Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ (1914-1997) είχε επισκεφθεί δύο φορές την Ελλάδα – και τις δύο, όταν στη χώρα μας επικρατούσαν μη ομαλές πολιτικές καταστάσεις (γεγονός, οπωσδήποτε, συμπτωματικό). Την πρώτη φορά, τον Αύγουστο του 1937, όταν ήδη εξελισσόταν η δικτατορία του Μεταξά και τη δεύτερη, το 1973, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής χούντας.

 

Ο Μπάροουζ είχε βρεθεί στην Ευρώπη το 1936 ως απόφοιτος του Harvard (είχε σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία), σκοπεύοντας να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ιατρική (στη Βιέννη). Στην πορεία ακολουθώντας την διαδρομή Βοστόνη - Παρίσι - Ντουμπρόβνικ - Βιέννη - Πράγα - Αλβανία φθάνει κάποια στιγμή και στην Αθήνα. Τούτο αναφέρει ο James Grauerholz, ο άνθρωπος που βρέθηκε δίπλα στον Μπάροουζ από το 1974 και ο οποίος μελετά, ταξινομεί και διαχειρίζεται το έργο του, σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα Το Βήμα (25/6/2000).

 

Ο Μπάροουζ είχε βρεθεί στην Ευρώπη το 1936 ως απόφοιτος του Harvard (είχε σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία), σκοπεύοντας να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ιατρική (στη Βιέννη). Στην πορεία ακολουθώντας την διαδρομή Βοστόνη - Παρίσι - Ντουμπρόβνικ - Βιέννη - Πράγα - Αλβανία φθάνει κάποια στιγμή και στην Αθήνα.

 

Στο Ντουμπρόβνικ (Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας) ο Μπάροουζ θα γνωριστεί με την κυνηγημένη από τους Ναζί Γερμανοεβραία Ilse Herzfeld Klapper, την οποίαν και θα παντρευτεί τελικά στην Αμερικανική Πρεσβεία της Αθήνας, την 2/8/1937 (βλέπε επί τούτου William T. Lawlor “Beat Culture: Lifestyles, Icons and Impact”, ABC-CLIO, Inc., Santa Barbara 2005 και Μπάρρυ Μάιλς «Ουίλιαμ Μπάροουζ/ El Hombre Invisible», Απόπειρα, Αθήνα 2008). Γράφει ο Μάιλς:

 

«Το 1936 ταξίδεψε με τον Μπομπ Μίλλερ, φίλο του από το Χάρβαρντ. Πήγαν στο Παρίσι, τη Βιέννη, τη Βουδαπέστη και το Ντουμπρόβνικ. Ο Μπιλ (σ.σ. ο Μπάροουζ δηλαδή), αντί να επιστρέψει στην Αμερική αποφάσισε να παραμείνει στην Ευρώπη και να γραφτεί στην Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου της Βιέννης.(…). Υπήρχαν όμως και άλλοι λόγοι: ο Μπιλ ήταν μόνος κι ένιωθε κατάθλιψη. Για έξι μήνες έμενε στο Ξενοδοχείο Dianabad ξεσκονίζοντας τα γερμανικά του, αλλά βλέποντας ελάχιστους ανθρώπους.(…) Ο τόπος ήταν γεμάτος από Ναζί και οι εφημερίδες ξεχείλιζαν από υστερικά άρθρα που κατήγγελλαν τους Εβραίους.(…).

 

Όταν ο Μπάροουζ πρωτοπήγε, με τον Μπομπ Μίλλερ, στο Ντουμπρόβνικ, είχε μαζί του μια σύσταση για την Ίλζε Κλάππερ, μια Γερμανοεβραία που είχε φύγει από το Αμβούργο για να γλιτώσει από τους Ναζί. Απέκτησαν μια φιλική σχέση και όταν επέστρεψε στο Ντουμπρόβνικ, για να αναρρώσει, όπως ήταν φυσικό την ξανασυνάντησε. Τη βρήκε σε μια κατάσταση εξαιρετικά δύσκολη. Η Ίλζε δεν μπορούσε να ανανεώσει τη βίζα της Γιουγκοσλαβίας, μιας και ήταν Εβραία, και είδε τη σωτηρία της στο πρόσωπο αυτού του αφελούς, μοναχικού 23χρονου νέου από την Αμερική, που ήταν δεκαπέντε χρόνια νεότερός της. Εάν παντρεύονταν θα μπορούσε να πάει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Κλάππερ πίεσε πολύ τον Μπιλ και, εντελώς απροσδόκητα, εκείνος συμφώνησε.(…)

 

Παντρεύτηκαν στις 2 Αυγούστου 1937 στην Αθήνα, όπου ο Μπιλ είχε μια συστατική επιστολή για τον Αμερικανό πρόξενο, ο οποίος και ανέλαβε να διεκπεραιώσει τις γραφειοκρατικές λεπτομέρειες. Αμέσως μετά το γάμο ο Μπιλ επέστρεψε στο Μιζούρι και τους γονείς του που είχαν ανησυχήσει. Το ταξίδι δεν είχε πάει χαμένο. Είχε μάλλον σώσει τη ζωή της Ίλζε και είχε εφοδιαστεί με μια επιστημονική βάση, που θα αποδεικνυόταν απαραίτητη για τις κατοπινές μελέτες του στα θέματα εθισμού και ιολογικού ελέγχου».

 

O Alan Ansen και ο William S. Burroughs στην Ακρόπολη, το 1973 (από το “El Hombre Invisible” του Μπάρρυ Μάιλς των εκδόσεων Απόπειρα)
O Alan Ansen και ο William S. Burroughs στην Ακρόπολη, το 1973 (από το “El Hombre Invisible” του Μπάρρυ Μάιλς των εκδόσεων Απόπειρα)

 

Το 1973 (Αύγουστο προς Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς) ο Ουίλιαμ Μπάροουζ επισκέπτεται για δεύτερη φορά την Ελλάδα. Όπως γράφουν (και) οι James Grauerholz and Ira Silverberg (introduction by Ann Douglas) στο βιβλίο τους "Word Virus/ The William S. Burroughs reader" [Grove Press, New York 1998], ο Μπάροουζ θα βρεθεί στην Αθήνα και τις Σπέτσες, το 1973, μαζί με τον τότε εραστή του John Brady, με βασικό σκοπό να συναντήσει τον Alan Ansen, αλλά και για ν’ απολαύσει τα ούζα του.

 

Ο Ansen, που ζούσε ήδη από τα χρόνια του ’60 στην Ελλάδα (πέθανε στην Αθήνα, 84 ετών, το 2006) και που γνώριζε εκ του σύνεγγυς όλη την παρέα των beats (είναι πολύ χαρακτηριστική μια πόζα από την Ταγγέρη του 1961 με τους Peter Orlovsky, William Burroughs, Allen Ginsberg, Alan Ansen, Paul Bowles, Gregory Corso και Ian Sommerville), ήταν εκείνος που είχε δακτυλογραφήσει μέρος του χειρογράφου τού πρωτόλειου "Naked Lunch" στην Ταγγέρη το 1957.

 

Ο William S. Burroughs κάπου στο Σαν Φρανσίσκο. Φωτογραφία: Ruby Ray (από το αμερικανικό περιοδικό RE/Search #4/5 του 1982).
Ο William S. Burroughs κάπου στο Σαν Φρανσίσκο. Φωτογραφία: Ruby Ray (από το αμερικανικό περιοδικό RE/Search #4/5 του 1982).

 

Εκείνη την περίοδο (1973) ο Μπάροουζ αντιμετώπιζε κάποια οικονομικά προβλήματα και με τη βοήθεια του Barry Miles (ο συγγραφέας του "El Hombre Invisible", εκδότης και βιβλιοπώλης, με ισχυρή παρουσία στο λονδρέζικο underground) προσπαθούσε να συγκεντρώσει στοιχεία για τη δημιουργία ενός συνολικού καταλόγου τού έργου του. Κάπως έτσι αναζητήθηκε υλικό, που θα μπορούσε να κατείχε ο Ansen, στην Αθήνα ή τις Σπέτσες.

 

Όπως μαθαίνουμε από τα "William Seward Burroughs Papers" 1938-1997, που φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη τού Arizona State University, το καλοκαίρι του ’73 ο Ansen (που προφανώς είχε ενημερωθεί από τον Barry Miles) ειδοποιεί τον Μπάροουζ πως έχει ήδη εντοπίσει διάφορα δικά του χειρόγραφα από την εποχή που τον επισκεπτόταν στη Βενετία (ο Μπάροουζ τον Ansen) –αν και όχι τα δακτυλογραφημένα του "Naked Lunch"– και πως ήταν έτοιμος να του τα επιστρέψει. Θα ακολουθούσε, λίγους μήνες αργότερα, το ταξίδι του Μπάροουζ στη χώρα μας…

 

Ο William S. Burroughs με το ηλεκτρόμετρο (της Σαϊεντολογίας). Φωτογραφία: Charles Gatewood (από το αμερικανικό περιοδικό RE/Search #4/5 του 1982).
Ο William S. Burroughs με το ηλεκτρόμετρο (της Σαϊεντολογίας). Φωτογραφία: Charles Gatewood (από το αμερικανικό περιοδικό RE/Search #4/5 του 1982).

 

Είχε πάρει χαμπάρι κάποιος Έλληνας τον Ουίλιαμ Μπάροουζ στην Αθήνα του ’73; Γράφτηκε πουθενά, σε πρώτο χρόνο, κάτι σχετικό; Δεν ξέρω, αν και πολύ αμφιβάλλω…

 

Ο κατάλογος που κυκλοφόρησε σε περιορισμένη έκδοση ως William S. Burroughs, "A Descriptive Catalogue of the William S. Burroughs Archive" [compiled by Miles Associates for William Burroughs and Brion Gysin, London 1973], είναι σίγουρο πως απέφερε στον Αμερικανό συγγραφέα κάποια επιπλέον χρήματα.

 

Μάλιστα, οι Σπέτσες, ως χώρος, φαίνεται πως είχαν ιδιαίτερο νόημα για ’κείνον με αποτέλεσμα το νησί να πρωταγωνιστήσει σ’ ένα από τα τελευταία σημαντικά βιβλία τού Αμερικανού συγγραφέα, το Cities of the Red Night (1981), που τυπώθηκε και στην Ελλάδα ως Οι Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας [Απόπειρα, Αθήνα 1987].

 

Ο Αμερικανός ντέτεκτιβ Κλεμ Γουίλιαμσον Σνάιντ ψάχνει τον γιο κάποιου Γκριν, που εμφανίστηκε για τελευταία φορά στις Σπέτσες, δίχως να δώσει έκτοτε άλλα σημεία ζωής. Ό,τι ακολουθεί μοιάζει σαν από σενάριο ταινίας του Ηλία Μυλωνάκου… 

 

– Η πρεσβεία στην Αθήνα δε μας βοήθησε καθόλου, είπε ο κύριος Γκριν.(…) Μας παρέπεμψαν στην ελληνική αστυνομία. Ευτυχώς βρήκαμε εκεί κάποιον που μιλάει αγγλικά. 

– Αυτός πρέπει να είναι ο συνταγματάρχης Δημήτρης (σ.σ. λέει ο Σνάιντ). (…) 
Από το Χίλτον στην Αθήνα τηλεφώνησα στο Δημήτρη και του είπα πως ψάχνω τον νεαρό Γκριν.

– Α ναι… έχουμε τόσες πολλές περιπτώσεις… κι ο χρόνος και τα μέσα μας είναι περιορισμένα. 

– Καταλαβαίνω. Μα έχω ένα κακό προαίσθημα αυτή τη φορά. Είχε μερικές ιδιόρρυθμες συνήθειες.

– Σαδομαζοχισμός; 

– Περίπου… και διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο…

Δεν θα ήθελα να κάνω λόγο για κόκα στο τηλέφωνο. 

– Αν ανακαλύψω τίποτα θα σας ειδοποιήσω.

– Ευχαριστώ. Φεύγω για τις Σπέτσες αύριο να ρίξω μια ματιά. Θα γυρίσω την Πέμπτη… 

Τηλεφώνησα στο Σκούρα στις Σπέτσες. Είναι ο τουριστικός πράκτορας εκεί. Έχει ή μισθώνει βίλες και νοικιάζει διαμερίσματα στη διάρκεια της σεζόν. Οργανώνει εκδρομές. Η ντισκοτέκ είναι δική του. Είναι ο πρώτος άνθρωπος που βλέπει κάθε ταξιδιώτης που φτάνει στις Σπέτσες, καθώς κι ο τελευταίος, μια που έχει και το πρακτορείο εισιτηρίων. (σ.σ. κάτι σαν τον… φαρμακογιατροξενοδόχο του Πόρου στο «Τύφλα Νάχη ο Μάρλον Μπράντο»).

– Ναι ξέρω. Με πήρε ο Δημήτρης. Ευχαρίστως να βοηθήσω αν μπορώ. Χρειάζεστε δωμάτιο; 

– Αν γίνεται θα ήθελα το δωμάτιο που είχε ο νεαρός.

– Μπορείτε να πάρετε όποιο δωμάτιο θέλετε… η σεζόν έχει τελειώσει. 

Να και μια φορά που το «δελφίνι» λειτουργούσε. Ήμουν τυχερός. Το «δελφίνι» κάνει μια ώρα και το πλοίο έξι.

 

— Πότε έγινε, για πρώτη φορά, λόγος για τον Ουίλιαμ Μπάροουζ στην Ελλάδα;

Θα πρέπει να πάμε πολλά χρόνια πίσω, στο 1963, όταν στην μπουάτ Συμπόσιον (Κέντρον Ευγενών) του Γιώργου Μπουκουβάλα ανεβαίνει ένα happening υπό τον τίτλο «Δοκιμαστικοί Σωλήνες ήτοι ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς» υπεύθυνοι του οποίου ήταν οι Πάνος Κουτρουμπούσης και Δημήτρης Πουλικάκος. Εκεί ανάμεσα σε πολλά και διάφορα διαβάστηκαν για πρώτη φορά αποσπάσματα από το "On the Road" του Τζακ Κέρουακ και από το "Naked Lunch" του Ουίλιαμ Μπάροουζ (σε μεταφράσεις Πάνου Κουτρουμπούση).

 

— Πότε, όμως, συνέβη η πρώτη δημοσίευση κειμένου του Μπάροουζ στη γλώσσα μας;

Η παλαιότερη φαίνεται πως προέρχεται από το περιοδικό Κούρος του Λεωνίδα Χρηστάκη (τεύχος 3, Ιούνιος 1971). Το κείμενο είχε τίτλο "Points of distinction between sedative and consciousness-expanding drugs" και είχε διαβαστεί από τον ίδιον τον Ουίλιαμ Μπάροουζ την 6η Σεπτεμβρίου 1961 στο American Psychological Symposium. Αργότερα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Evergreen Review No.34 (Δεκέμβριος 1964) κ.ά.

 

Σ’ έναν επόμενο Κούρο (τεύχος 12, Νοέμβρης 1972), ο Κώστας Θεοφιλόπουλος, τότε σημαίνων θιασώτης της drug culture στην Ελλάδα (έφυγε από τη ζωή τον Οκτώβριο του ’14), που ήταν υπεύθυνος και για την προηγούμενη δημοσίευση, μεταφράζει το εν λόγω κείμενο, καθώς τώρα το δανείζεται από το βιβλίο "The Marihuana Papers/ Edited by David Solomon" [New American Library, 1966], που περιείχε κείμενα των Timothy Leary, Charles Baudelaire, Paul Bowles, Allen Ginsberg, Terry Southern, William S. Burroughs και άλλων, με την επισήμανση πως, το συγκεκριμένο βιβλίο «πουλιέται ελεύθερα στην Ελλάδα».

 

 
 

 

 

Το "Points of distinction between sedative and consciousness-expanding drugs (δηλ. Σημεία διακρίσεως μεταξύ κατασταλτικών και φαρμάκων διευρύνσεως του πεδίου συνειδήσεως) του Ουίλιαμ Μπάροουζ, που υπάρχει και στην ελληνική έκδοση του Junky, είναι πολύ σημαντικό όχι μόνο γιατί δεν τσουβαλιάζει όλα τα drugs μαζί, αλλά και γιατί δίνει μία πολύ σοβαρή επεξήγηση τού τι σημαίνει ψυχεδελική τέχνη. Στη μουσική, στο σινεμά, στη λογοτεχνία παντού. Μεταφέρω ένα απόσπασμα, επειδή είναι σημαντικό…

 

«Πρέπει να θεωρηθεί ατυχές το γεγονός ότι το cannabis (ο λατινικός όρος που χρησιμοποιείται για τα παρασκευάσματα που προέρχονται από το φυτό της ινδικής καννάβεως όπως η μαριχουάνα και το χασίς) που είναι κατά πάσα βεβαιότητα το πλέον αβλαβές μεταξύ των παραισθησιογόνων φαρμάκων, υπόκειται στις αυστηρότερες ποινικές κυρώσεις. Χωρίς αμφιβολία αυτό το φάρμακο είναι πολύ χρήσιμο στον καλλιτέχνη (σ.σ. σε κάποιον που είναι ήδη καλλιτέχνης δηλαδή), διότι θέτει σε λειτουργία αλύσους συνειρμών οι οποίοι άλλως θα παρέμεναν απρόσιτοι. Και προσωπικά μπορώ να πω, ότι πολλά από τα επεισόδια στο Γυμνό Γεύμα οφείλονται κατά άμεσο τρόπο στη χρήση καννάβεως. Τα οπιοειδή αντιθέτως (σ.σ. ηρωίνη, μορφίνη κ.λπ.), εφ’ όσον ενεργούν στο να ελαττώνουν την επίγνωση του περιβάλλοντος και των σωματικών λειτουργιών, μπορούν να είναι μόνο ένα εμπόδιο για τον καλλιτέχνη. Η κάνναβις εξυπηρετεί στο να οδηγήσει το άτομο σε ψυχικούς χώρους που κατόπιν μπορεί να γίνουν προσιτοί και χωρίς αυτήν. Τα τελευταία χρόνια έχω αραιώσει χρονικά τη χρήση καννάβεως και έχω παρατηρήσει ότι μου είναι δυνατό να επιτύχω τα ίδια αποτελέσματα χωρίς χημικά μέσα: φωτεινοί ερεθισμοί, μουσική με ακουστικά, cut-ups, fold-ins των κειμένων μου και κυρίως εξασκώντας τον εαυτό μου στο να σκέπτεται μέσω συνειρμών, αντί μέσω λέξεων».

 

— Τι λέει με άλλα λόγια ο Μπάροουζ εδώ;

Πρώτον, πως «ηρωίνη» και «ψυχεδελική τέχνη» είναι καταστάσεις που κινούνται σε εντελώς αντίθετες κατευθύνσεις. Δεύτερον, πως ψυχεδελική τέχνη μπορεί να παραχθεί και χωρίς τη χρήση παραισθησιογόνων, από καλλιτέχνες δηλαδή που έχουν το ταλέντο, το χάρισμα, να μπορούν στη διαδρομή να «αυτενεργήσουν», βρίσκοντας προσωπικούς τρόπους έμπνευσης. Το μοναδικό που, αυστηρώς, προϋποθέτει η ψυχεδελική μουσική π.χ. είναι το καλλιτεχνικό ταλέντο. Εν ολίγοις; Οι ουσίες μπορεί να μην είναι καν απαραίτητες για την παραγωγή ψυχεδελικής μουσικής (και ψυχεδελικής τέχνης γενικότερα), από τη στιγμή που υπάρχει το δημιουργικό υπόβαθρο.

 

Ένα επόμενο κείμενο τού Ουίλιαμ Μπάροουζ, που δημοσιεύτηκε σε ελληνικό περιοδικό στα seventies, ήταν η «Αόρατη Γενιά» – επιλογή και επιμέλεια από τον Σάκη Παπαδημητρίου και μετάφραση από την Κλαίτη Σωτηριάδου. Το κείμενο προερχόταν από το βιβλίο "The Ticket that Exploded", το οποίο είχε εκδοθεί στη Γαλλία, στις εκδόσεις Olympia Press του Maurice Girodias το 1962. Η μετάφραση είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά στο περιοδικό Διαγώνιος του Ντίνου Χριστιανόπουλου (#10, Ιανουάριος - Απρίλιος 1975) και ξανά στο Jazz & Τζαζ (#26, 5/1995). Το κείμενο αυτό στηρίζεται σ’ ένα «μπαροουζικό» αξίωμα πως η ακοή προηγείται της όρασης και πως… ό,τι βλέπουμε προσδιορίζεται σε μεγάλο ποσοστό από εκείνα που έχουμε ακούσει ή ακούμε. Ο Burroughs πλέκει εδώ το εγκώμιο της ηχητικής μονταζιέρας, που δεν είναι άλλη από το μαγνητόφωνο, δίνοντας όλες τις διαστάσεις του καινούριου μέσου, που θα μπορούσε να γίνει (κατά πώς τα γράφει το 1962) το εικόνισμα ενός νέου κυνισμού.

 

Πάντως αυτή είναι η αγαθή πλευρά της ιστορίας:

«Πάρε ένα μαγνητόφωνο και ηχογράφησε όλα τα πιο άσκημα πιο ανόητα πράγματα  ανακάτεψε τις άσκημες ταινίες σου επιτάχυνε επιβράδυνε παίξε ανάποδα ιντσάρισε την ταινία  θ’ ακούσεις μιαν άσκημη φωνή και θα δεις πως ένα άσκημο πνεύμα είναι φτιαγμένο από παλιές άσκημες προηχογραφήσεις  όσο περισσότερο ξαναπαίξεις τις ταινίες και τις κομματιάζεις τόσο πιο λίγη δύναμη θα έχουν  σκόρπισε τις προηχογραφήσεις στο κενό στον καθαρό αέρα».

 

Ο William S. Burroughs στην οδό Gît-le-Cœur στο Παρίσι (στον δρόμο αυτό βρισκόταν το Beat Hotel). Η φωτογραφία είναι του σκηνοθέτη Antony Balch και προέρχεται από το αμερικανικό περιοδικό RE/Search #4/5 του 1982.
Ο William S. Burroughs στην οδό Gît-le-Cœur στο Παρίσι (στον δρόμο αυτό βρισκόταν το Beat Hotel). Η φωτογραφία είναι του σκηνοθέτη Antony Balch και προέρχεται από το αμερικανικό περιοδικό RE/Search #4/5 του 1982.

 

Στο τεύχος 5 του περιοδικού Σήμα (Ιούνιος 1975, εκδότης ο Νίκος Παπαδάκις) με τις ανοικονόμητες διαστάσεις (πιο τεράστιο δεν γινόταν), το οποίο ήταν αφιερωμένο στον Τάκη Βασιλάκη (Takis), υπάρχει ένα κείμενο του Μπάροουζ για τον Έλληνα γλύπτη. Η πρωτότυπη πηγή δεν αναφέρεται, αλλά, πολύ πιθανώς, να πρόκειται για ένα «ιταλικό» κείμενο του Μπάροουζ, που υπήρχε στο πρόγραμμα της έκθεσης έργων του Τάκη στην γκαλερί Schwarz στο Μιλάνο (14/4-4/5/1962). Φυσικά, το κείμενο μπορεί να είχε προϋπάρξει στην γαλλική ή και στην αγγλική, αφού ο Μπάροουζ έγραφε για τον Τάκη ήδη από το Παρίσι (1960). Σχετικό άσχετο. Υπάρχει, επίσης, κείμενο του Ginsberg για τον Τάκη, όπως και ποίημα του Gregory Corso (Νέα Υόρκη, Μάιος 1967) αφιερωμένο στον Έλληνα καλλιτέχνη, που έχει τίτλο “Purple Subway Ride (based on the works of Takis)” και το οποίον μεταφράζεται στο Σήμα όπως-όπως.

 

Σ’ ένα επόμενο τεύχος του Σήματος, το υπ’ αριθμόν 9 (αφιέρωμα η ΣΚΗΝΗ), ο Δημήτρης Πουλικάκος υπογράφει ένα κείμενο (καλύτερα μια μετάφραση) για τον Ουίλιαμ Μπάροουζ που τιτλοφορείται «Η Δουλειά» (The Job). Πρόκειται για ένα απόσπασμα συνέντευξης του Αμερικανού λογοτέχνη στον Daniel Odier (Λονδίνο, 10/1968). Υπάρχει, μάλιστα, και ολόκληρο βιβλίο με τις συνεντεύξεις του Μπάροουζ στον Odier με τον ίδιον ακριβώς τίτλο (The Job). Το βιβλίο πρωτοβγήκε στην Αμερική στις εκδόσεις Grove Press το 1974, αν και, μάλλον, η πρώτη έκδοση είναι γαλλική από το 1969. Ο Πουλικάκος έχει επιλέξει ένα ενδιαφέρον απόσπασμα, εκεί όπου, μεταξύ άλλων, ο Burroughs λέει:

 

«Νομίζω πως η λογοκρισία, οποιαδήποτε μορφή λογοκρισίας, πρέπει να καταργηθεί. Δε νομίζω πως αυτά που λέτε ‘πρόστυχα βιβλία’ ενέπνευσαν ποτέ σε κανέναν να κάνει έγκλημα πιο σοβαρό από τη μαλακία. Αλλά υπάρχει ένα είδος γραφτού που πράγματι κάνει τους ανθρώπους να εγκληματούνε κι αυτό είναι το γράψιμο που γίνεται στον παγκόσμιο Τύπο.(…) Η δικαιολογία για τη λογοκρισία στη λογοτεχνία, ότι οδηγεί τον κόσμο στο έγκλημα, είναι τελείως γελοία, αν λάβουμε υπ’ όψι μας τα εγκλήματα που γίνονται καθημερινά από ανθρώπους, που τους ήρθε η ιδέα διαβάζοντας κάτι παρεμφερές στις εφημερίδες. Και η τηλεόραση εξ ίσου κακό κάνει γιατί σ’ αυτό το μέσο, εκτός απ’ τα σκηνοθετημένα προγράμματα έχουμε και προγράμματα επικαίρων, πράγματα που συμβαίνουνε αλήθεια.(…) Κανείς δεν τρέχει να κάνει έγκλημα μόλις διαβάσει την Agatha Christie, αλλά σίγουρα κάνουνε φόνους αφού διαβάσουνε για κάποιο φόνο στις εφημερίδες».

 

Στο ίδιο, επίσης, τεύχος (το #9) ο Σπύρος Μεϊμάρης δημοσιεύει ποίημα υπό τον τίτλο «Ζήτω ο Burroughs κι ο Mozart». Ένα απόσπασμα:

 

«Στέκομαι κουτσός στη μέση της Πόλης κι’ εξαφανίζομαι/ με πλατύ Χαμόγελο στα σκούρα χείλη, Λυγμούς στο στομάχι/ Στα Άστρα των Μυριάδων …. ανήκει η κατάκοπη καρδιά μου/ Κι’ εγώ όλος χαρά με κατακόκκινα καυτά αυτιά σκούζω σαν τρελλός/ την προσευχή μου της Μαθηματικής Απολυτότητας».

 

Ίσως οι σημαντικότερες σελίδες του τεύχους Η ΣΚΗΝΗ να ήταν εκείνες του αναγνώσματος «Το Τέλειο Έγκλημα / Προβλήματα Επι-κοινωνίας», που υπέγραφαν οι Κώστας Θεοφιλόπουλος, Νώντας Βασιλάκος και Νίκος Μανουσάκης. Πρόκειται για ένα κείμενο σφόδρα επηρεασμένο από τη λογοτεχνία τού Μπάροουζ. Ιδίως στην περίπτωση της εξιστόρησης του «Έπους του Βόλου» (ένα ντοκουμέντο της ελληνικής drug culture των seventies), της περιπέτειας δηλαδή μιας παρέας Αθηναίων να προμηθευτεί ναρκωτικά (βασικά το διεγερτικό Ritalin) από βολιώτικα φαρμακεία στις αρχές του ’73 και όλων εκείνων, τέλος πάντων, που θα ακολουθούσαν…

 

Ένα επόμενο «ελληνικό» κείμενο του Burroughs από τα χρόνια του ’70 εμφανίστηκε στο βιβλίο Τηλεφυματίωση [Πολιτεία, Αθήνα 1976], στο οποίο υπήρχαν εργασίες των Claude Pélieu, Carl Weissner, William S. Burroughs και Τέου Ρόμβου. Τα τρία πρώτα κείμενα (των Pélieu, Weissner και Burroughs) είχαν εκδοθεί υπό τον αρχικό τίτλο "So Who Owns Death TV?" [Beach Books Texts & Documents, San Francisco 1967] και η μετάφρασή τους, για την ελληνική έκδοση, είχε γίνει από τον Τέο Ρόμβο (υπάρχει βεβαίως και το βιβλίο «Σε Ποιον Ανήκει Λοιπόν η Θανατηφόρος TV; Στον Ελεύθερο Τύπο» από το 1983). Το κείμενο του Μπάροουζ είχε τίτλο «Αρνητικό Ημερολόγιο Τελευταίων Ημερών» και είναι ένα κλασικό cut-up, από το οποίο δεν είναι εύκολα να βγουν γενικά συμπεράσματα.

 

Στο πρώιμο Ιδεοδρόμιο, επίσης, υπήρξαν αναφορές στον Ουίλιαμ Μπάροουζ. Στο διπλό τεύχος 16+17 (4/12/1978) δημοσιεύεται ο «Υγειονομικός Υπάλληλος». Το τεύχος δεν το έχω – ας υποθέσω λοιπόν πως πρόκειται για κάποιο απόσπασμα από το "Exterminator!" (1973), που κυκλοφόρησε στη γλώσσα μας ως «Απολυμαντής!» [Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1982 και Απόπειρα, Αθήνα 1992]. Στο τεύχος 29 επίσης (18/6/1979), το σχετικά με τους μπιτ, υπάρχει μεταφρασμένο (από τη σύνταξη του Ιδεοδρόμιου) κείμενο του Brian Freeman υπό τον τίτλο «Φτάνοντας με τον Μπάροουζ» – δημοσιευμένο στο καναδικό περιοδικό Frontines (“Frontines” δεν σημαίνει τίποτα, μάλλον για… Frontlines επρόκειτο). Το κείμενο είναι βιογραφικό κι έχει ένα νόημα για την εποχή που δημοσιεύτηκε, παρότι ο Brion Gysin (Μπράιον Γκάιζιν) αποδίδεται ως… Μάριον Γκίσιν και ο Αμερικανός γκέι χορευτής και χορογράφος Merce Cunningham γίνεται… η χορεύτρια Μερς Κάνινχαμμ (ένας ακούσιος «αυριανισμός»). Στο πάλαι ποτέ Ιδεοδρόμιο διάβαζες κάποια καλά κείμενα, αλλά υπήρχε και μεγάλη προχειρότητα.

 

Ένα επόμενο ανάγνωσμα του Μπάροουζ που τυπώθηκε σε ελληνικό περιοδικό ήταν η «Δανέζικη Εγχείριση» στην Τρύπα (#1, 6/1980) του Τέου Ρόμβου. Το "Danish Operation" είχε δημοσιευτεί για πρώτη φορά (;) στο βρετανικό περιοδικό arcade (#1, 1964).  Το 1981 φαίνεται πως είχε έλθει πλέον η στιγμή για την κυκλοφορία κι ενός ολοκληρωμένου βιβλίου του Ουίλιαμ Μπάροουζ στη χώρα μας, κι αυτό δεν ήταν άλλο από το "Junky" [Απόπειρα] σε μετάφραση Νίκου Πρατσίνη και Ντίνας Σώτηρα.

 

Το τι (εκδοτικό) ακολούθησε από ’κει και κάτω σίγουρα έχει ενδιαφέρον και ίσως αποτελέσει αντικείμενο ενός μελλοντικού άρθρου…