Ο βασιλιάς βυθίστηκε στο πένθος

Είτε εκτυλίσσονται σε μεγάλες και πλούσιες πόλεις του Βορρά, είτε σε μικρά χωριά ή και σε απομονωμένα νησάκια, παγωμένα και κυκλωμένα από χιόνι και ομίχλες, τα σκανδιναβικά αστυνομικά μυθιστορήματα, ρεαλιστικά και «σκληρά» στη βάση τους, πεσιμιστικά ως επί το πλείστον και σκοτεινά, με την πολύωρη νύχτα να παίζει τον δικό της ρόλο σ' αυτά, διαμορφώνοντας την ψυχοσύνθεση των βαρύθυμων ηρώων τους, είναι εδώ και πάνω από μία εικοσαετία στην κορυφή της προτίμησης του κοινού, και ασφαλώς μοιράζονται πάνω από ένα κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους — για την ακρίβεια, πολλά περισσότερα. Ασκώντας έντονη και πολύπλευρη κοινωνική κριτική, είναι τα πιο «πολιτικά» αστυνομικά: δεν διστάζουν να σκαλίζουν ένοχες στιγμές από το παρελθόν των χωρών όπου εκτυλίσσονται (ιδίως σε σχέση με τους ναζί, κατά τη διάρκεια αλλά και πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), μιλούν ανοιχτά για τον κεκαλυμμένο, λανθάνοντα, υποβόσκοντα ή ολοφάνερο και αιματηρό ρατσισμό απλών, καθημερινών ανθρώπων, ή και των Αρχών, ενώ τα θέματα φύλου, ποικίλων έξεων και ενδοοικογενειακής βίας βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Τα περισσότερα —αλλά ασφαλώς όχι όλα— είναι καθαρά police procedural, καθώς οι πρωταγωνιστές τους είναι αστυνομικοί ντετέκτιβ, ή ομάδες αστυνομικών, επιθεωρητές και οι υφιστάμενοί τους, που αναλαμβάνουν τη μεθοδική διαλεύκανση σκοτεινών υποθέσεων δολοφονιών, κακοποίησης, διαφθοράς, εμπορίας ναρκωτικών ή λευκής σαρκός κ.ο.κ., σε ένα μελαγχολικό κόντεξτ που συνήθως αμφισβητεί την επιτυχία του σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου διακυβέρνησης.

 

Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Λονδίνο, όπου και ζει, ο Τομ Ρομπ Σμιθ είναι παρά ταύτα κατά το ήμισυ Σουηδός, από τη μεριά της μητέρας του. Οπότε, θα έλεγε κανείς πως δικαιωματικά γράφει ένα υβριδικό σκανδιναβικό, που κατά το μεγαλύτερο μέρος του διαδραματίζεται στην επαρχιακή Σουηδία, σε έναν μικρό τόπο, γεμάτο δάση, ποτάμια και, βέβαια, φάρμες, σε μια αγροτική περιοχή όπου οι κάτοικοι γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους, κρύβουν καλά τα βαριά, καλοθαμμένα μυστικά τους χωρίς να τα σκαλίσουν ποτέ, και χορεύουν αγκαλιασμένοι και γελώντας ψεύτικα, κατά τις δύο παραδοσιακές γιορτές του ηλιοστασίου, κάτω από το πελώριο γαϊτανάκι της πλατείας. Το μικρότερο μέρος του βιβλίου εκτυλίσσεται μεν στο Λονδίνο, αλλά —αντιστικτικά— μέσα σε κλειστούς ως επί το πλείστον χώρους: σε ένα σπίτι, σε ένα ξενοδοχείο και σε ένα ψυχιατρείο. Και είναι εκεί, στην Αγγλία, όπου η μητέρα του πρωταγωνιστή θα αφηγηθεί στον γιο της με πάσα λεπτομέρεια όλα τα στοιχεία που άντλησε από την έρευνά της, στοιχεία που ενοχοποιούν τον πατέρα του —με τον οποίο είχαν ζήσει μία πολύχρονη ευτυχισμένη ζωή— αλλά πρωτίστως τα περισσότερα από τα ευυπόληπτα μέλη της τοπικής σουηδικής κοινωνίας.

 

Ερχόμενος με φόρα από την τρομερή επιτυχία με το μυθιστόρημα «Παιδί 44» —που έγινε επίσης επιτυχημένη κινηματογραφική ταινία—, ο Σμιθ κάνει ένα μεγάλο άλμα με τη «Φάρμα», βάζοντας και ένα δύσκολο στοίχημα — και το κερδίζει.

 

Είδε την κόρη του να παίζει στον κήπο

Οι γονείς του ήρωα, χτυπημένοι από την οικονομική κρίση και αναλαμβάνοντας τα επενδυτικά λάθη τους, θα πουλήσουν ό,τι τούς απέμεινε και θα αφήσουν το Λονδίνο για να ζήσουν στη λιγότερο ακριβή Σουηδία —ο Σμιθ δίνει στην ηρωίδα του πολλά χαρακτηριστικά της πραγματικής του μητέρας—, αγοράζοντας εκεί και σκοπεύοντας εν συνεχεία να διευθύνουν μία φάρμα, προσελκύοντας τουρίστες και πουλώντας τοπικά αγροτικά προϊόντα. Μετά όμως από μερικούς μήνες, ο πατέρας θα τηλεφωνήσει έντρομος στον γιο του για να του πει ότι η μητέρα του «τρελάθηκε» — και ότι είναι επικίνδυνη, για τον εαυτό της και για άλλους. Την ίδια κιόλας ημέρα, η μητέρα του θα φτάσει στο Λονδίνο, κυνηγημένη και τρομοκρατημένη, απαιτώντας από τον γιο της να ακούσει τη δική της εκδοχή της ιστορίας, και κομίζοντας μέσα σε μία τσάντα, που κρατά σαν φυλαχτό στο στήθος, ένα πλήθος από ενοχοποιητικά στοιχεία σχετικά με ένα έγκλημα που διαπράχθηκε στη φαινομενικά φιλήσυχη και ειρηνική παλιά της πατρίδα: ένα έγκλημα, ή μία σειρά από εγκλήματα, στα οποία εμπλέκεται μία μακρά σειρά αντρών.

Ο γιος, και πρώτος αφηγητής, που κρύβει επίσης ένα μυστικό από τους γονείς του —σχετικά με τη σεξουαλική του ταυτότητα—, θα βρεθεί σε τρομερά δυσάρεστη θέση, καθώς θα βλέπει τη μητέρα του να απογυμνώνεται ψυχικά και διανοητικά μπροστά του, και σχεδόν να καταρρέει, να φυλλορροεί. Από την άλλη, όλα τα στοιχεία που του παρουσιάζει υπομονετικά εκείνη, ορθολογικά βαλμένα το ένα δίπλα στο άλλο, φαίνονται αδιάσειστα και ενδεχομένως να φανερώνουν ακριβώς αυτά που υπονοεί. Κυριολεκτικά, βρίσκεται δέσμιος της αφήγησής της: όπως ακριβώς και εμείς, οι αναγνώστες. Ο Σμιθ παίζει ένα πανέξυπνο παιχνίδι εδώ, που δεν αντλεί στοιχεία μόνο από τον πυρήνα και την ατμόσφαιρα του σκανδιναβικού αστυνομικού μυθιστορήματος, αλλά πηγαίνει πολύ πιο πίσω — ας πούμε, στην Άγκαθα Κρίστι των πολλών ενόχων, των παράλληλων και αντικρουόμενων «ομολογιών» και των στοιχείων που ανατρέπουν διαρκώς τα εκάστοτε δεδομένα. Κυρίως όμως παίζει ένα παιχνίδι λογοτεχνικό, και εξ αυτού τρομερά γοητευτικό: παίρνει τα σοφά κλισέ του είδους, ή καλύτερα των ειδών, και είτε τα χρησιμοποιεί αυτούσια είτε τα αναποδογυρίζει: η έρευνα της μητέρας του ήρωα, φέρ' ειπείν, είναι κλασική και «ορθή», όπως ακριβώς συνηθίζεται να γίνεται, μολονότι εδώ δεν έχουμε βέβαια να κάνουμε με police procedural, αλλά με μία καθαρά ιδιωτική και εν πολλοίς αφελή έρευνα, ενώ πουθενά δεν υπάρχει καν έγκλημα ή πτώμα: ίσως όμως να υπάρχουν πολύ περισσότερα από ένα, ίσως να υπάρχουν πολλά, και διαρκή — ίσως να υπάρχουν παντού κρυμμένοι πολλοί νεκροί, χθεσινοί και σημερινοί.

 

Ο συγγραφέας με τους γονείς του, Ρον και Μπάρμπρο, σε φωτογράφηση της Jude Edginton για τους λονδρέζικους Times.
Ο συγγραφέας με τους γονείς του, Ρον και Μπάρμπρο, σε φωτογράφηση της Jude Edginton για τους λονδρέζικους Times.

 

Αυτή θα γινόταν η επόμενη γυναίκα του

Ερχόμενος με φόρα από την τρομερή επιτυχία με το μυθιστόρημα «Παιδί 44» —που έγινε επίσης επιτυχημένη κινηματογραφική ταινία—, όπου είχε καταπιαστεί με τον σταλινισμό και το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού, και από τις συνέχειές του («Ο μυστικός λόγος» και «Πράκτορας 6», όλα από τις εκδόσεις Πατάκη), ο Σμιθ κάνει ένα μεγάλο άλμα με τη «Φάρμα», βάζοντας και ένα δύσκολο στοίχημα — και το κερδίζει. Η ιδιότυπη σκανδιναβική αφήγηση του, για μια ιστορία που διαδραματίζεται στη χώρα των τρολ, των άσχημων, άγριων ξωτικών του δάσους, διαβάζεται απνευστί (η μετάφραση είναι εξαιρετική), οι ανατροπές του είναι ευπρόσδεκτες (και όντως αναπάντεχες), οι ήρωές του ολότελα οικείοι, και η σχέση του γιου με τη μητέρα του μια εύθραυστη σχέση αγάπης που γίνεται ολοένα και πιο δυνατή σελίδα τη σελίδα, ακόμη και όταν βρίσκεται να ισορροπεί πάνω σε μια λεπτή κλωστή: αυτή της τρέλας.