Η Νίκη κληρονόμησε μια επιχείρηση με γύψινες κατασκευές για οικοδομές και από το 2010 μέχρι το 2016 διαχειριζόταν τη μιζέρια. Μια αγορά που έπεφτε συνέχεια, καρδιογράφημα επιπέδου σε κώμα του οργανισμού. Λίγο το 2017, αλλά κυρίως το 2018, τα πράγματα άλλαξαν: έρχονταν δουλειές από το πουθενά, σαν να έγινε κάτι μαγικό.


Το ίδιο θαύμα αναρωτιόνταν πώς συνέβη ο Θανάσης, ο υδραυλικός, ένα μεγάλο πολυκατάστημα με εξοπλισμό σπιτιού, μια εταιρεία επαγγελματικών εργαλείων. Όλοι αυτοί είδαν, όπως η Νίκη, τις δουλειές να αυξάνονται κόντρα σε αυτό που ζούσε η υπόλοιπη ελληνική αγορά (και ιδίως η λιανική).


Η ανάπτυξη του τουρισμού και η επέκταση μισθώσεων τύπου AirBnB, όπως όλα δείχνουν, είναι ο λόγος της «ανάστασης» ενός κλάδου που είχε φάει μεγάλη κατρακύλα μετά το 2008 (εκείνη τη χρονιά είχε φτάσει στο απόγειό του μέσα από στεγαστικά δάνεια, άπλετες χρηματοδοτήσεις για κάθε λογής τουριστικές επιχειρήσεις).

 

Κάποιος που ξέρει καλά τον χώρο των λιανικών πωλήσεων λέει πόσο τον εντυπωσίασαν οι αγορές με μετρητά τη «Μαύρη Παρασκευή». Δεν είναι τόσο παράξενο: μέσα στην κρίση γιγαντώθηκαν οι δουλειές χωρίς αποδείξεις και πάσης φύσεως μπίζνες που δεν τις ξέρει η εφορία.



Κατοικίες που γίνονται AirBnB, κτίρια γραφείων που μετατρέπονται σε AirBnB, παλιά κτίρια που ανακαινίζονται σε ξενοδοχεία μπουτίκ. Αυτά στην Αθήνα (και στη Θεσσαλονίκη), γιατί στις τουριστικές περιοχές αυξάνεται η κατασκευαστική δραστηριότητα για πάσης φύσεων καταλύματα ή συμπληρωματικές δραστηριότητες (εστίαση κ.λπ.)

 

Αφού δεν υπάρχουν τράπεζες για τον υπερδανεισμένο τουριστικό κλάδο, έχουν αναλάβει δράση «υβριδικοί» χρηματοδότες, π.χ. Πολωνοί tour operators.

 
Μ' αυτά και μ' αυτά, βγάζουν το κεφάλι έξω από το νερό και αρκετά αρχιτεκτονικά γραφεία που επί χρόνια ένιωθαν την έλλειψη οξυγόνου από την παρατεταμένη κρίση. Έχουν αρχίσει και προσλαμβάνουν, μετά από μακρά περίοδο στασιμότητας. Μη φανταστείτε μισθούς απλόχερους. Οι πιο πολλές προσλήψεις κλείνουν στα 600-1.000 ευρώ, σε σπάνιες περιπτώσεις φθάνουν τα 1.500.


Μαζί με όλα αυτά παίρνει ανάσες και το design. Αυτά σε μια χώρα που την είχε πνίξει ο νεοπλουτισμός της περιόδου 1996-2008, που δεν υπήρχε κουλτούρα, ενώ η γειτονική Κωνσταντινούπολη έμοιαζε συγκριτικά ως Μέκκα, με μεγάλη κοινότητα και πληθώρα δημιουργών.

 

Η αισθητική πλευρά ξαναχτίζεται μετά τις ερπύστριες του νεοπλουτισμού (1996-2008) και την ισοπέδωση της κρίσης (μετά το 2009). Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η αισθητική πλευρά ξαναχτίζεται μετά τις ερπύστριες του νεοπλουτισμού (1996-2008) και την ισοπέδωση της κρίσης (μετά το 2009). Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Η αισθητική πλευρά ξαναχτίζεται μετά τις ερπύστριες του νεοπλουτισμού (1996-2008) και την ισοπέδωση της κρίσης (μετά το 2009). Τα ξενοδοχεία μπουτίκ, οι τάσεις στα AirBnB, οι ανάγκες διαφοροποίησης στους χώρους εστίασης (από τα gourmet εστιατόρια μέχρι τα συνεργατικά καφέ), όλα αυτά έχουν κάποια συμβολή σε πιο προσεγμένους χώρους, λιγότερο κιτς, πιο «ψαγμένη» διακόσμηση. Και περισσότερος μινιμαλισμός, γιατί το budget είναι περιορισμένο, αλλά και με κάποια απόσταση από τον νεοπλουτισμό.


Εντάξει, υπάρχει ακόμα η Βαβέλ των στυλ, σε μια πόλη (και μια χώρα) που είχε συνηθίσει να χτίζει νησιώτικα σπίτια στα βουνά και πηλιορείτικα αρχοντικά σε νησιά. Και με την απλοχεριά δημοσίου και δήμων, να σκορπάνε λεφτά ΕΣΠΑ για ακίνητα αμφίβολης χρήσης, κάτι που συνεχίζουν δυναμικά, ειδικά σε προεκλογική περίοδο.


Αχ, ας δούμε τη θετική πλευρά, με λιγότερη γκρίνια. Η Αθήνα μέσα στη διάρκεια της κρίσης, απέκτησε κάποιες πιο όμορφες πλευρές (παρότι ένα άλλο μεγάλο ποσοστό από γειτονιές έμειναν στάσιμες ή επιδεινώθηκαν). Επιχειρήσεις και ιδιώτες επένδυσαν σε καλύτερο design, σ' αυτό βοήθησαν οι παρεμβάσεις των μη κερδοσκοπικών ( πχ «Νιάρχος») και οι απλοχεριές –εν μέσω κρίσης– από το ΕΣΠΑ. Αν συνεχίσει η θετική ροή του τουρισμού στην Αθήνα, τότε θα διατηρηθεί αυτή η ανακουφιστική κατάσταση, όπου συνυπάρχουν στην πόλη οι πλευρές οι «φανερές» που θαυμάζουν οι αλλοδαποί επισκέπτες και οι άλλες, οι «κρυφές», που σιχτιρίζουν οι ντόπιοι.

 

Επιχειρήσεις και ιδιώτες επένδυσαν σε καλύτερο design. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Επιχειρήσεις και ιδιώτες επένδυσαν σε καλύτερο design. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Πολλές αποχρώσεις του «γκρι»

Κάποιος που ξέρει καλά τον χώρο των λιανικών πωλήσεων λέει πόσο τον εντυπωσίασαν οι αγορές με μετρητά τη «Μαύρη Παρασκευή». Δεν είναι τόσο παράξενο: μέσα στην κρίση γιγαντώθηκαν οι δουλειές χωρίς αποδείξεις και πάσης φύσεως μπίζνες που δεν τις ξέρει η εφορία: από όλες σχεδόν τις δουλειές της οικοδομής μέχρι γνωστά μαγαζιά που δίνουν φτηνά τα ακριβά κινητά – είναι κοινό μυστικό ότι έχουν βρει τρόπο να «αποφεύγουν» τις πληρωμές ΦΠΑ.


Η κρίση βοήθησε την Αθήνα (και τη χώρα) να περιορίσει το νεοπλουτίστικο κιτσαριό και να καταφύγει, από ανάγκη, σε έναν ανακουφιστικό μινιμαλισμό. Να το δούμε από τη θετική πλευρά: πολλοί επισκέπτες έρχονται πλέον όχι μόνο για τα αρχαία μνημεία, αλλά και για να ζήσουν εμπειρίες στη σύγχρονη Αθήνα. Αρκετοί από αυτούς συγκινούνται και από τον μύθο της πόλης που νίκησε –στο κομμάτι της που επισκέπτονται– την κρίση. Μέσα στο theme park της κρίσης βρίσκουν καλά μπαρ, συμπαθητικά εστιατόρια, ενίοτε τους συγκινεί και η ασυδοσία του –σε αρκετό βαθμό εισαγόμενου– graffiti. Λεπτή η ισορροπία, μπορούμε να τη διατηρήσουμε.

 

Υ.Γ. Δεν μπορώ να χωνέψω ότι το Μαρακές είναι πολύ πιο καθαρό από την Αθήνα. Και δεν μιλώ για τις τουριστικές γειτονιές του, αλλά κυρίως αυτές που κατοικούν μόνο ντόπιοι. Ρητορική η απορία μου. Μακάρι να μείνει η κατάσταση της Αθήνας περίπου όπως είναι. Γιατί με τις δομές που αντιμετωπίζει το θέμα της καθαριότητας, υπάρχει πιθανότητα να επιδεινωθεί.