Ένας αστυνόμος συγγραφέας αστυνομικών

Το πραγματικά εντυπωσιακό με τα σκανδιναβικά αστυνομικά μυθιστορήματα είναι πως, στις περισσότερες και πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, εκκινούν μεν από ένα μεμονωμένο και τοπικά περιορισμένο χαρακτηριστικό, αλλά καταφέρνουν —χωρίς σχεδόν να το καταλάβεις— να ξεφύγουν από αυτό και να απλωθούν σιγά-σιγά σε ένα πολύ πιο ευρύ πεδίο: τα πάντα μοιάζουν να ενώνονται κάτω από τον παγωμένο και αδιάφορο βόρειο ουρανό. Ένα έγκλημα τιμής σε κάποιο απόμακρο χωριό μπορεί να γίνει αιτία για να ξετυλιχτεί ένα μεγάλο, μπερδεμένο και βρόμικο κουβάρι που θα αποκαλύψει ένα πολυπλόκαμο έγκλημα. Μία ληστεία που κατέληξε σε αιματοχυσία ίσως αναγκάσει τους ντετέκτιβ που θα την ερευνήσουν να αναμετρηθούν με τους προσωπικούς τους δαίμονες ή και να ταξιδέψουν σε γειτονικές ή μακρινές χώρες, όπου θα βρεθούν αντιμέτωποι με κάτι πολύ πιο σύνθετο, κάτι «παγκοσμιοποιημένο», όπως ακριβώς συμβαίνει στο «Έγκλημα στα φιόρδ». Χωρίς να μένουν στο who dunnit, πολλοί Σκανδιναβοί συγγραφείς ενδιαφέρονται να καλύψουν μέσω των ιστοριών που αφηγούνται μεγάλες εκτάσεις του επιστητού, πράγμα που ενδεχομένως συνιστά και έναν από τους λόγους που τα μυθιστορήματά τους είναι τόσο δημοφιλή: αν μας επιτρέπεται η παρατήρηση, δεν πολλαπλασιάστηκαν από τη μια μέρα στην άλλη οι αναγνώστες των αστυνομικών βιβλίων, αλλά οι αναγνώστες των κοινωνικών μυθιστορημάτων βρέθηκαν ξαφνικά να διαβάζουν αστυνομικά χωρίς να ήταν αυτή η αρχική πρόθεσή τους. Και πολύ καλά έκαναν, ορισμένως.

 

Ο Horst γράφει ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα, και το «Έγκλημα στα φιόρδ» είναι απολαυστικό ακριβώς γιατί επενδύει στην πραγματικότητα, πατά γερά στα πόδια του και δίνει στα πράγματα την ορθή τους διάσταση.

 

O Horst, πάλι, είναι μία ειδική κατηγορία σχεδόν από μόνος του, και αυτό για έναν προφανή λόγο: υπήρξε υψηλόβαθμος Νορβηγός αστυνομικός, ξέρει τη δουλειά καλά και από πρώτο χέρι, από μέσα, έχει πάρει ενεργό μέρος στη διαλεύκανση πολλών υποθέσεων, και ξεκινά, έτσι, με μεγάλο αβαντάζ απέναντι στους περισσότερους συναδέλφους του. Γράφαμε, στο σημείωμα για τη «Φάρμα» του Τομ Ρομπ Σμιθ: «Τα περισσότερα [σκανδιναβικά αστυνομικά] είναι καθαρά police procedural, καθώς οι πρωταγωνιστές τους είναι αστυνομικοί ντετέκτιβ, ή ομάδες αστυνομικών, επιθεωρητές και οι υφιστάμενοί τους, που αναλαμβάνουν τη μεθοδική διαλεύκανση σκοτεινών υποθέσεων δολοφονιών, κακοποίησης, διαφθοράς, εμπορίας ναρκωτικών ή λευκής σαρκός». Ακριβώς το στοιχείο του Horst. Ο οποίος μάλιστα, ως γνώστης του αντικειμένου, δεν παίρνει καμία πρωτοβουλία με σκοπό να μας ξαφνιάσει ή να μας εντυπωσιάσει. Αντιθέτως, παρουσιάζει την αστυνομική έρευνα όπως είναι: κάτι μεθοδικό αλλά αργό, χωρίς πολλές εξάρσεις —παρά μόνο τις απαραίτητες—, βασισμένο στην ενδελεχή εξέταση των στοιχείων και βέβαια στις πληροφορίες, ή και σε πολύ μικρά κομματάκια πληροφοριών, και μάλιστα αντλημένων από τα πιο απίθανα μέρη —όταν δεν έρχονται από πληροφοριοδότες, από «καρφιά»—, και όχι στα άσκοπα τρεχαλητά, στους άνευ λόγου πυροβολισμούς ή στον υποτιθέμενο ηρωισμό κάποιων πολύ όμορφων και αδικαιολόγητα δυναμικών υπηρετών του νόμου. Ο αστυνομικός ερευνητής Βίλιαμ Βίστιν είναι ένας κουρασμένος επαγγελματίας, φορτωμένος έγνοιες, με το μισό μυαλό του στη δημοσιογράφο και επίδοξη συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων κόρη του και στα δικά της προσωπικά προβλήματα, καλός στη δουλειά του, φιλότιμος, έξυπνος, πολύπειρος, αλλά με κανέναν τρόπο υπερήρωας. Είναι απολύτως ανθρώπινος. Και γι' αυτό γοητευτικός. 

 

Ο Horst γράφει ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα, και το «Έγκλημα στα φιόρδ» (η έβδομη περιπέτεια του Βίλιαμ Βίστιν: θα διαβάζαμε ευχαρίστως και τις προηγούμενες) είναι απολαυστικό ακριβώς γιατί επενδύει στην πραγματικότητα, πατά γερά στα πόδια του και δίνει στα πράγματα την ορθή τους διάσταση. Όλα αυτά δεν σημαίνουν πως από το βιβλίο λείπει η δράση και η καθαρόαιμη περιπέτεια. Κάθε άλλο. Αλλά μπαίνουν πάντα σε δεύτερη μοίρα, καθώς εδώ παίρνει το πάνω χέρι η πραγματική ζωή — τα πράγματα ως έχουν: η φτώχεια, η βία της καθημερινότητας, το διεθνές έγκλημα, η κοινωνική και οικονομική ανισότητα, η βουλιμία και η φιλαργυρία. Και το άγριο, όμορφο τοπίο της νορβηγικής υπαίθρου.

 

Η πόλη με τα δύο πρόσωπα

Ο Βίλιαμ Βίστιν —μέσω ενός παζλ στο οποίο θα μπερδευτούν έμποροι ναρκωτικών, μυστικοί πράκτορες της αστυνομίας, κλέφτες εξοχικών, μία σειρά από πτώματα και πολλά νεκρά θαλασσοπούλια— θα αναγκαστεί να ταξιδέψει στη Λιθουανία, στο Βίλνιους (ο Horst έκανε πράγματι αυτό το ταξίδι, καθώς και όλη την έρευνα που απαιτήθηκε), όπου θα πέσει επάνω στα δύο πρόσωπα της πόλης:

Από το πίσω κάθισμα του αστυνομικού αυτοκινήτου έβλεπαν τους δρόμους γεμάτους από τη νέα γενιά που είχε μετασχηματίσει τη Λιθουανία από μία πρώην Σοβιετική Δημοκρατία σε μία σύγχρονη κοινωνία. Το Βίλνιους ήταν μία κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα που θύμιζε κατά πολλούς τρόπους την Κοπεγχάγη ή το Παρίσι, με ένα συνδυασμό από πολυσύχναστους εμπορικούς δρόμους, γραφικές πλατείες και δρομάκια. Μοντέρνα εμπορικά κέντρα, αλυσίδες καταστημάτων, υπαίθρια καφέ και μπουτίκ με ακριβά ρούχα σχεδιαστών — κατά κανέναν τρόπο αυτό που περίμενε ο Βίστιν.

 

Αργότερα όμως, τη νύχτα, η εικόνα θα αλλάξει εντελώς:

Η εικόνα ήταν όλο αντιθέσεις: καλοντυμένοι άντρες και στολισμένες γυναίκες με ελαφριά ρούχα περνούσαν βιαστικοί πλάι του, ενώ στα πεζοδρόμια ζητιάνοι ικέτευαν για μία βοήθεια από τις ευγενικές ψυχές. Ένας άντρας χωρίς χέρια και πόδια ήταν δεμένος σε κάτι που έμοιαζε με πατίνι και προχωρούσε με τη βοήθεια δύο μπαστουνιών. «Βοηθήστε με, σερ», έλεγε. «Βοήθεια! Όχι φαΐ! Όχι σπίτι!» [...] Μετά από δέκα λεπτά δρόμο με το αυτοκίνητο, άρχισαν και τα κτίρια να αραιώνουν αισθητά. Πέρασαν από παλιά ξύλινα σπίτια με φανερή τη φθορά του χρόνου και φάρμες-νεκροταφεία κατεστραμμένων αυτοκινήτων, αυτοσχέδιες καλύβες, διαβρωμένους σηπτικούς βόθρους με κότες να τσιμπολογούν γύρω-γύρω. Σε κάποιο σημείο ένα γουρούνι έσκαβε με το ρύγχος του ένα σωρό κοπριάς. Εδώ και εκεί υπήρχαν ταμπέλες γραμμένες με το χέρι για διάφορα λαχανικά που πωλούνταν.

 

Αλλά εκεί όπου ο Horst δίνει τον καλύτερό του εαυτό στις εκτός Νορβηγίας περιπλανήσεις του ήρωά του είναι στην περιγραφή του μεγαλύτερου υπαίθριου παζαριού κλεμμένων αντικειμένων στον κόσμο, το Γκαριουνάι έξω από το Βίλνιους, που εκτείνεται σε μήκος πολλών εκατοντάδων μέτρων και ζει περί τους 70.000 ανθρώπους: μία παραγκούπολη, ένα αυτοσχέδιο εμπορικό κέντρο, όπου μπορείς να βρεις τα πάντα σε εξωφρενικά χαμηλές τιμές — με τη μόνη διαφορά πως το καθετί εκεί πέρα είναι κλεμμένο από διάφορες δυτικές χώρες, και ιδίως φυσικά τις γειτονικές με τη Λιθουανία. Η σύνδεση ανάμεσα στο Γκαριουνάι και τα μαγευτικά φιόρδ είναι περισσότερο σκληρή παρά αναπάντεχη, και ο Horst βρίσκει ευκαιρία εδώ να αναπτύξει και μία μικρή πολιτικοοικονομική πραγματεία, που βρήκαμε πολύ ενδιαφέρουσα και με την οποία συμφωνούμε απολύτως. Ο αναγνώστης θα καταλάβει και θα κρίνει.

 

Ο Jørn Lier Horst και ο Βίλιαμ Βίστιν μάς θύμισαν πολύ τον Κουρτ Βαλάντερ του Henning Mankell, που παραμένει ένα αρχετυπικό μέγεθος της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας. Χωρίς τον απόλυτο πεσιμισμό του Σουηδού συναδέλφου του, αλλά πατώντας και αυτός γερά στη γη, ρεαλιστής, πραγματιστής, μεθοδικός και πεισματάρης, ο Βίλιαμ Βίστιν είναι το νορβηγικό ανάλογό του.