ που του κατέστρεψε, λέει, τη ζωή!

Εκτός, λοιπόν, του ότι συγγράφει και ο ίδιος ποίηση, μέρος της οποίας έχει μάλιστα μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες, έχει συνεργαστεί με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά ενώ τυγχάνει δημιουργός της γνωστής διαδικτυακής επιθεώρησης ποιητικής τέχνης poiein.gr, όπου έχει παρουσιάσει πλήθος Έλληνες και ξένους ποιητές, καθώς και του επίσης διαδικτυακού «περιοδικού φύλλου επιλεγμένης λογοτεχνίας» «Φτερά Χήνας».

Αφορμή για την αιχμηρή, διεισδυτική, πνευματώδη συζήτηση που ακολουθεί στάθηκε η «επί του πιεστηρίου» έκδοση μιας ακόμη ανθολογίας του με τίτλο «Εκλογή νέων ποιητών 1974-1994» (εκδ. bibliothèque).

Ο χειρότερος χαρακτηρισμός για έναν ποιητή είναι να τον αποκαλέσεις μέτριο. Έχουμε ήδη χαμένους, κακούς ποιητές δηλαδή, και ανάμεσα στους νέους. Είναι αυτοί που όποιο τάλαντο κι αν τους δόθηκε το χαράμισαν σε δημόσιες σχέσεις.

 

— Ισχύει ότι οι Έλληνες είμαστε πολυγραφότατοι όχι μόνο στην πεζογραφία αλλά και στην ποίηση και αν ναι, γιατί; Είναι ανάγκη, τάλαντο, ξέδωμα ή μόδα;

Το ασθενές έως ανύπαρκτο κοινωνικό μας εγώ ευθύνεται γι' αυτό το φαινόμενο, που δεν είναι μόνον ελληνικό αλλά παγκόσμιο. Το ασθενές προσωπικό εγώ μάς κάνει να ονειρευόμαστε, φευ, πως αυτή την αβάσταχτη μοναξιά, στην οποία μας έχει καταδικάσει ο καπιταλισμός, θα τη νικήσουμε βάζοντας το ονοματάκι μας σε ένα λογοτέχνημα κι έτσι θα δικαιώσουμε τη μίζερη προσωπική ζωή μας εις τους αιώνες των αιώνων, αμήν! Βαθύτατη ανάγκη, λοιπόν, ως υποστήριξη της μοναχικής κι ασήμαντης ζωής μας η γραφή. Ας την πάρουμε γι' αυτό που είναι κι ας μην τη συγχέουμε αδίκως με τη λογοτεχνία.

— Είμαστε, άραγε, «λαός ποιητικός» ή κατά βάση εκδηλωτικός, φλύαρος και φαντασμένος; Αν όντως «οι Έλληνες δεν διαβάζουν», πού βρίσκεται κοινό ικανό να «συντηρήσει» τόσους επίδοξους δημιουργούς;

Ποιητικός σίγουρα, στις κορυφώσεις και τα υψηλά επιτεύγματα, αν και τελευταίως φαίνεται να γινόμαστε και λαός παραμυθάδων (πεζογράφων). Πού αλλού θα κατέληγε, νομοτελειακά εννοώ, όλη αυτή η επίπλαστη κοινωνική πραγματικότητα των τελευταίων 40 χρόνων; Σε υψηλή μυθοπλασία! Οι Έλληνες διαβάζουμε ή, μάλλον, ένα 10% των Ελλήνων διαβάζουμε τα πάντα, σε βαθμό να καλύπτουμε και το ποσοστό αυτών που θα πάνε αδιάβαστοι!

Φυσικά και υπάρχει κοινό: πρώην φίλες κι ερωμένες, ανέραστες θείες, ξαδέλφια, ανίψια και παππούδες. Η ελληνική οικονομία βασίζεται στη σύνταξη των συγγενών και στα οικογενειακά επιδόματα και είναι η οικογένεια (απλή, διευρυμένη, μεικτή ή όπως τη θέλετε) που αναλαμβάνει το κόστος της έκδοσης και στηρίζει τις πάμπολλες εκδοτικές (sic!) πρωτοβουλίες που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια σε κάθε πόλη και χωρίον της επικράτειας!

— Με αφορμή την «Εκλογή» που ετοιμάζετε, έχετε εντοπίσει νέους ποιητές πράγματι αξιόλογους; Από πού κυρίως αντλούν τις αφορμές τους; Κάποια ονόματα-παραδείγματα;

Ο πραγματικός ποιητής αντλεί από τη γλώσσα του. Δεν έχει ανάγκη ούτε από αφορμές, ούτε από θεματολογία, ούτε, πολύ περισσότερο, από τάσεις, ρεύματα και εντολές άνωθεν, είτε αυτές προέρχονται απ' το σινάφι είτε από τους θεσμικούς που επιβάλλουν τον τρόπο να γράφει κάποιος ώστε να γίνει αποδεκτός στον κύκλο των βραβευμένων ποιητών που θα καρναβαλιστούν σε μέγαρα και θα υποβάλουν τα σέβη τους στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ευτυχώς, υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα οι ανεξάρτητες και μοναχικές φωνές που υπηρετούν την τέχνη της ποιήσεως με αφοσίωση αγίου.

Ως παράδειγμα θα αναφέρω τον Παναγιώτη Χαχή («Χείλη ραμμένα/ στο ρήμα») για τα α-ρηματικά του ποιήματα (το ρήμα δηλώνει δράση ακόμη και αν την υφίστασαι στην παθητική του μορφή), εκπρόσωπο μιας γενιάς που δεν πράττει αλλά και δεν σκύβει το κεφάλι στον Αγά.

Τον Γιώργο Πρεβεδουράκη («ετούτη η σελίδα ας μείνει λευκή/ δεν αρκούν οι σκοτούρες μας/ πρέπει σώνει και καλά/ να κάνουμε λογοτεχνία;) με τις πυθικές του ρήσεις, που αν και ενδύονται τον μανδύα της μαντινάδας, ξεπερνούν τα όρια της απλής συνεννόησης και κάνουν ντρίπλες στην καθημερινή χρήση της γλώσσας.

Τον Δημήτριο ΜουζάκηΚαι αυτομάτων λέξεις/Ρημάτων ριπές») με τα καλύτερα ελληνικά από την εποχή του Βαρβέρη, που σκάβει επιστημονικά το «εγώ» με ενόραση λακανιστή και τεκμηρίωση βιολόγου.

Τον Πέτρο Γκολίτση («–είναι όλα λάθος–/στόματα χάσκουν στο κενό») που απέδειξε και ως κριτικός τα διαβάσματά του και είναι πλέον έτοιμος να κρύψει τις πηγές του μετατρέποντάς τες σε εξπρεσιονιστικούς πίνακες.

Τον Γιάννη Στίγκα («Είμαι τόσο πρόθυμος για συντέλεια/ ώσπου να γράψω «λουλούδι»/ έχω χάσει δυο πέταλα»), ο απρόβλεπτος βηματισμός του οποίου μας ξάφνιασε όλους στην αρχή, για να καταντήσει ένα ταγκό με την εξουσία. Ας ελπίσουμε πως θα εγκαταλείψει σύντομα τον φρικτό τούτο εναγκαλισμό και θα περπατήσει και πάλι ατίθασα.

Τα καλά ποιήματα γράφονται πάντα όχι με το χέρι στην καρδιά αλλά λίγο πιο χαμηλά, στην κοιλιακή χώρα κι ακόμη πιο κάτω...

— Θα μπορούσατε να παραθέσετε αντίστοιχα παραδείγματα κακής έως απαράδεκτης ποίησης; Μπορεί, επιπλέον, ένα νέο ταλέντο να καταλήξει μετριότητα και αντιστρόφως;

Το ταλέντο επιδέχεται πάντα βελτίωσης, όπως έλεγε και ο Όσκαρ Ουάιλντ, η ιδιοφυΐα όχι. Αντιστρόφως, οι «δραστήριοι μέτριοι», με το γράψε-γράψε, ως και Κρατικά Βραβεία έχουν πάρει και θα πάρουν και στο μέλλον (λες και τα Κρατικά Βραβεία έγιναν αποκλειστικά γι' αυτούς!).

Μέτρια ποίηση, λοιπόν, είναι φυσικό να παράγουν και οι νέοι ποιητές. Από τους εκατό και πλέον που παρακολουθούμε, το ότι καταφέραμε να σώσουμε τους 20-25 σημαίνει πως έχουμε υψηλή σε ποιότητα παραγωγή. Το «κακή» ως επίθετο έχει, ξέρετε, θετικό πρόσημο στην ποίηση: σημαίνει πως κάποιος στοιχημάτισε κι έχασε. Το «απαράδεκτος», πάλι, ενέχει την προσωπική μου εκτίμηση, δεν έχει επιστημονικό αντίκρισμα.

Ο χειρότερος χαρακτηρισμός για έναν ποιητή είναι να τον αποκαλέσεις μέτριο. Έχουμε ήδη χαμένους, κακούς ποιητές δηλαδή, και ανάμεσα στους νέους. Είναι αυτοί που όποιο τάλαντο κι αν τους δόθηκε το χαράμισαν σε δημόσιες σχέσεις. Μέτριοι ποιητές οι φετιχιστές του πολυτονικού, οι καθηλωμένοι στο πρωκτικό στάδιο της υπογεγραμμένης. Μέτριοι όλοι αυτοί που κατάργησαν ένα σωρό ευγενή επαγγέλματα (του ανθρακωρύχου, του πυροτεχνουργού, του βαρκάρη και του εστιάτορα π.χ.) και γράφουν μόνο για τον ποιητή (να ξυρίσω τις τρίχες μου και να βγω γουλί!) και την επίπλαστη μοναξιά του! Μέτριοι όλοι οι νέοι ποιητές που γράφουν για παραβολές κι αλληγορίες. Μέτριοι οι δυσκοίλιοι που καταπονούν τα έντερά τους με μακρόπνοα «πρότζεκτ» και παρόμοια βαρύπεπτα καρυκεύματα του συρμού. Όσοι δεν έχουν την αίσθηση της γλώσσας και παραθέτουν τρία «ου» στη σειρά: «Είμαι ο αετός, το πνεύμα του Ουρανού».

— Ποιο είναι πιστεύετε το κριτήριο που ξεχωρίζει ένα καλό ποίημα, το πόσο σου «μιλάει» στο μυαλό, στην καρδιά ή κάτι άλλο;

Το καλό ποίημα είναι αυτό που δεν μπορείς να του αφαιρέσεις ούτε ένα «και». Αυτό που δημιουργεί μεταφορές, γιατί ποίημα δίχως να παράγει μια υποψία έστω μεταφοράς δεν υπάρχει. Ας μην ξεχνάμε πως το ποίημα δεν είναι έκθεση ιδεών, δεν είναι έκφραση καλών συναισθημάτων. Τα καλά ποιήματα γράφονται πάντα όχι με το χέρι στην καρδιά αλλά λίγο πιο χαμηλά, στην κοιλιακή χώρα κι ακόμη πιο κάτω... Αυτό που σου μιλάει στην καρδιά, στο μυαλό, σε κάνει να αποκτάς αυτομάτως χήνειο δέρμα, σε τσουρουφλίζει και σε διαπερνά σαν ηλεκτρική εκκένωση.

Υπάρχει νέα ελληνική ποίηση που να λέει κάτι; Facebook Twitter
Ο Σωτήρης Παστάκας στο σπίτι του Γ. Χρυσούλη το 1999.

— Έκτακτη απάντηση! Πόσο όμως επηρέασε η κρίση την εγχώρια ποιητική παραγωγή; Αναδύθηκε, λέτε, κάποια σοβαρή «ποίηση της κρίσης»;

Σίγουρα, και οι πέντε που ανέφερα παραπάνω ονομαστικώς είναι φωτεινά παραδείγματα και οι άλλοι 15-20 που θα συμπεριλάβω στην Ανθολογία. Αν εννοείτε εκείνους που γράφουν μανιφέστα, καταγγελίες και μπροσούρες, θα σας πω πως είναι πάμπολλοι, εκατοντάδες θα έλεγα, αλλά δεν είναι ποιητές.

Προκαλούν μόνο θυμηδία οι στυμμένες (χάριν ευγενείας να μην τις ονομάσουμε στημένες) ανθολογίες σώνει-και-καλά που κυκλοφόρησαν στην Εσπερία με κατάλογο ονομάτων ποιητών που δεν έχουν γνωρίσει κρίση στην προσωπική τους ζωή και είναι τα χαϊδεμένα παιδιά των αφεντικών. Αν είναι δυνατόν να μιλήσουν αυτά τα μοσχαρόπουλα (για να θυμηθούμε τον Φελίνι) για κρίση! Διαβάζω (γιατί τους διαβάζω όλους, ανεξαρτήτως συμπαθειών ή προσωπικών διαφορών, προσπαθώντας να ακολουθώ το παράδειγμα του Ρένου) και μου 'ρχεται να τραβήξω τα βυζιά μου.

Όσο για τους επαγγελματίες της «εξέγερσης», έχω σταματήσει πλέον να γελάω με τα καμώματά τους. Σε επαναστατικές φιέστες με πανό και με ντουντούκες με κάλεσαν και δεν πήγα. Ούτε καν αμφισβήτηση δεν διακρίνω, πώς να πω πως υπηρετούν την «εξέγερση» οι μπαχαλάκηδες; Μέτριοι ποιητές, λοιπόν, κι αυτοί που δεν διαβάζουν Νανά Ησαΐα, Ανέστη Ευαγγέλου, Σταύρο Βαβούρη, Ανδρέα Αγγελάκη και Αγγελική Ελευθερίου. Που δεν διαβάζουν, όπως έλεγε πρόσφατα κι ένας φίλος, ο Βαγγέλης Ψαραδάκης, ούτε έναν από τους παλιότερους ποιητές και αλληλολιβανίζονται σε παρουσιάσεις μεταξύ των.

— Απ' όσους στίχους/ποιήματα διαβάσατε τον τελευταίο χρόνο, ποιοι/ο σας αποτυπώθηκε περισσότερο; Κάποιος ποιητής που θεωρείτε ανυπέρβλητο;

«Δεν έχω άλλο στήθος» του Νίκου Καρούζου. Ανυπέρβλητος ποιητής στην εκλογή των ποιημάτων του από τον Γιάννη Πατίλη που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Γαβριηλίδη, προσέξτε, όχι στα άπαντά του. Εκτός του Καβάφη, βλέπετε, κανείς άλλος Έλληνας ποιητής, ούτε καν ο Καρούζος, δεν μπορεί να υποστηρίξει τα «άπαντά» του, επειδή όλοι τους έχουν δημοσιεύσει πολλά ποιήματα αδύναμης εμπνεύσεως και ατελούς σκοπεύσεως. Από τους ξένους, ανυπέρβλητος ο Ιζέτ Σαράιλιτς, Βόσνιος απ' το Σαράγεβο: «Ακόμη και τα ποιήματα χαίρονται/ όταν ανταμώνουν οι άνθρωποι».

— Δημοσιεύετε στο «poein.gr» και στα «Φτερά Χήνας» όχι μόνο ελληνικά αλλά και ξενόγλωσσα ποιήματα. Έχετε κάποια εικόνα της σύγχρονης διεθνούς ποιητικής παραγωγής; Πόσο ενθαρρυντική τη βρίσκετε;

Τα σημαντικά έρχονται από τις μικρές γλώσσες που δείχνουν μεγαλύτερη αντοχή κι αντίσταση από τις μεγάλες. Δίπλα μας μόνο, στα Βαλκάνια, έχουμε τον Κοσοβάρο Φαχρεντίν Σεχού, τον Σκοπιανό Μίτκο Γκόγκοβ, τον Βούλγαρο Ιβάν Χριστόφ και την συντοπίτισσά του Αξίνια Μιχαήλοβα. Η Βαλκανική Ανθολογία Ποίησης που ανεβάζουμε στα «Φτερά Χήνας» είναι σε αυτή την κατεύθυνση κι έχει να σας προσφέρει πολλές εκπλήξεις.

— Από τα προσωπικά σας γραπτά ποιο εκτιμάτε περισσότερο, ποιο θεωρείτε το πλέον αντιπροσωπευτικό;

Το «Χαμένο Κορμί» (Μελάνι, 2010), προφητικό από πολλές απόψεις, και τη «Ραψάνη» (Τόποι τόπι, bibliothèque, 2014), το πιο παζολινικό μου ποίημα που γράφτηκε εν θερμώ, λίγες μόλις ώρες μετά τον θάνατό της μητέρας μου στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας.

— Πώς όμως συνέβη να «μπλέξετε» με την ποίηση; Από την επαγγελματική σας εμπειρία, μπορεί όντως να δράσει ψυχοθεραπευτικά;

Κοίτα, βασικά εγώ ήθελα να γίνω κιθαρίστας σε ροκ συγκρότημα. Αν ο πατέρας μου είχε πολλά λεφτά, θα έπαιρνα μια ηλεκτρική κιθάρα και θα έκανα ιδιωτικά μαθήματα. Λόγω οικονομικής στενότητας, λοιπόν, γράφτηκα σε μαθήματα κλασικής κιθάρας στο Δημοτικό Ωδείο Λάρισας το 1970 και στις απολυτήριες εξετάσεις δύο χρόνια αργότερα έπαιξα αρκετά καλά το «Σιρ λε ποντ ντ' Αβινιόν». Δύο μήνες μετά, τον Μαύρο Σεπτέμβρη του 1972 στη Βενετία, έπεσα πάνω στον Άλεν Γκίνσμπεργκ κι έκτοτε η ποίηση μού κατέστρεψε τη ζωή.

— Τι θα ορμηνεύατε έναν νέο ποιητή;

Κανένας νέος δεν ακούει συμβουλές, αγαπητέ. Στο «savoir-vivre για νέους λογοτέχνες» που γράφω για το frear.gr περισσότερο μιλάω από προσωπική ανάγκη για κουβέντα σε μια φανταστική ομήγυρη νέων ποιητών, παρά τους απευθύνω συμβουλές και κατευθύνσεις. Η μόνη παραίνεση είναι μία: διαβάστε, διαβάστε περισσότερο απ' ό,τι γράφετε, και σβήστε, σβήστε δύο λέξεις για καθεμία που γράφετε. Η γραφή σίγουρα είναι ψυχοθεραπευτική, όπως επίσης η κηπουρική, το ψάρεμα και το βελονάκι. Τι θα διαλέξει ως πρακτική ο καθένας είναι δική του υπόθεση. Για όσους διαλέξουν τη γραφή, ευχαρίστως να τους μάθω τα λίγα πράγματα που ξέρω για το πώς να γράφουν τουλάχιστον αξιοπρεπώς.

 

Βιβλίο
1

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Τα άγνωστα χειρόγραφα από το αρχείο του ποιητή Νίκου Καρούζου

Βιβλίο / Τα άγνωστα χειρόγραφα από το αρχείο του ποιητή Νίκου Καρούζου

Είναι από τους σπουδαιότερους σύγχρονους ποιητές μας κι ας μην προβάλλεται από την επίσημη Πολιτεία και τη διανόηση όσο άλλοι μεγάλοι ομότεχνοί του. Ίσως επειδή κατά βάθος αυτό ήθελε. Πρόσφατα, το αρχείο του δωρήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη, κατόπιν δικής του επιθυμίας. Ιδού μερικά πολύτιμα χειρόγραφα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Βιβλίο / Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Η πρόσφατη έκδοση του «Πιο πέρα από τη θάλασσα» στα ελληνικά αποδεικνύει με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν είναι μόνο ο πιο ουσιαστικός αναθεωρητής του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, αλλά ίσως και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνίας της χώρας του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

Πολυμεταφρασμένη και πολυβραβευμένη, με παρουσία σχεδόν πέντε δεκαετιών στο λογοτεχνικό προσκήνιο, η γνωστή συγγραφέας ανατρέχει στα νεανικά της χρόνια, μιλά για την έλξη που της ασκούσε ανέκαθεν το διαφορετικό και σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Βιβλίο / «Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Στο βιβλίο του «Καλλιστεία» ο Μανώλης Μελισσάρης περιγράφει πώς μια παρέα queer ανδρών έκανε στη συμπρωτεύουσα το 1929 τον δικό της διαγωνισμό ομορφιάς, παράλληλα με τον πρώτο «επίσημο», αναβιώνοντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη εποχή.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απώλειας»

Βιβλίο / Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας τολμηρό προσωπικό αντίο

Το πίσω ράφι / Ένα τολμηρό προσωπικό αντίο

Ο Ντέιβιντ Πλαντ γράφει τον «Αγνό εραστή» για να αποχαιρετήσει τον επί τέσσερις δεκαετίες σύντροφό του Νίκο Στάγκο, συστήνοντάς μας ταυτόχρονα με έναν συγκινητικό και αποκαλυπτικό τρόπο αυτόν τον διακεκριμένο ποιητή και επιμελητή εκδόσεων.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Βιβλίο / «Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Η κορυφαία συγγραφέας της Αργεντινής, Σέλβα Αλμάδα, μιλάει στη LiFO λίγο πριν από την άφιξή της στη χώρα μας με αφορμή το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας για τα πολυβραβευμένα βιβλία της, την έμφυλη βία και τη γυναικεία ταυτότητα.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Βιβλίο / Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Γαλανόσκυλος», ο καταξιωμένος συγγραφέας μιλά για όλα: τους πολιτικούς «που είναι ανίκανοι αλλά ξέρουν να μαζεύουν ψήφους», τον πολιτισμό που έχει μετατραπεί σε «σοβαροφανή παρωδία» και μια Ελλάδα που «δεν έχει ξεφύγει ποτέ από τον ναρκισσισμό της».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Βιβλίο / Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Στο μυθιστόρημά του «Αθέατος βίος», ο Νικολό Αμανίτι ερευνά την ιδιωτική ζωή της συζύγου ενός πρωθυπουργού, υπενθυμίζοντας ότι σήμερα οι social media managers κινούν τα νήματα και η θεωρία του χάους είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ