Η είδηση ότι θα παρουσιαζόταν στην Αθήνα το «Εργαστήριο Διλημμάτων» του Γιώργου Δρίβα, με το οποίο συμμετείχε η Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας το 2017, ήταν μία από τις πιο ευπρόσδεκτες στην επικαιρότητα των εικαστικών τεχνών. Κι αυτό γιατί οι εν λόγω παρουσιάσεις ήταν από τις πρώτες δραστηριότητες που «έφαγε» η κρίση στο πλάνο των περικοπών δημόσιων δαπανών.


Πέρα από τη χαρά της ανάκτησης αυτού του χαμένου πολιτιστικού αγαθού, η τωρινή παρουσίαση θα ικανοποιούσε και ένα αιωρούμενο αίσθημα περιέργειας για το έργο του Γιώργου Δρίβα, το οποίο είχε κερδίσει τις εντυπώσεις από την πρώτη στιγμή της επιλογής του –προτού, δηλαδή, υλοποιηθεί− ως «μια αφηγηματική εγκατάσταση βασισμένη στην τραγωδία του Αισχύλου "Ικέτιδες", η οποία επιχειρεί, με αφορμή το δίλημμα που η τραγωδία θέτει για επιλογή μεταξύ της σωτηρίας του Ξένου και της διατήρησης της όποιας ασφάλειας του Εγχώριου, να εκθέσει την αγωνία, την απορία και τη σύγχυση ατόμων και κοινωνικών ομάδων όταν καλούνται να διαχειριστούν παρόμοια διλήμματα».


Αναγγελλόταν δηλαδή ως ένα σύγχρονο έργο, δομημένο γύρω από τη βάση ενός αρχαίου ελληνικού ώστε να παράγεται ένα νέο σχήμα καλλιτεχνικής μετάπλασης, χάρη στο οποίο ο θεατής θα μπορούσε να συνδιαλλαγεί με το πραγματικό-τραυματικό γεγονός που είναι το μεταναστευτικό και το οποίο βρισκόταν σε μια ιδιάζουσα έξαρση το 2016, χρονιά κατά την οποία επιλέχθηκε για τη Βενετία το «Εργαστήριο Διλημμάτων».

 

Αυτή η σιγανή μουρμούρα διατύπωνε την ήπια μομφή ότι στις μέρες μας, και δεδομένης της σύγχρονης ελληνικής εικαστικής παραγωγής, η «ελληνοπρέπεια» των καλλιτεχνικών προτάσεων που υποβάλλονται για εθνική εκπροσώπηση σε διεθνείς καλλιτεχνικές διοργανώσεις έχει τη γλυφή γεύση μιας «παράστασης ρόλου»


Ωστόσο, ήδη από την πρώτη στιγμή δεν έλειψαν οι γκρίνιες. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που μουρμούριζαν για το ότι ακόμα μία εθνική συμμετοχή θα βασιζόταν σε κάτι από τον πλούτο της αρχαίας μας κληρονομιάς. Και δεν ανακουφίζονταν με την αποδοχή της στατιστικής αλήθειας ότι «μόνο αυτό πουλάμε» ως εθνική πολιτιστική πολιτική.

 

Αλλά ούτε και αναγνώριζαν ότι αυτή η «εθνική πολιτιστική πολιτική» δεν ασκείται πλέον από τους φορείς και τις δομές των υπουργείων αλλά διεκπεραιώνεται σαν από κάποιο αυτόματο πιλότο, επειδή έχει εγγραφεί βαθιά και εγχάρακτα (μήπως και ως τικ; Ποιος ξέρει;) στους πολίτες-καλλιτέχνες, οι οποίοι από μόνοι τους υποβάλλουν προτάσεις με τέτοιες αναφορές.


Το μόνο που αντέτειναν οι παραπονούμενοι ήταν ότι οι εικαστικοί μας καλλιτέχνες σήμερα ούτε την ώρα που τρώνε σουβλάκια δεν αφήνουν για λίγο από το χέρι τα βιβλία του Benjamin, του Adorno ή του Agamben και ότι η χλαμύδα, η φουστανέλα και το διευρυμένο «This is Sparta» της πραγματικότητας δεν τους αφορά πια.


Με άλλα λόγια, αυτή η σιγανή μουρμούρα διατύπωνε την ήπια μομφή ότι στις μέρες μας, και δεδομένης της σύγχρονης ελληνικής εικαστικής παραγωγής, η «ελληνοπρέπεια» των καλλιτεχνικών προτάσεων που υποβάλλονται για εθνική εκπροσώπηση σε διεθνείς καλλιτεχνικές διοργανώσεις έχει τη γλυφή γεύση μιας «παράστασης ρόλου» (βλ. identity performance, όπως είναι γνωστότερη με την αγγλική της ονομασία αυτή η ψυχολογική συνθήκη κατά την οποία, με έναν κάπως υπερβολικό τρόπο, προβάλλει κάποιος προς τους άλλους πληροφορίες για τον εαυτό του, οι οποίες δεν είναι πάντα βέβαιο ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια που βλέπουν οι άλλοι σ' εκείνον).

 

 

«Δίβουλος στέκω» δηλώνει ο βασιλιάς (στη μετάφραση Κ.Χ. Μύρη του 1977) απέναντι στις Ικέτιδες και αυτή είναι η σταθερή στάση του προσεκτικού αναγνώστη ή θεατή του έργου, που, καθώς καταδύεται σε αυτό, από ένα σημείο και μετά παύει να διακρίνει το δίκαιο ενώπιον τόσων πολυεπίπεδων συγκρούσεων φύλων, φυλών, παραδόσεων και επιθυμιών.  Φωτο: Stephie Grape
«Δίβουλος στέκω» δηλώνει ο βασιλιάς (στη μετάφραση Κ.Χ. Μύρη του 1977) απέναντι στις Ικέτιδες και αυτή είναι η σταθερή στάση του προσεκτικού αναγνώστη ή θεατή του έργου, που, καθώς καταδύεται σε αυτό, από ένα σημείο και μετά παύει να διακρίνει το δίκαιο ενώπιον τόσων πολυεπίπεδων συγκρούσεων φύλων, φυλών, παραδόσεων και επιθυμιών. Φωτο: Stephie Grape


Παρ' όλα αυτά, η σύνδεση του «Εργαστηρίου Διλημμάτων» με τις «Ικέτιδες» του Αισχύλου προκάλεσε έξαψη της περιέργειας και θετικές προσδοκίες λόγω της ιδιαιτερότητας και του ανεκμετάλλευτου πλούτου νοημάτων της συγκεκριμένης τραγωδίας. Οι «Ικέτιδες» αναφέρονται συχνά ως η «πιο απλή» τραγωδία του Αισχύλου. Αυτή που δεν κορυφώνεται με πάθος σε μια καταστροφή.


Όμως για τον ίδιο ακριβώς λόγο θεωρείται «σκοτεινή», επειδή η απλότητά της συγκαλύπτει ένα πλήθος ερωτημάτων ηθικής τάξεως που δεν τοποθετούνται ευθέως από το κείμενο αλλά μάλλον απ' ό,τι αυτό παραλείπει. «Δίβουλος στέκω» δηλώνει ο βασιλιάς (στη μετάφραση Κ.Χ. Μύρη του 1977) απέναντι στις Ικέτιδες και αυτή είναι η σταθερή στάση του προσεκτικού αναγνώστη ή θεατή του έργου, που, καθώς καταδύεται σε αυτό, από ένα σημείο και μετά παύει να διακρίνει το δίκαιο ενώπιον τόσων πολυεπίπεδων συγκρούσεων φύλων, φυλών, παραδόσεων και επιθυμιών.

 

Ωστόσο, σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης το θεμελιώδες δίλημμα που υψώνεται έχει ως εξής: οι Ικέτιδες φεύγουν από την Αίγυπτο για να γλιτώσουν από τα πρώτα ξαδέλφια τους που θέλουν να τις κάνουν γυναίκες τους, κάτι που αυτές θεωρούν ότι λόγω της στενής τους συγγένειας είναι παραβατικό και ατιμωτικό.

 

Καταφεύγουν, λοιπόν, στο Άργος και ζητούν άσυλο από τον βασιλιά του. Οι Αιγύπτιοι, όμως, τις κυνηγούν για να τις φέρουν πίσω. Ο βασιλιάς, βοηθώντας τις ξένες γυναίκες που τον εκλιπαρούν, κινδυνεύει να βρεθεί σε πόλεμο με τους Αιγύπτιους. Αν όμως αρνηθεί να δώσει άσυλο στις γυναίκες, τότε καταπατά τους θεϊκούς νόμους και τις αρχές του δικαίου.

 
Με άλλα λόγια, το βασικό δίλημμα είναι αν μια κοινωνία που βρίσκεται ενώπιον του Ξένου προ των πυλών της θα υπερασπιστεί τα ιδανικά του ανθρωπισμού και θα χορηγήσει άσυλο ή θα τα αγνοήσει προκειμένου να περιφρουρήσει την ασφάλειά της.


Το μεγάλο ρίσκο για το «Εργαστήριο Διλημμάτων» ήταν αν θα κατάφερνε μέσα από την προσέγγιση του παραπάνω θεμελιώδους ερωτήματος να σηκώσει ταυτόχρονα και το συλλογιστικό και συναισθηματικό βάρος που προσθέτουν τα αφανή πεδία πολυεπίπεδων δευτερευουσών συγκρούσεων, στις οποίες το αίσθημα του δικαίου παραμένει κυρίως θολό.


Και όλα φαίνονταν σαν ο κύριος Δρίβας, με το έργο του αυτό, να έδινε ένας είδος υπόσχεσης ότι θα πάρει αυτό το ρίσκο και θα τα καταφέρει, απλώς και μόνο επειδή οι σχετικές προανακοινώσεις και αναφορές τόνιζαν πως το «Εργαστήριο Διλημμάτων» θα ήταν κάτι το σύνθετο, με σπουδαίες διαστρωματώσεις νοημάτων, καθώς το έργο θα διαμορφωνόταν από ένα λαβυρινθώδες σκηνογραφικό μέλος, αποσπάσματα κειμένων και κινηματογραφημένο υλικό.

 

Η Σάρλοτ Ράμπλινγκ είναι η λαμπερή συμμετοχή στο πρότζεκτ. Φωτο: Stephie Grape
Η Σάρλοτ Ράμπλινγκ είναι η λαμπερή συμμετοχή στο πρότζεκτ. Φωτο: Stephie Grape


Κι έτσι η λαμπερή συμμετοχή στο πρότζεκτ της μεγάλης σταρ Σάρλοτ Ράμπλινγκ (που απασχόλησε τον Τύπο και προκάλεσε ένα είδος ενθουσιασμού) δεν θα ήταν παρά ένα κερασάκι στην τούρτα, η οποία από μόνη της –το σώμα της τούρτας, δηλαδή, χωρίς κερασάκια− θα αρκούσε προκειμένου να είναι όλοι ευχαριστημένοι, επειδή ήταν φρεσκότατη και τόσο πλούσια γευστικά.

 

Το έργο που μας εκπροσώπησε όμως πέρσι στη Βενετία και που παρουσιάζεται τώρα στο ΕΜΣΤ δεν είναι ανάλογο αυτών των προσδοκιών.


Το βασικό του πρόβλημα ξεκινά από το ότι το πρωταρχικό δίλημμα που διατυπώνεται στις «Ικέτιδες» απομονώνεται αντισηπτικά από κάθε πιθανή συμπαραδήλωσή του και διασκευάζεται μέσα από μια μεταφορά του στο πλαίσιο ενός ερευνητικού εργαστηρίου βιολογίας, όπου πειράματα με στόχο την αντιμετώπιση της ηπατίτιδας οδηγούν σε ένα είδος επιτυχίας, αλλά αυτή η επιτυχία προϋποθέτει τη διατήρηση και αποδοχή ενός αριθμού κυττάρων που ενδεχομένως να αποδειχτούν νοσηρά για τον «ξενιστή» τους.


Τι πρέπει να πράξουν οι επιστήμονες; Μήπως οφείλουν να πάρουν το ρίσκο να διασώσουν τα απειλητικά κύτταρα, επειδή ωφελούν στην αντιμετώπιση της ασθένειας; Ή μήπως πρέπει να διαφυλάξουν την ακεραιότητα του βιοσυστήματος που επιδιώκουν να θεραπεύσουν;


Υπό κανονικές συνθήκες, δηλαδή αν η ανθρώπινη διάστασή μας δεν ήταν τόσο βομβαρδισμένη από όλα αυτά που τη βομβαρδίζουν, ίσως τότε η ανθρωπιά μας να όφειλε πράγματι να είναι αρκούντως ελαστική και διαστελλόμενη, ώστε να καταφέρνουμε να συγκινούμαστε και με τη διάσωση κυττάρων που παράγει η βιοτεχνολογία – δεδομένου εξάλλου ότι τα κύτταρα είναι «τουβλάκια» με τα οποία χτίζεται η ζωή.

 

 

 

Ο Γιώργος Δρίβας και το «Εργαστηρίο Διλημμάτων» στη Μπιενάλε της Βενετίας


Μόνο σε μια τόσο μακρινή συνθήκη θα υπήρχε ένα απειροελάχιστο φάσμα πιθανοτήτων στο οποίο η αναγωγή του διλήμματος των «Ικέτιδων» σε ένα ερευνητικό εργαστήριο βιολογίας θα αποκτούσε κάποια μικρή δύναμη να συγκινήσει.


Σε κάθε άλλη περίπτωση, η αλληγορική δυστοπία του «Εργαστηρίου Διλημμάτων» δεν επιτελεί τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε. Και αυτό συμβαίνει επειδή στις «Ικέτιδες», παρά το Ξένο της μορφής τους, για το οποίο ο Αισχύλος γράφει «[...] σουλούπι, λες, κυπραίικο να χύθηκε / από μαστόρους σερνικούς σε γυναικών καλούπια», τα συναισθήματα κινητοποιούνται επειδή είναι ανθρώπινες υπάρξεις που κατά δήλωσή τους πάσχουν κι έτσι αυτομάτως τίθεται σε εγρήγορση η ταύτιση του θεατή με τους πάσχοντες και το αίτημα ικανοποίησης του κοινού περί δικαίου αισθήματος.


Όμως, το τι προσδιορίζεται ως δίκαιο σε τέτοιες περιπτώσεις παρουσιάζει εντυπωσιακές διακυμάνσεις και κάθε φορά ρυθμίζεται από τον πιο αστάθμητο ψυχολογικό παράγοντα που είναι το έλεος για τον αδύναμο και τον κατατρεγμένο.


Αντίθετα, στο ζήτημα που προκύπτει από τα πειράματα βιολογίας στο «Εργαστήριο Διλημμάτων» είναι αυτονόητο ότι θα επιβάλλεται ο λόγος της επιστήμης. Και αυτός σταθεροποιεί την αντίληψη του δικαίου, επειδή υπακούει μόνο στην επιδίωξη της διατήρησης καλής υγείας.

 

 Ο επισκέπτης στην αρχή ανεβαίνει από μια σκάλα σε ένα εσωτερικό μπαλκόνι από το οποίο έχει εποπτεία του κάτω χώρου, που είναι ο λεγόμενος «λαβύρινθος».  Φωτο: Stephie Grape
Ο επισκέπτης στην αρχή ανεβαίνει από μια σκάλα σε ένα εσωτερικό μπαλκόνι από το οποίο έχει εποπτεία του κάτω χώρου, που είναι ο λεγόμενος «λαβύρινθος». Φωτο: Stephie Grape


Κατά τα άλλα, ο επισκέπτης του «Εργαστηρίου Διλημμάτων» ακολουθεί μέσα σε αυτό μια συγκεκριμένη διαδρομή. Στην αρχή ανεβαίνει από μια σκάλα σε ένα εσωτερικό μπαλκόνι από το οποίο έχει εποπτεία του κάτω χώρου, που είναι ο λεγόμενος «λαβύρινθος».

 

Προχωρώντας πάνω στο μπαλκόνι, το οποίο «τρέχει» περιμετρικά στο μισό περίπου δωμάτιο, ο θεατής συναντά οθόνες στις οποίες προβάλλονται αποσπάσματα από ένα παλιό ντοκιμαντέρ, υποτίθεται, που καταγράφει τις έρευνες ενός καθηγητή, ο οποίος κατέληξε στην ανακάλυψη των περίεργων και επισφαλών νέων κυττάρων.


Το πρώτο πράγμα στο οποίο σκαλώνει το μάτι παρακολουθώντας αυτά τα βίντεο αποσπασματικού χαρακτήρα είναι οι προσπάθειες να φανεί ότι πρόκειται για παλιό κινηματογραφικό υλικό, με στιγμιαίες διακοπές, εξαιτίας των οποίων ξαφνικά δεν βλέπεις παρά «χιόνι», με τα «καρέ» γεμάτα επιμήκεις γραμμές φθοράς από εκείνες που παλιά προκαλούνταν στα φιλμ λόγω της τριβής τους στη μηχανή προβολής και άλλα ανάλογα.

 
Αυτή η «τεχνητή παλαίωση» της εικόνας έχει κάτι το «παιχνιδιάρικο», επειδή δεν φαίνεται να έχει γίνει η παραμικρή προσπάθεια για να είναι πειστική. Αντιθέτως, είναι από την πρώτη στιγμή τόσο σαφές ότι παράγεται με την πιο στάνταρ ψηφιακή επεξεργασία, που φτάνεις στο σημείο να αναρωτιέσαι αν αυτή η σαφήνεια περιέχει κάποιον υπαινιγμό τον οποίο θα έπρεπε να συλλάβεις και να αξιολογήσεις.

 

Το πρώτο πράγμα στο οποίο σκαλώνει το μάτι παρακολουθώντας αυτά τα βίντεο αποσπασματικού χαρακτήρα είναι οι προσπάθειες να φανεί ότι πρόκειται για παλιό κινηματογραφικό υλικό.  Φωτο: Stephie Grape
Το πρώτο πράγμα στο οποίο σκαλώνει το μάτι παρακολουθώντας αυτά τα βίντεο αποσπασματικού χαρακτήρα είναι οι προσπάθειες να φανεί ότι πρόκειται για παλιό κινηματογραφικό υλικό. Φωτο: Stephie Grape


Τελικά εγκαταλείπεις τις προσπάθειες νοηματοδότησης του εφέ, κυρίως επειδή η επανάληψή του σε πείθει ότι πρόκειται μάλλον για ένα είδος «πασαλείμματος», μιας προχειρότητας επιπέδου βιντεοκλίπ λαϊκών τραγουδιών.

 

Βέβαια, γρήγορα ανακαλύπτεις ότι σου επιτρέπει, χάρη στις διακοπές που προκαλεί στη ροή του βίντεο, να πάρεις μια σωτήρια ανάσα από αυτό που βλέπεις, στο οποίο πρωταγωνιστεί ένας πολύ γνωστός και καλός ηθοποιός του θεάτρου, που όμως φαίνεται να έχει καθοδηγηθεί προς την ιδέα να ερμηνεύει τον καθηγητή-ερευνητή βιολόγο με τον στόμφο του αείμνηστου ηθοποιού Θάνου Λειβαδίτη, όπως τον θυμόμαστε στις δόξες του, ως δικηγόρο Άγγελο Καρνέζη, στο σίριαλ «Οι Δίκαιοι», που γνώρισε τεράστια τηλεοπτική επιτυχία στις αρχές της δεκαετίας του 1970.


Τον «Καρνέζη» πλαισιώνουν αμίλητοι, σοβαρότατοι συνεργάτες του με ιατρικές μπλούζες και τα χέρια στις τσέπες, ακριβώς όπως έχουμε μάθει να τους αναγνωρίζουμε από τις αναπαραστάσεις ερευνητικών κέντρων στις τηλεοπτικές διαφημίσεις οδοντόπαστας.

 

Ωστόσο, αυτές οι στιγμές που ο «Καρνέζης» απευθύνεται στο βωβό επιστημονικό προσωπικό του και τα πλάνα έχουν αυστηρές συμμετρίες, το φόντο τους είναι ψυχρό και ίσως ζοφερό και τα πρόσωπα στέκουν σχεδόν ασάλευτα μας παρέχουν ένα κλειδί αναγνώρισης των αισθητικών αναφορών της εικόνας, που είναι το περίφημο θρίλερ επιστημονικής φαντασίας «Gattaca» του 1997.

 

Κατεβαίνοντας από το μπαλκόνι στον «λαβύρινθο» του «Εργαστηρίου Διλημμάτων», η αίσθηση ότι εξακολουθείς να είσαι σε πλατό του «Gattaca» συνεχίζεται, αλλά ατονεί ελαφρώς προς όφελος της εντύπωσης ότι βρίσκεσαι σε διαδρόμους multiplex κινηματογράφου, ψάχνοντας το πωλητήριο ποπ-κορν.

 

Κάθε τόσο στους στιλπνούς τοίχους του «λαβυρίνθου» συναντάς αναγραφές αποσπασμάτων από το σενάριο. Από αυτές πείθεσαι ότι η αρχική σου υποψία ήταν βάσιμη: η υπεραπλούστευση του σεναρίου σε επίπεδο τηλεοπτικού σίριαλ της απογευματινής ζώνης καταντά κωμική, ειδικά στα σημεία όπου γίνονται αναφορές στο επιστημονικό, υποτίθεται, αντικείμενο του ερευνητικού κέντρου.


Το τελευταίο δώμα του «Εργαστηρίου Διλημμάτων» είναι μια αίθουσα προβολής με γιγάντια οθόνη. Σε αυτήν ο επισκέπτης παρακολουθεί μια επιστημονική συνεδρίαση στη διάρκεια της οποίας τίθενται επί τάπητος και με ιδιαίτερη σκληρότητα όλα τα ηθικά διλήμματα που φέρνουν στο προσκήνιο οι ανακαλύψεις των ερευνητών.


«Μη χάσετε τη Σάρλοτ Ράμπλινγκ!» προέτρεπε ένα ξένο δημοσίευμα που αναφερόταν στο ελληνικό περίπτερο στη Βενετία. Και η αλήθεια είναι ότι η Σάρλοτ Ράμπλινγκ είναι μια χαρά στον ρόλο της προέδρου, ας πούμε, αυτής της συνεδρίασης. Στο ύψος της φήμης και του ταλέντου της.

 

Τον «Καρνέζη» πλαισιώνουν αμίλητοι, σοβαρότατοι συνεργάτες του με ιατρικές μπλούζες και τα χέρια στις τσέπες, ακριβώς όπως έχουμε μάθει να τους αναγνωρίζουμε από τις αναπαραστάσεις ερευνητικών κέντρων στις τηλεοπτικές διαφημίσεις οδοντόπαστας. Φωτο: Stephie Grape
Τον «Καρνέζη» πλαισιώνουν αμίλητοι, σοβαρότατοι συνεργάτες του με ιατρικές μπλούζες και τα χέρια στις τσέπες, ακριβώς όπως έχουμε μάθει να τους αναγνωρίζουμε από τις αναπαραστάσεις ερευνητικών κέντρων στις τηλεοπτικές διαφημίσεις οδοντόπαστας. Φωτο: Stephie Grape


Αυτό όμως είναι και το πρόβλημα. Είναι τόσο τέλεια που μετατρέπεται σε βραχομαγνήτη, πάνω στον οποίο συνθλίβονται όλοι οι άλλοι με δύναμη. Παίζει με το ακαταμάχητο ατού ότι μιλά στη μητρική της γλώσσα, ενώ οι υπόλοιποι ηθοποιοί, που είναι Έλληνες, μιλούν τα αγγλικά που μοιραία μιλούν.

 
Κι αν προσθέσουμε τον εντελώς άλλο στόμφο με τον οποίο παίζουν οι Έλληνες ηθοποιοί, τότε αμέσως ξεχνάς κάθε πιθανό ηθικό δίλημμα και παρακολουθείς μόνο μια δεινή σύγκρουση πολιτισμών. Εξυπακούεται ότι το βίντεο της επιστημονικής συνεδρίασης είναι κάτι σαν γκραν-φινάλε του «Εργαστηρίου Διλημμάτων».

 

Κι επειδή κάθε γκραν-φινάλε «οξυγονώνεται» από την υπερβολή, το εφέ «Gattaca» γίνεται εδώ ακόμα πιο κατακλυσμικό και οι διάλογοι πολύ πιο άγευστοι, υψώνοντας όμως τον τόνο τους προς το δήθεν δυνατότερο και ηρωικότερο.


Είναι το σημείο του έργου στο οποίο πέφτουν και οι τελευταίες αντιστάσεις του θεατή και τότε αναγνωρίζει ανοιχτά ότι το «Εργαστήριο Διλημμάτων» εκλαμβάνει τον εαυτό του ως κάτι πολύ σπουδαιότερο απ' ό,τι πραγματικά είναι.


Αυτός όμως είναι ο ορισμός του cult. Και μέσα από αυτό το πρίσμα το «Εργαστήριο Διλημμάτων» αναδεικνύεται ένα εξαιρετικό cult έργο. Μέσα από οποιοδήποτε άλλο πρίσμα είναι ένα ελληνικότατο άρπα-κόλλα.

 

Αν από μόνο του είχε αποβάλει εξαρχής όλα τα περί «Ικετίδων», μεταναστευτικού ζητήματος, ηθικών διλημμάτων και λοιπά διαπιστευτήρια μιας υψιπέτιδος διάθεσης και είχε πάει στη Βενετία για να αυτοπαρουσιαστεί ως ένας «ελληνικότατος cult φόρος τιμής στην ταινιάρα "Gattaca" για τη συμπλήρωση 20 ετών από την πρώτη παρουσίασή της», τότε θα είχε τους διεθνείς προβολείς στραμμένους όλους πάνω του, επειδή θα έλεγε μια τόσο αδιαμφισβήτητη αλήθεια.


Και τότε, μόνο τότε, ίσως βρισκόταν κάποιος δεινός παρατηρητής ο οποίος θα έκανε αναγωγές σε κάτι υψηλότερο και μέσω αυτών ενδεχομένως να άγγιζε τα διλήμματα που έχει θέσει ο Αισχύλος.

 
Όμως σε μια τέτοια περίπτωση το «Εργαστήριο Διλημμάτων» δεν θα είχε επιλεγεί ποτέ για να εκπροσωπήσει τη χώρα.
Κι έτσι, φτάνουμε στον φαύλο κύκλο που συνιστά την οριστική αποκωδικοποίηση του φαινομένου.


Η αλήθεια είναι ότι το 2016 έγιναν μερικές σημαντικές αλλαγές στη διαδικασία επιλογής των έργων που μας εκπροσωπούν στη Βενετία. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν ότι ένας καλλιτέχνης μπορεί να υποβάλει από μόνος του μία πρόταση έργου και να υποδείξει έναν επιμελητή που θα την υποστηρίξει θεωρητικά.

 

«Μη χάσετε τη Σάρλοτ Ράμπλινγκ!» προέτρεπε ένα ξένο δημοσίευμα που αναφερόταν στο ελληνικό περίπτερο στη Βενετία. Αυτό όμως είναι και το πρόβλημα.  Φωτο: Stephie Grape
«Μη χάσετε τη Σάρλοτ Ράμπλινγκ!» προέτρεπε ένα ξένο δημοσίευμα που αναφερόταν στο ελληνικό περίπτερο στη Βενετία. Αυτό όμως είναι και το πρόβλημα. Φωτο: Stephie Grape


Παλιότερα, η ανοιχτή πρόσκληση του ΥΠ.ΠΟ. απευθυνόταν μόνο σε επιμελητές και θεωρητικούς τέχνης, όχι στους καλλιτέχνες. Εδώ και μερικά χρόνια, όμως, διατυπωνόταν συχνά από την πλευρά των καλλιτεχνών το αίτημα να μπορούν κι εκείνοι να υποβάλουν προτάσεις στο υπουργείο. Κι έτσι προέκυψε αυτή η ρύθμιση, χάρη στην οποία έφτασαν στο ΥΠ.ΠΟ. συνολικά 32 προτάσεις, ενώ με το προηγούμενο σύστημα δεν ξεπερνούσαν ποτέ τις 10.


Ο κ. Δρίβας είναι ο πρώτος καλλιτέχνης που επωφελήθηκε από το δικαίωμα να υποβάλει μόνος του πρόταση συμμετοχής, μαζί με υπόδειξη του επιμελητή που θα την υποστήριζε καλύτερα. Δεν είναι βέβαιο ότι ολόκληρο το σύμπαν συνωμότησε για να το πετύχει. Είναι όμως σίγουρο ότι υπήρξαν αρκετές αντιδράσεις για το ότι πρότεινε τον κ. Ορέστη Ανδρεαδάκη ως επιμελητή του, επειδή αυτός δεν προέρχεται από τον χώρο των εικαστικών τεχνών.


Οι αντιδράσεις αυτές ήταν μάλλον παβλοφικού τύπου και υπέρ της προάσπισης της εικαστικής συντεχνίας (περίπου στο μήκος κύματος της αντίδρασης των ταξιτζήδων ενάντια στο UBER). Δεν σχετίζονταν με την «απόδοση» του κ. Ανδρεαδάκη στον ρόλο του επιμελητή, και μάλιστα σε ένα τόσο cult έργο όσο είναι το «Εργαστήριο Διλημμάτων», η οποία εν τέλει δεν αξιολογήθηκε ποτέ αρκετά.


Με μια νέα, πολύ σημαντική ρύθμιση που θα εφαρμοστεί για πρώτη φορά φέτος κατά την επιλογή του έργου που θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας το 2019, όλες οι προτάσεις που θα υποβάλλονται στο ΥΠ.ΠΟ. θα δημοσιοποιούνται σε ιστοσελίδα. Αυτό είναι ένα σπουδαίο βήμα μπροστά όσον αφορά τη διαφάνεια των διαδικασιών που χρειάζεται να υπάρχει όχι μόνο για λόγους τυπικότητας αλλά και για προστασία των προσώπων που προκρίνονται.

 
Το κόστος της ελληνικής παρουσίας στην Μπιενάλε της Βενετίας δεν είναι μικρό. Το «Εργαστήριο Διλημμάτων», για παράδειγμα, είχε έναν προϋπολογισμό 221.356 ευρώ. Μπορεί να είναι περίπου το ένα τρίτο των αντίστοιχων κρατικών κονδυλίων που δαπανώνταν προ κρίσης, αλλά εξακολουθούν να είναι πολλά τα λεφτά. Είναι βέβαια και τα κόστη τέτοια, που αυξάνουν πάντα τη συνολική δαπάνη.

 

Για παράδειγμα, τα μεταφορικά. Φαίνεται ότι σε αυτό τον τομέα επαληθεύεται εύκολα το «ούνα φάτσα, ούνα ράτσα» μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας, καθώς η διαπόρθμευση με βαπορέτο του σκηνογραφικού μέλους του «Εργαστηρίου Διλημμάτων» από το τεχνητό νησί Tronchetto (που χρησιμεύει για πάρκινγκ αυτοκινήτων και προσωρινό αποθετήριο εμπορευμάτων) μέχρι την είσοδο του ελληνικού περιπτέρου κόστισε 3.900 ευρώ, ποσό μόλις κατά 200 ευρώ (περίπου) μικρότερο από το συνολικό κόστος μεταφοράς του έργου από τη Βενετία στην Αθήνα.

 

Το κόστος της ελληνικής παρουσίας στην Μπιενάλε της Βενετίας δεν είναι μικρό. Το «Εργαστήριο Διλημμάτων», για παράδειγμα, είχε έναν προϋπολογισμό 221.356 ευρώ.
Το κόστος της ελληνικής παρουσίας στην Μπιενάλε της Βενετίας δεν είναι μικρό. Το «Εργαστήριο Διλημμάτων», για παράδειγμα, είχε έναν προϋπολογισμό 221.356 ευρώ.


Δεν οδηγεί όμως σε κάποιο ουσιώδες λογικό συμπέρασμα ή σε κάποια αποκάλυψη η εξονυχιστική μελέτη των κονδυλίων που συνδέονται με την ελληνική εκπροσώπηση στη Βενετία. Ας παραδεχτούμε απλώς ότι το κόστος της ανά διετίας συμμετοχής θα είναι μάλλον κάπου τόσο και ότι, όσο μεγάλο κι αν φαντάζει για τους καιρούς ανέχειας που ζούμε, δικαιολογείται, επειδή σχετίζεται με την ελληνική παρουσία στη σημαντικότερη διεθνή έκθεση σύγχρονης τέχνης, η οποία επιπλέον είναι η μόνη εναπομείνασα με εθνικές συμμετοχές που επιτρέπουν να ξεδιπλώνεται η εκάστοτε πολιτιστική πολιτική.

 

Ο καλλιτεχνικός κόσμος δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος από την εκπροσώπησή μας στη Βενετία. Μερικές φορές μοιάζει υπερβολικός και καχύποπτος. Τις περισσότερες φορές όμως δεν έχει άδικο.


Ο καλλιτεχνικός κόσμος δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος από την εκπροσώπησή μας στη Βενετία. Μερικές φορές μοιάζει υπερβολικός και καχύποπτος. Τις περισσότερες φορές όμως δεν έχει άδικο, γιατί είναι συχνότερο να βλέπεις ότι (όπως ακριβώς συνέβη και με τα «Εργαστήριο Διλημμάτων») τα ελληνικά έργα που παρουσιάζονται στη Βενετία τα χωρίζει ένα τεράστιο «εκφραστικό χάσμα» απ' όλα εκείνα που βλέπουμε να εκτίθενται εδώ στην Αθήνα και που ευρέως αναγνωρίζονται ως η πρώτη γραμμή της «εδώδιμης» καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Με άλλα λόγια, στη Βενετία δεν αποβιβάζεται ποτέ το Ζeitgeist της σύγχρονης ελληνικής εικαστικής σκηνής. Και αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να διορθωθεί.


Ένας «διαγωνισμός ιδεών» (μιλώντας γενικά και όχι μόνο για την εκάστοτε επιλογή της εθνικής συμμετοχής στην Μπιενάλε της Βενετίας), εάν δεν προσκομίζει ο ίδιος εχέγγυα ορθής και δίκαιης λειτουργίας, μοιραία δεν θα λαμβάνει συμμετοχές από αυτούς που θα ονειρευόταν να λάβει. Γιατί όταν δεν παρέχονται αυτά τα εχέγγυα, οι σοβαροί απέχουν.

 

Συμμετέχουν μόνο οι «τζογαδόροι», οι οποίοι «ποντάρουν» κι ό,τι βγει, οι αδαείς, που κυρίως ευχαριστιούνται τη χαρά της απόρριψης που τους περιμένει, και οι δόλιοι, που μελετούν εξονυχιστικά το φάσμα της διαβλητότητας του διαγωνισμού προς το συμφέρον τους και συνήθως επωφελούνται από τη συμμετοχή των δύο προηγούμενων κατηγοριών για τις αξιοποιήσουν ως καμουφλάζ.


Η απόφαση του ΥΠ.ΠΟ. να δημοσιοποιεί τις προτάσεις που θα υποβάλλονται για την επιλογή του έργου που θα μας εκπροσωπεί στη Βενετία είναι πρωτοφανής στα χρονικά των διαδικασιών. Και είναι γεγονός ότι θα συμβάλει στη διαύγεια και στην εδραίωση ενός πνεύματος εμπιστοσύνης από την πλευρά των συμμετεχόντων προς τον θεσμό. Μέχρι φέτος ξέραμε ποια είναι τα μέλη της εκάστοτε επιτροπής που έκρινε, αλλά δεν ξέραμε ποιοι ήταν οι κρινόμενοι. Αυτό λοιπόν τελειώνει.

 

Μια άλλη ρύθμιση που έγινε ήταν η διεύρυνση της γνωμοδοτικής επιτροπής που συστήνεται ad hoc για την επιλογή του έργου που μας εκπροσωπεί και που απαρτίζεται από εκπροσώπους θεσμικών φορέων. H διεύρυνση έγινε για λόγους αντιπροσωπευτικότητας, δηλαδή για να εκπροσωπηθούν περισσότεροι φορείς και κυρίως οι περιφερειακοί σε επίπεδο πανεπιστημίων.

 

Όπως επίσης και λοιποί φορείς, όπως η Εθνική Πινακοθήκη, η οποία τα τελευταία χρόνια είχε μείνει εκτός των διαδικασιών επιλογής, παρά την ιστορική της σημασία ως φορέα που υπήρχε και πριν από το ίδιο το ΥΠ.ΠΟ.

 
Έτσι, λοιπόν, η γνωμοδοτική επιτροπή θα είναι εννεαμελής, ενώ μέχρι τώρα ήταν επταμελής. Η μεταβολή αυτή διέπεται κι αυτή από ένα πνεύμα λογικής και ευαισθησίας.


Τι απομένει, λοιπόν, για να είναι πια όλοι ευτυχισμένοι; Μάλλον η απόλυτη διεύρυνση της εκλεκτορικής βάσης. Μόνο αυτή θα περιόριζε την καχυποψία ότι το σύστημα επιλογής ίσως παραμένει ακόμα διαβλητό.


Δεν θα έπρεπε να ψηφίζουν όλοι, όπως συμβαίνει π.χ. με την εθνική υποψηφιότητα στον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision. Θα έπρεπε όμως να ψηφίζουν όλοι οι «επαΐοντες». Δηλαδή τα μέλη των σωματείων των κριτικών τέχνης, των ιστορικών και θεωρητικών της τέχνης, των αποφοίτων των σχολών Καλών Τεχνών και των φοιτητών τους.

 

Αυτή η διευρυμένη εκλεκτορική βάση θα διεκπεραιώνει την πρώτη φάση επιλογής προτάσεων και η εκάστοτε γνωμοδοτική επιτροπή θα αναλαμβάνει τη συνέχεια. Μόνο εάν εμπλακεί πραγματικά ολόκληρος ο εικαστικός κόσμος το έργο που θα πηγαίνει στη Βενετία θα είναι φορτισμένο με την ενέργεια με την οποία θα όφειλε να είναι φορτισμένο και αυτό θα του προσδίδει μια δυνατή αύρα που θα προσελκύει το βλέμμα των επισκεπτών.