Ο Νίκος Χατζηδάκης επί το έργον
Ο Νίκος Χατζηδάκης επί το έργον

 

Τις βραδινές ώρες η οδός Ερμού δείχνει ένα διαφορετικό πρόσωπο, μακριά από τους γρήγορους και καταναλωτικούς πρωινούς ρυθμούς. Ρολά κατεβασμένα, βιτρίνες φωτισμένες, πλανόδιοι μουσικοί και υπαίθριοι καλλιτέχνες. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, σε  μια συνηθισμένη διαδρομή, συνάντησα τον υπαίθριο ζωγράφο Νίκο Χατζηδάκη. Οι πρώτες κουβέντες μαζί του έδειξαν ότι πίσω από αυτό τον άνθρωπο κρύβεται μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Γι’ αυτόν το λόγο ανανεώσαμε το ραντεβού μας και συναντηθήκαμε ένα Σαββατόβραδο στο σπίτι του, στην Κυψέλη. Μια αστική πολυκατοικία σε έναν κάθετο δρόμο της Πατησίων και ένα διαμέρισμα γεμάτο πίνακες ζωγραφικής, δίσκους και βιβλία. 

 

«Γεννήθηκα το 1958 στο Ηράκλειο. Όπου και να μεγαλώνεις, τα παιδικά χρόνια τα θυμάσαι με έντονη νοσταλγία και είναι αυτά που σε επηρεάζουν στη μετέπειτα πορεία σου. Στην ηλικία των 21 ετών αποφάσισα να έρθω στην Αθήνα. Από πολύ μικρή ηλικία είχα κατασταλάξει μέσα μου και ήξερα ότι θα ασχοληθώ με τη ζωγραφική. Βέβαια, το καλλιτεχνικό ενδιαφέρον δεν προήλθε από οικογενειακές επιρροές, αφού οι γονείς μου ήταν αγρότες. Όμως, αν λάτρεψα κάτι από αυτό, ήταν η μαγεία της φύσης, η οποία μου λείπει τώρα που μένω στην Αθήνα.

 

"Ένα βράδυ που δεν είχα κάποιο πορτρέτο να ζωγραφίσω, σκιτσάρισα την εκκλησία της Καπνικαρέας."
"Ένα βράδυ που δεν είχα κάποιο πορτρέτο να ζωγραφίσω, σκιτσάρισα την εκκλησία της Καπνικαρέας."

 

Ο υπαίθριος καλλιτέχνης είναι ψυχολόγος του δρόμου. Συναντώ και παρακολουθώ πρόσωπα σκυθρωπά, λείπει η χαρά και η ευδιαθεσία, παρόλο που βρίσκομαι στον πιο καταναλωτικό δρόμο της χώρας. Σκέφτεσαι πολλές φορές ότι εσύ τους βλέπεις όλους, αλλά οι άλλοι ούτε καν σε βλέπουν. Έτσι κινείται πλέον ο κόσμος, σε διαστάσεις πλήθους.

 

Αρκετές φορές σκέφτομαι τα παιδικά μου χρόνια και δεν μπορώ να καταλάβω τι μπορεί να ήταν αυτό που με επηρέασε ώστε να ασχοληθώ με τη ζωγραφική. Σίγουρα, αυτό που θυμάμαι είναι ότι, ενώ οι φίλοι μου έπαιζαν μπάλα, εμένα μου άρεσε να ζωγραφίζω τα κενά περιθώρια στα βιβλία και στα τετράδιά μου. Δύσκολη περίοδος για καλλιτεχνικές ανησυχίες και περίεργη εποχή όσον αφορά το κομμάτι της πληροφόρησης. Σκέψου ότι ρωτούσα τους καθηγητές μου στο Ηράκλειο τι χρειαζόταν για να μπω στη Σχολή Καλών Τεχνών και δεν ήξεραν να μου απαντήσουν.

 

Πάντως, την ουσιαστική ώθηση και επιβεβαίωση για να ασχοληθώ με τη ζωγραφική, όσο και αν ακούγεται σουρεαλιστικό, την πήρα στον στρατό, όπου, με την αφορμή της διακόσμησης του τάγματος για τη γιορτή του Πάσχα, δημιούργησα μια μεγάλη ζωγραφική-σκηνογραφική σύνθεση μνημειακών διαστάσεων. Ακολούθησαν εκατοντάδες πορτρέτα συναδέλφων φαντάρων, που πρόθυμα μου πόζαραν και ήταν για μένα μια σοβαρή άσκηση στο θέμα του πορτρέτου.

 

Εκείνο το διάστημα, σε μια άδεια από τον στρατό, δίνω εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά αποτυγχάνω. Δίνω και δεύτερη φορά, αλλά λόγω οικονομικών δυσκολιών που δεν μου επέτρεψαν αρκετή προετοιμασία, αποτυγχάνω εκ νέου. Όμως στη ζωή πάντα υπάρχει η εναλλαγή κι έτσι, εκείνη την πολύ δύσκολη στιγμή, έτυχε να γνωρίσω τον Γιάννη Τσαρούχη. Τον θυμάμαι να μου λέει χαρακτηριστικά ότι τελικά ήμουν τυχερός που δεν πέρασα στη Σχολή. Με τα χρόνια κατάλαβα τι εννοούσε, διότι πίστευε πως η Καλών Τεχνών σε βάζει σε ορισμένα καλούπια και ότι γίνεσαι μιμητής του εκάστοτε καθηγητή σου. Τον Τσαρούχη τον γνώρισα σε μια ομιλία του για έναν σπουδαίο ενδυματολόγο, τον Αντώνη Φωκά. Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’80, μια εποχή αισιοδοξίας, ελπίδας, ονείρων και ευφορίας. Τότε ο κόσμος και ειδικά οι νέοι διψούσαν ν’ ακούσουν. Έτσι, πήρα το θάρρος, πλησίασα και ρώτησα πληροφορίες για το πώς μπορούσα να τον συναντήσω. Τελικά, ένα απόγευμα πήγαμε μαζί με κάποιους φίλους μου στο σπίτι του, στο Μαρούσι, του συστηθήκαμε και έκτοτε, μέχρι και τον θάνατό του, είχαμε μια πολύ καλή σχέση δασκάλου-μαθητή. Για μένα ήταν το καλύτερο σχολείο.

 

Ο Τσαρούχης, πέραν της καλλιτεχνικής του άξιας, ήταν σπουδαία προσωπικότητα, ένας φιλόσοφος της ζωής. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 1985, όταν μου έκανε την τιμή, παρά τα κινητικά προβλήματα που είχε εκείνη την εποχή, να έρθει στο σπίτι μου. Μπαίνει μέσα και τον ρωτώ από ευγένεια τι να του προσφέρω για να δροσιστεί. «Δεν διψώ για να πιω αλλά για να δω» μου απαντά, δείχνοντας έτσι τη δίψα του δασκάλου που θέλει να δει το έργο και την πρόοδο του μαθητή του! Λείπουν σήμερα προσωπικότητες της εμβέλειάς του. Εκείνη την εποχή, παράλληλα με την άσκησή μου στη ζωγραφική, ειδικά τα πρώτα χρόνια που ήρθα στην Αθήνα, καθώς δεν είχα οικονομική βοήθεια από πουθενά και έπρεπε να στηριχτώ στις δυνάμεις μου, ασχολήθηκα με τη φωτογραφία, ειδικά με την τεχνική του ρετούς. Να υπενθυμίσω ότι δεν μιλάμε για ρετούς που γινόταν με υπολογιστές αλλά μόνο με μολύβια. Ό,τι γίνεται σήμερα με το photoshop, εγώ το έκανα με τα μολύβια κι έχουν περάσει από τα χέρια μου οι περισσότεροι πολιτικοί εκείνης της εποχής: Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ανδρέας Παπανδρέου, Μελίνα Μερκούρη, Κωστής Στεφανόπουλος. 

 

Αργότερα, μετά τον θάνατο του Γιάννη Τσαρούχη, και για λόγους βιοπορισμού, ξεκίνησα να κάνω πορτρέτα στον δρόμο. Συγκυρίες με έφεραν στην Κέρκυρα, το προσωρινό κατέληξε να γίνει μόνιμο κι έτσι βρίσκομαι σε αυτή την ενασχόληση 25 χρόνια περίπου. Αυτή η αναζήτηση του σταθερού βιοπορισμού είναι το αντίτιμο που πλήρωσα, καθώς δεν κυνήγησα δρόμους καριέρας. Όταν συμβιβάζεσαι με την καθημερινότητα, χάνεις τον μεγάλο προσανατολισμό σου.

 

"Η ζωγραφική για μένα είναι η καταγραφή και η διαιώνιση επάνω στον καμβά του αισθήματος που σου προκαλεί το αντικείμενο που περιεργάζεσαι "
"Η ζωγραφική για μένα είναι η καταγραφή και η διαιώνιση επάνω στον καμβά του αισθήματος που σου προκαλεί το αντικείμενο που περιεργάζεσαι "
 

 

Η ζωγραφική για μένα είναι η καταγραφή και η διαιώνιση επάνω στον καμβά του αισθήματος που σου προκαλεί το αντικείμενο που περιεργάζεσαι. Πέραν του πορτρέτου, στο οποίο κατά κάποιον τρόπο έχω ειδικευθεί, ασχολήθηκα με το τοπίο, ειδικά της Κέρκυρας: νεκρές φύσεις, θέματα από την ελληνική μυθολογία, λάδια και ακρυλικά και πολλά σχέδια, τα οποία δεν έχουν εκτεθεί ποτέ. Για το ότι πολλά από τα σχέδιά μου είναι με γυμνούς άνδρες, πολλοί δίνουν την εύκολη εξήγηση της επιρροής του δασκάλου μου Γιάννη Τσαρούχη, που εν μέρει ισχύει, και ξεχνούν το γεγονός ότι όλη η ελληνική τέχνη της κλασικής αρχαιότητας επικεντρώθηκε στο ανδρικό γυμνό, εκφράζοντας το ρωμαλέο, τη δύναμη, τη δράση και την ομορφιά του σώματος. Πάντως, και για να αστειευτούμε, οι περισσότεροι που δέχονταν να μου ποζάρουν πιο άνετα ήταν άνδρες (γέλια).  

 

Tο σπίτι του, στην Κυψέλη. Eνα διαμέρισμα πλημμυρισμένο από πίνακες ζωγραφικής, δίσκους και βιβλία.
Tο σπίτι του, στην Κυψέλη. Eνα διαμέρισμα πλημμυρισμένο από πίνακες ζωγραφικής, δίσκους και βιβλία.
  

 

 Η κρίση με έχει οδηγήσει να ζωγραφίζω στην Ερμού, αλλά, δυστυχώς, δεν βγαίνει ούτε ένα στοιχειώδες μεροκάματο. Μια χαρακτηριστική βραδιά που δεν θα ξεχάσω είναι όταν δεν είχα κάποιο πορτρέτο να ζωγραφίσω κι έτσι, για να περάσω πιο ευχάριστα την ώρα μου, παρατηρούσα και σκιτσάριζα την εκκλησία της Καπνικαρέας. Τότε συνειδητοποίησα ότι οι νέοι που κάθονταν πέριξ της εκκλησίας κρατούσαν και ασχολούνταν μόνο με το κινητό τους. Κανείς δεν μιλούσε με τον διπλανό του. Είναι σημείο αναφοράς της εποχής μας. Αυτό που θα ήθελα να τονίσω είναι ότι μετά κόπων και βασάνων πήρα μια άδεια, εορταστική για την ακρίβεια, από τον Δήμο Αθηναίων. Ζήτησα ανανέωση, αλλά δεν μου δόθηκε, χωρίς να γνωρίζω τον λόγο. Είναι ντροπή για την πόλη που έχει γεννήσει την τέχνη να μην έχει μεριμνήσει για τους καλλιτέχνες του δρόμου. Κάντε μια σύγκριση με την ιστοσελίδα του Δήμου Παρισίων, που με το που μπαίνεις, στην πρώτη σελίδα γράφει ότι βοηθούν και προτρέπουν κάθε καλλιτέχνη δρόμου να απευθυνθεί εκεί για οποιαδήποτε εξυπηρέτηση.

 

 

 

Ο υπαίθριος καλλιτέχνης είναι ψυχολόγος του δρόμου. Συναντώ και παρακολουθώ πρόσωπα σκυθρωπά, λείπει η χαρά και η ευδιαθεσία, παρόλο που βρίσκομαι στον πιο καταναλωτικό δρόμο της χώρας. Σκέφτεσαι πολλές φορές ότι εσύ τους βλέπεις όλους, αλλά οι άλλοι ούτε καν σε βλέπουν. Είμαι κάθε νύχτα στο ίδιο σημείο κι ένα βράδυ μια παρέα μου λέει: “Χθες δεν σε είδαμε”. Ήμουν ακριβώς στο ίδιο μέρος, όπως κάθε βράδυ, αλλά νόμιζαν πως δεν με είδαν. Έτσι κινείται πλέον ο κόσμος, σε διαστάσεις πλήθους.

 

Πλέον, παρατηρώντας και ζώντας μέσα στη σημερινή ζοφερή ατμόσφαιρα της πολύπλευρης κρίσης και κοιτώντας πίσω, έχω πεισθεί πως ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό και πως η ανάγκη είναι το πιο μεγάλο πανεπιστήμιο. Δεν έζησα μια ευτυχισμένη ζωή, αλλά πολλές ευτυχισμένες στιγμές. Όπως είπε και κάποιος σοφός, όσο ζούμε είμαστε καταδικασμένοι να ελπίζουμε».

 

 

 "Σίγουρα, αυτό που θυμάμαι είναι ότι, ενώ οι φίλοι μου έπαιζαν μπάλα, εμένα μου άρεσε να ζωγραφίζω τα κενά περιθώρια στα βιβλία και στα τετράδιά μου".
"Σίγουρα, αυτό που θυμάμαι είναι ότι, ενώ οι φίλοι μου έπαιζαν μπάλα, εμένα μου άρεσε να ζωγραφίζω τα κενά περιθώρια στα βιβλία και στα τετράδιά μου".
 

 

http://xatzidakisart.blogspot.gr/p/blog-page_23.html