ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΝΣΤΑΝΝΤΙΝΟΣ ΚΑΚΑΝΙΑΣ

 

Χριστέ μου, Χριστούλη μου! Η κατάστασή μου είναι σοβαρή. Πάσχω, Κύριε, πάσχω. Η βαφή στα μαλλιά μου δεν έπιασε, έχω ρίζες! Αχ, τι θα κάνω, πώς θα εμφανιστώ σ' αυτά τα χάλια; Χριστέ μου, Χριστούλη μου, αναστήσου, αναστήσου Χριστέ μου λίγο πιο πριν… έλα ντάρλινγκ Jesus, κάνε το για μένα. Αμ, το άλλο δε στο είπα, Τ-Ρ-Α-Γ-Ι-Κ-Ο, η σκυλίτσα μου η Λούλα λαχανιάζει. Λαχανιάζει το κακόμοιρο, αχ Χριστέ μου, τι να έχει πάθει το ζωντανό; Μήπως είναι λύσσα; (Κύριέ μου, Εσύ που τα βλέπεις όλα, φύλαξέ με απ' όλα τα κακά…). Δηλαδή θα έχω λυσσασμένο pet; Αχ Χριστέ μου, δεν θα το αντέξω, αναστήσου Χριστέ μου, πριν λυσσάξει για τα καλά.

 

… άλλα φρικτά, είμαι σχεδόν πράσινη… Η ΝΙΚΟΛ ΠΑΠΑΓΑΛΕΑ ΑΓΟΡΑΣΕ ΑΠΟ ΤΗ ΛΟΥΙΖΑ ΦΟΡΜΑ-ΤΑΓΙΕΡ «ΓΚΟΥΑΤΕΜΟΝΟ ΜΠΕΫ», το νέο λουκ του Alexander McQueen! Γιατί, Χριστέ μου, δεν με έστειλες εμένα πρώτη να το αγοράσω; Τώρα αν το πάρω, θα νομίζει ότι την αντιγράφω. (εγώ… την Παπαγαλέα… αν είναι δυνατόν…). Αλλά το θέλω Χριστούλη μου, είναι μήπως κακό; … Ένα ταγιέρ θέλω κι εγώ η καημένη. Αναστήσου Χριστέ μου, αναστήσου, είναι πραγματικά επείγον. Πνίγομαι, χάνομαι, σβήνω.

 

Καλά… ξέχασα, κάθεσαι; Με πήρε χτες η Ζωζώ και μου είπε γι' αυτή τη φίλη της φίλης της Δοξούλας. Την λένε, λέει, Χρύσα ή Χρίστη Δούλου και κάνει εννοιολογικές παραστάσεις σε μια μπουτίκ για περούκες κάπου στην οδό Αγίας Ζώνης. Με ξέπλεκα μαλλιά και ντυμένη με μαύρα κιμονό, ουρλιάζει, παραληρεί και κλαίει αγορεύοντας για το αρχιτεκτονικό δράμα της πλατείας Κολωνακίου, για τις χαμένες ψυχές, για τις Hermes μαϊμού. Δεν είναι καταπληκτικό; Στο ομολογώ, Χριστούλη μου, κάπου μέσα μου ζήλεψα… γιατί δεν το σκέφτηκα εγώ πρώτη… Γιατί η Χρύσα ή Χρίστη Δούλου και όχι εγώ; Είμαι κι εγώ εννοιολογική καλλιτέχνις, είμαι ηθοποιός, έχω ταλέντο (ταλεντάρα ίσως). Τι μου λείπει; Μια ευκαιρία θέλω μόνο, Χριστέ μου. Χριστέ μου, Χριστούλη μου, αναστήσου επιτέλους, δεν αντέχω. Έσπασε το σεσουάρ μου. Δεν μου αλλάζουν τα παπούτσια, είναι λέει φορεμένα -μα για μία γρατζουνιά;- είναι εντελώς αόμματοι; Ανίκανοι, Χριστούλη μου, και μετά σου λέει, επαγγελματίες… Αρρώστησε ο κομπιούτερ μου. Έχει απεργία η Suisse Air. Σώσε με, Χριστέ μου, σώσε με.

 

© Κωνσταντίνος Κακανιάς
© Κωνσταντίνος Κακανιάς

 

Μα ντάρλινγκ Jesus, μήπως έχεις κανένα παράπονο από μένα; Δεν σε αγαπώ; Δεν σε φροντίζω; Αφού ξέρεις πόσο μου αρέσει η δουλειά σου και σε όλους λέω τα καλύτερα για σένα. Είμαι η Κωστούλα σου και είσαι ο Superstar μου.

 

Α, α, α, μου ήρθε ο λογαριασμός του ψυγείου για τις γούνες μου για το καλοκαίρι… ούτε σουπερμάρκετ να ήμουνα… Μήπως να τις αφήσω να σκάσουν; Αχ, τι να κάνω, Χριστούλη μου, βγάλε με από αυτή τη δύσκολη θέση (μήπως να τις μεταποιήσω σε χαλιά να βρω την υγειά μου;)… Υγεία, υγεία, πάνω απ' όλα Χριστούλη μου… Το ξέρω, Χριστέ μου, έχω σφάλλει, το βλέπω, το νιώθω, αλλά θέλω να φτιάξω, να γίνω καλύτερος άνθρωπος. Γονατιστή, ταπεινωμένη, ευσπλαχνία σου ζητάω, Χριστέ μου, και μια γρήγορη Ανάσταση πριν από τους Ρώσους, τους Αλβανούς, τους Αιθίοπες, Ανάσταση τώρα, για μένα, για πάντα.

 

Αχ, παρασύρθηκα και σχεδόν ξέχασα το καταραμένο το Botox, δεν έπιασε καλά και χύθηκε λίγο προς το μάτι μου. Είναι φρικτό, αποκρουστικό, εξευτελιστικό… Είμαι σχεδόν παραμορφωμένη και έχω και λίγο τικ. Μήπως είμαι τέρας;;; Λυπήσου με, Κύριε, λυπήσου με, εμένα και όλες τις άλλες σαν και μένα, θύματα του Botox. Αναστήσου Κύριε, αναστήσου, πριν αφήσω και την τελευταία μου πνοή, εξουθενωμένη από τις δίαιτες (στο ορκίζομαι, από Καθαρή Δευτέρα μόνο σασίμι τρώω). Πέφτω, Χριστέ μου, αδύναμη, λιγοθυμάω από τον καναπέ στην πολυθρόνα. Χριστέ μου, Χριστούλη μου, Εσύ που ακούς τα πάντα, δώσε μου λίγη δύναμη να ανταπεξέλθω κι εγώ θα δώσω 100 ευρώ σε χωριό στην Αφρική, στο υπόσχομαι. Χριστέ μου, Χριστέ μου, Χριστέ μου αναστήσου Εσύ κι εγώ θα τα στείλω, promise.

 

Μα στάσου… ακούω το κινητό μου να ταρακουνιέται, να χτυπιέται μόνο του… λες, λες; 

Ω φως, διάχυτο θείο φως στεφανώνει το κινητό μου… Ω Κύριε, Κύριε, μου φανερώνεσαι Χριστέ μου, τώρα μπροστά μου στο κινητό. Χριστέ μου, είσαι το φως το αληθινό, το πανταχού παρόν, το πάντα κινητό. Ωσαννά, ωσαννά, ωσαννά ψέλνω τρεμάμενη, αχ ιερή έκσταση, τρομακτική συγκίνηση. Πνιγμένη στα δάκρυα μετάνοιας, πέφτω στα ματωμένα σου πόδια, εγώ, η Κωστούλα (μοντέρνα Μαγδαληνή) και τα ασπάζομαι.

 

Άσε με Κύριε να στα πλύνω, για Σένα, τα δάκρυά μου θα γίνουν  σαπούνι, το σάλιο μου ζεστό νερό. Και με τα μαλλιά μου θα πλέξω στα πόδια σου, Κύριε, άνθη αγάπης, κρίνα, ρόδα και γιασεμιά. Δώρισέ μου τα καρφιά σου, Χριστέ μου, να καρφωθώ η ίδια, να νιώσω τον πόνο σου. Η ανάσα μου ανάσα σου, το αίμα μου αίμα σου, η ψυχή μου ψυχή σου, είμαι δική σου, είμαστε Ένα, τώρα, για πάντα.

 

Πάνω από τα σύννεφα γλυκές φωνές αγγέλων κράζουν, «Κωστούλα, Κωστούλα, Jesus loves you» κι εγώ απαντώ κραδαζόμενη από τα αναφιλητά, αλληλούια, αλληλούια, αλληλούια. Ζεις, Χριστέ μου, ζεις και σε ευχαριστώ  που με άκουσες.

Δική σου για πάντα

Κ.

 

Υ.Γ.: Χριστούλη μου, ήθελα και κάτι άλλο… μήπως μπορείς να μου βάλεις και λίγα λεφτά στην Ελβετία… είμαι ταπί…

J’ adore you.

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη LIFO στις 13/04/06.