Αγάπησε τη μπάλα και τις γυναίκες, έγραψε δοκίμια, λογοτεχνία, ποίηση, πάλεψε με την καρδιά του. Όχι για το τίποτα άλλο παρά για την ελευθερία της πατρίδας του, της Ουρουγουάης από την οποία εξορίστηκε για να επιστρέψει μετά την πτώση της δικτατορίας το 1985. Ο λόγος για τον Εδουάρδο Γκαλεάνο, τον ένθερμο καταγραφέα όλων των παθών της ψυχής, εξαίσιο αφηγητή και λογομνήμονα, ο οποίος τιμήθηκε με λογοτεχνικά βραβεία και διακρίθηκε για την τριλογία του «Μνήμη της Φωτιάς» και «Καθρέφτες». Έφυγε πέρυσι από τη ζωή στην πόλη, όπου γεννήθηκε το Μοντεβιδέο αφήνοντας πίσω του το καλύτερο ίσως βιβλίο που έχει γραφτεί για το ποδόσφαιρο και το οποίο εκδόθηκε αυτές τις μέρες, πανηγυρικώ τω τρόπω, από τις εκδόσεις Πάπυρος με τη μεταφραστική υπογραφή μιας γυναίκας, της Ισμήνης Κανσή.

 

Το «Ποδόσφαιρο/Στη σκιά και το φως» όχι μόνο εξηγεί βασικές αρχές του ποδοσφαίρου, καταγράφει μοναδικά εσταντανέ από διοργανώσεις Παγκοσμίων Ποδοσφαίρων από τις αρχές του αιώνα έως και το πλέον πρόσφατο της Βραζιλίας το 2014, αλλά και περιγράφει τις κρυφές ομολογίες του ποδοσφαιρικού κόσμου- από δεισιδαιμονίες έως αστικούς μύθους και προκαταλήψεις με τον γνωστό αφηγηματικό τρόπο των λατινομαερικανών συγγραφέων. Επίσης, αποκαλύπτει τον εκφυλισμό που επήλθε από τους μεγάλους αστέρες που ‘λούζονται’ σε διαφημίσεις και φυσικά δεν ξεχνάει όλους τους αστέρες που διαμόρφωσαν το σύγχρονο ποδόσφαιρο: από τον Γκαρίντσα και τον Πούσκας έως τον Πελέ και τον Μαραντόνα, τον Εουσέμπιο, τον Κρόιφ και τον Πλατινί, αλλά και τους πιο πρόσφατους Ρονάλντο και Μέσι. Γραμμένο με λυρισμό, χιούμορ και ακρίβεια το βιβλίο δεν αφηγείται μόνο την ιστορία του ποδοσφαίρου από τα μέσα αλλά επιτρέπει να χτυπήσει πιο δυνατά η φλέβα σε ένα κρεσέντο παραδοχής ή αυτογνωσίας εκ μέρους του ποδοσφαιρόφιλου συγγραφέα: «Το πάθος των Ουρουγουανών για το ποδόσφαιρο προέρχεται από εκείνα τα βάθη του χρόνου, και οι ρίζες του είναι ακόμα ορατές: κάθε φορά που παίζει η εθνική ομάδα, κόβεται η ανάσα της χώρας, κλείνουν το στόμα τους οι πολιτικοί, οι τραγουδιστές και οι σαλτιμπάγκοι, οι ερωτευμένοι σταματούν τα χάδια τους, και οι μύγες σταματούν να πετάνε».

 

Αυτό, ωστόσο, που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει είναι η καταγραφή των παγκοσμίων κυπέλλων και η άμεση σύνδεση τους με κορυφαία ιστορικά και πολιτικά γεγονότα.

 

Ο Γκαλεάνο εξηγεί έτσι γιατί περισσότερο και από τα πολιτικά πάθη, που έτσι κι αλλιώς είναι άμεσα συνδεδεμένα με την ιστορία των ποδοσφαιρικών συλλόγων, για τους κατοίκους της Λατινικής Αμερικής το ποδόσφαιρο αποκτά σχεδόν μεταφυσική χροιά. Ακόμα και να μην ασχολείται-πράγμα αδύνατον για τον Γκαλεάνο-ένας Ουρουγουανός που σέβεται τον εαυτό του με την μπάλα, πρέπει αναγκαστικά να υποστηρίζει είτε τη Νασιονάλ είτε την Πενιαρόλ από «γεννησιμιού»,  όπως λέει και να μην αλλάζει ομάδα, καθώς «Η αλλαγή ομάδας δεν είναι όπως η αλλαγή δουλειάς, παρότι ο ποδοσφαιριστής είναι ένας επαγγελματίας, που κερδίζει τη ζωή του με τα πόδια του». Παρ’ όλα αυτά, όμως, ο συγγραφέας αφιερώνει πολλές από τις σελίδες του βιβλίου του σε κορυφαίους Ευρωπαίους παίχτες και στην πορεία τους. Αυτό, ωστόσο, που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει είναι η καταγραφή των παγκοσμίων κυπέλλων και η άμεση σύνδεση τους με κορυφαία ιστορικά και πολιτικά γεγονότα. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του πολυτάραχου παγκοσμίου κυπέλλου του 1974:

 

Μεταξύ άλλων το 1974 ήταν η χρονιά όπου «Έπεφτε η δικτατορία στην Ελλάδα, το ίδιο και στην Πορτογαλια, όπου ξεσπούσε η Επανάσταση των Γαριφάλων, με σύνθημα το τραγούδι Grandola, vilamorena. Η δικτατορία του Αουγκούστο Πινοσέτ εδραιωνόταν στη Χιλή, ενώ στην Ισπανία ο Φρανθίσκο Φράνκο νοσηλευόταν στο νοσοκομείο Φρανθίσκο Φράνκο, διότι έπασχε από την εξουσία και την ηλικία.

 

Σε ένα ιστορικό δημοψήφισμα οι Ιταλοί ψήφιζαν υπέρ του διαζυγίου, το οποίο θεωρούσαν προτιμότερο από το μαχαίρι, το φαρμάκι και άλλες παραδοσιακές μεθόδους για την επίλυση των συζυγικών διαφορών. Σε μια εξίσου ιστορική ψηφοφορία, οι ηγέτες του παγκοσμίου ποδοσφαίρου εξέλεγαν πρόεδρο της FIFA τον Ζοάο Χαβελάνζε, ο οποίος αντικαθιστούσε στην Ελβετία τον αξιοσέβαστο Στάνλει Ρόους, και την ίδια εποχή άρχιζε στη Δυτική Γερμανία το 10ο Παγκόσμιο Κύπελλο.

 

Εγκαινιαζόταν το νέο Κύπελλο. Ήταν πιο κακόγουστο από εκείνο του Ριμέ, αλλά το διεκδικούσαν εννέα ευρωπαϊκές ομάδες, πέντε αμερικανικές, όπως επίσης η Αυστραλία και το Ζαίρ. Η Σοβιετική Ένωση είχε αποκλειστεί από τα προκριματικά, καθώς οι παίκτες της είχαν αρνηθεί να παίξουν στο Εθνικό Στάδιο της Χιλής, το οποίο λίγους μήνες νωρίτερα ήταν στρατόπεδο συγκέντρωσης και τόπος εκτελέσεων. Στη συνέχεια, η χιλιανή ομάδα έδωσε στο συγκεκριμένο στάδιο τον θλιβερότατο αγώνα στην ιστορία του ποδοσφαίρου: έπαιξε χωρίς αντίπαλο, σημειώνοντας πολλά γκολ στην άδεια εστία, γκολ που καταχειροκροτήθηκαν από το κοινό. Αργότερα, στο Μουντιάλ, η Χιλή δεν κέρδισε ούτε έναν αγώνα.

 

Έκπληξη: οι Ολλανδοί ποδοσφαιριστές ταξίδεψαν στη Γερμανία με τις συζύγους, τις αρραβωνιαστικιές ή τις φίλες τους, και έμειναν μαζί τους. Πρώτη φορά συνέβαινε κάτι παρόμοιο. Και άλλη έκπληξη: οι Ολλανδοί είχαν φτερά στα πόδια τους, κι έφτασαν αήττητοι στον τελικό, με δεκατέσσερα γκολ στο ενεργητικό τους, και μόλις ένα στο παθητικό τους, το οποίο είχε βάλει ένας από τους δικούς του παίχτες από ατυχία. Το Μουντιάλ του 1974 περιστράφηκε γύρω από το ‘Κουρδιστό Πορτοκάλι’, μια επινόηση των Κρόιφ, Νέεσκενς, Ρένζενμπρινκ, Κρολ και άλλων ακαταπόνητων παικτών, υπό την καθοδήγηση του προπονητή Ρίνους Μίχελς.

 

Στην έναρξη του τελευταίου αγώνα, ο Κρόιφ και ο Μπεκενεμπάουερ αντάλλαξαν σημαιάκια. Και τότε συνέβη η τρίτη έκπληξη: ο Κάιζερ και οι δικοί του έκαναν χαλάστρα στην ολλανδική γιορτή. Ο Μάγερ, που έπιανε τα πάντα, ο Μίλερ που έβαζε τα πάντα, και ο Μπράιτνερ, που έβρισκε λύσεις για τα πάντα, έριξαν δυο μπουγέλα νερό στο φαβορί, κι ενάντια στα προγνωστικά οι Γερμανοί νίκησαν με 2-1. Επαναλήφθηκε η ιστορία του '54 στην Ελβετία, όταν η Δυτική Γερμανία είχε νικήσει την αήττητη Ουγγαρία.

Πίσω από την Ομοσπονδιακή Γερμανία και την Ολλανδία ήρθε η Πολωνία. Την τέταρτη θέση κατέλαβε η Βραζιλία, που δεν μπόρεσε να είναι αυτό που ήταν. Πρώτος σκόρερ αναδείχθηκε με επτά γκολ ένας Πολωνός παίχτης, ο Λάτο, ακολουθούμενος από τον επίσης Πολωνό Σάρμαχ και τον Ολλανδό Νέεσκενς, οι οποίοι σημείωσαν πέντε γκολ έκαστος».