Θριάμβευσε επί των Ιταλών, πάλεψε στα ίσα και τους Γερμανούς, υπέκυψε εντέλει στο μοιραίο: Στις 27/4/41 τα πρώτα στρατιωτικά τμήματα της Βέρμαχτ εισέρχονταν στη συνθηκολογημένη Αθήνα χωρίς σχεδόν καθόλου θεατές και «χειροκροτητές», για να ακολουθήσουν λίγο αργότερα τα ιταλικά.

 

Από την ημέρα εκείνη μέχρι την αποχώρηση και του τελευταίου Γερμανού στρατιώτη στις 12/10/44, οι Αθηναίοι θα βιώσουν μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών και στερήσεων αλλά και αγωνιστικής έξαρσης, μολονότι όχι  αυτονόητης ούτε τόσο συλλογικής όσο προβάλλεται, μήτε βέβαια πάντα μονοιασμένης:

 

«Είναι δύσκολη μια καθαρή και δίκαια μονοσήμαντη ταξινόμηση των εκάστοτε κρινόμενων… Η εναλλασσόμενη επικάλυψη ηθικών, ιδεολογικών ή ακραιφνώς συμφεροντολογικών προτεραιοτήτων ουσιαστικά επέτρεπε στον μέσο κάτοικο της Αθήνας όπως και οποιασδήποτε άλλης κατεχόμενης πόλης να είναι εναλλάξ συνεργάτης των Γερμανών με μειωμένο ωράριο, αντιστασιακός κατά διαστήματα και να κρατά στάση αναμονής τις Κυριακές», έθετε δηλαδή ως προτεραιότητα τη δική του σωματική, ψυχική και υλική επιβίωση όπως σημειώνει ο Γερμανός ιστορικός Hagen Fleischer προλογίζοντας τις «Πόλεις σε Πόλεμο 1939-1945» του Ιάσονα Χανδρινού (εκδ. Μοβ Σκίουρος 2018).

 

Στην απέναντι πλευρά οι δωσίλογοι, οι τοκογλύφοι, οι μαυραγορίτες και οι συνεργάτες των κατακτητών απηχούσαν τη «σκοτεινή», τη λιγότερο διαφημισμένη πλευρά της και όχι τυχαία, εφόσον πολλοί εξ αυτών στελέχωσαν το μεταπολεμικό καθεστώς. Η Αθήνα υπήρξε πράγματι, εντούτοις, από τις λίγες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που αντιπαρατέθηκαν τόσο πεισματικά στον κατακτητή, γράφοντας έτσι μερικές από τις πιο πικρές και ταυτόχρονα πιο ένδοξες σελίδες αντίστασης. 

 

Η καθημερινότητα των περισσότερων Αθηναίων, βεβαίως, κάθε άλλο παρά ηρωϊκή φάνταζε εν μέσω μια εκτροχιασμένης εντελώς οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Η εξασφάλιση ενός στοιχειώδους γεύματος π.χ. ειδικά για τους μη έχοντες σταθερή εργασία, ήταν μια ολόκληρη περιπέτεια που απαιτούσε ώρες ή και μέρες αναζήτησης κι ακόμα περισσότερη τύχη αν δεν γινόταν διανομή συσσιτίου κάπου κοντά.

 

Η Αθήνα υπήρξε πράγματι, από τις λίγες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που αντιπαρατέθηκαν  πεισματικά στον κατακτητή, γράφοντας έτσι μερικές από τις πιο πικρές και ταυτόχρονα πιο ένδοξες σελίδες αντίστασης.

 

Αποστάσεις που συνήθως γίνονταν πεζή, με το τενεκεδάκι στο χέρι, ανάμεσα από μπλόκα, κρεμασμένους προς παραδειγματισμό πολίτες, άλλους πάλι νεκρούς ή ετοιμοθάνατους από την ασιτία, ανάμεσά τους πλήθος παιδιά. Εκτός από τους κατακτητές, κουμάντο στην πόλη κάνανε οι «βασιλικότεροι του βασιλέως» συνεργάτες τους, οι τοκογλύφοι και οι μαυραγορίτες.

 

Μόνη παρηγοριά, η τέχνη και ειδικά το θέατρο αφενός, ο παράνομος Τύπος, το παράνομο ραδιόφωνο, οι προκηρύξεις και τα συνθήματα σε τοίχους που καλούσαν σε εξέγερση αφετέρου, δείγματα ότι τίποτε δεν είχε τελειώσει.

 

Η απελπισία χτυπούσε συχνά κόκκινο, ειδικά τον καιρό του μεγάλου λιμού (χειμώνας ’41-’42), όμως η ανθρώπινη προσαρμοστικότητα είναι παροιμιώδης – μάθανε να ευτυχούν με τα στοιχειώδη και να ξεγελούν όχι μόνο τη δυστυχία αλλά και τους δυνάστες τους, οι δε πιο ασυμβίβαστοι, οι νεολαίοι ειδικά, βγαίνανε στην αντίσταση ή στο βουνό αντάρτες.

 

Στον αντίποδα, μια άλλη Αθήνα – αυτή των κατακτητών και των συνεργατών τους - που διασκέδαζε σε ξενοδοχεία πολυτελείας, μπαρ και καμπαρέ, που παραθέριζε ξένοιαστα στην παραλιακή, που απολάμβανε ρομαντικούς περιπάτους στις περιαστικές εξοχές, που συσσώρευε αμύθητα πλούτη από το παρεμπόριο και την αρπαγή.

 

Μια άλλη Αθήνα – αυτή των κατακτητών και των συνεργατών τους - διασκέδαζε σε ξενοδοχεία πολυτελείας, μπαρ και καμπαρέ, παραθέριζε ξένοιαστα στην παραλιακή, απολάμβανε ρομαντικούς περιπάτους στις περιαστικές εξοχές, συσσώρευε αμύθητα πλούτη από το παρεμπόριο και την αρπαγή.

 

Κοντά σε όλους αυτούς, κατάσκοποι όλων των πλευρών, φυγάδες που κρύβονταν, γυναίκες ελευθερίων ηθών που δούλευαν ταυτόχρονα για την Αντίσταση, καλλιτέχνες, συγγραφείς και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι που πάσχιζαν να απαντήσουν με τη δική τους γλώσσα στο μακάβριο ερώτημα «Εάν Αυτό Είναι ο Άνθρωπος» που έθεσε μεταπολεμικά υπό μορφή βιβλίου ο Πρίμο Λέβι. Αλλά και απλοί καθημερινοί άνθρωποι, άντρες και γυναίκες που ένεκα η επιβίωση ανακάλυπταν δεξιότητες, κουράγια κι αντοχές που ουδέποτε είχαν διανοηθεί.

 

Οι ίδιοι οι κατακτητές και ειδικά οι Γερμανοί θαύμαζαν την κλασική Αθήνα θεωρώντας τη λίκνο του ανώτερου πολιτισμού των Αρίων όπου και οι ίδιοι «ανήκαν», οίκτιραν ωστόσο τους κατοίκους της ως εκφυλισμένους, μπασταρδεμένους απόγονους των ένδοξων αρχαίων τους προγόνων, αντιμετωπίζοντάς τους με την ανάλογη περιφρόνηση και σκληρότητα.

 

Πολλοί εξ αυτών αντάλλασσαν εντούτοις προϊόντα και υπηρεσίες με τους πολίτες «στη ζούλα» - το μεγαλύτερο υπαίθριο παζάρι στην κατεχόμενη πρωτεύουσα στήθηκε μετά την ιταλική συνθηκολόγηση (Σεπτέμβριος ’43) οπότε οι πρώην πραιτωριανοί του “Imperio Romano” ξεπουλούσαν ό,τι εδύναντο -, κάποιοι πάλι κυρίως Ιταλοί ήταν πιο «μαλακοί» και χαβαλέδες, ενώ δεν έλειψαν και οι έρωτες μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων.

 

Χρήσιμα όλα αυτά σε μια εποχή που τα ναζιστικά ιδεολογήματα «ξεπλένονται» και ξαναβρίσκουν απήχηση σε Ελλάδα και Ευρώπη, σε μια εποχή που είναι ακόμα άγνωστο κατά πόσο ξεπεράστηκε η μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και ανθρωπιστική κρίση που έζησε έκτοτε η χώρα και η πρωτεύουσά της και που συχνά παρομοιάστηκε με την κατοχική περίοδο, μολονότι φυσικά απέχει παρασάγγας από αυτή σε κάθε επίπεδο: ο σχολαστικός μελετητής θα ανακαλύψει, εντούτοις, αξιοσημείωτες ομοιότητες. Ιδού μερικά αντιπροσωπευτικά «ενσταντανέ» από την κατοχική Αθήνα.

 

Σκελετωμένα παιδιά στην Αθήνα του 1941 - 1942. Φωτογραφία της Βούλας Παπαιωάννου. Ιστορικά αρχεία του Ερυθρού Σταυρού.
Σκελετωμένα παιδιά στην Αθήνα του 1941 - 1942. Φωτογραφία της Βούλας Παπαιωάννου. Ιστορικά αρχεία του Ερυθρού Σταυρού.

 

Η μεγάλη πείνα

Τα στρατεύματα κατοχής από την πρώτη στιγμή κατάσχουν και λεηλατούν προϊόντα και αγαθά για τις δικές τους ανάγκες. Η ραγδαία αύξηση των τιμών και ο  υπερπληθωρισμός οφείλονταν τόσο στις ελλείψεις των βασικών ειδών όσο και στην αύξηση κυκλοφορίας του χρήματος που οδήγησε σε απανωτές υποτιμήσεις.

 

Στις αρχές του 1944 κυκλοφόρησαν χαρτονομίσματα των 50 και 100.000 δρχ. και τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς των 500 εκ. και των 2 δισ. αντίστοιχα. Ο συνδυασμός προκλητικής κυνικότητας και αρπακτικότητας των κατακτητών, που ιδιοποιούνταν  την όποια παραγωγή είχε απομείνει, της διάλυσης του κρατικού, οικονομικού (κατοχικά «δάνεια», κατοχικές «δαπάνες» κ.λπ.) και κοινωνικού ιστού, μαζί και ο βρετανικός ναυτικός αποκλεισμός συντέλεσαν να ζήσει η Αθήνα τον χειμώνα του ’41-’42 έναν από τους χειρότερους λιμούς σε ευρωπαϊκό έδαφος, ακόμα και για τα δεδομένα του Β’ Παγκοσμίου.

 

Νεκροί ανάμεσα σε σκουπίδια και λύματα κείτονταν στους κεντρικούς δρόμους, κάποιους από τους οποίους η αστυνομία έκλεινε περιστασιακά διότι «ήτο τρομερόν το θέαμα…». Αρκετά μάλιστα πτώματα σαπίζανε άταφα γιατί σε νεκροτομεία και νεκροταφεία επικρατούσε αδιαχώρητο, πολλοί δε οικείοι αδυνατούσαν να χρεωθούν μια κανονική κηδεία.

 

Η τιμή του ψωμιού αυξήθηκε 89 φορές μεταξύ 1941-2, ενώ με τρεις τενεκέδες λάδι αγόραζες μονοκατοικία. Τον Δεκέμβριο του ’41 υπήρχαν 400 νεκροί την ημέρα. Τα συσσίτια και τα τρόφιμα που μοίραζαν ο Ερυθρός Σταυρός, η Εκκλησία, υπηρεσίες, επιτροπές, ενώσεις και οργανισμοί οσότου λυθεί κάπως το επισιτιστικό, δεν επαρκούσαν.

 

Στις ουρές των συσσιτίων του ΕΕΣ πρωτοτραγουδήθηκε το «πατάω ένα κουμπί/και βγαίνει μια χοντρή». Σε 40.000-100.000 υπολογίζονται τα θύματα του μεγάλου λιμού σε Αθήνα-Πειραιά – δεν υπάρχει ακριβής εκτίμηση εφόσον πολλοί νεκροί δεν δηλώνονταν προκειμένου οι εναπομείναντες συγγενείς να χρησιμοποιούν τα δελτία τροφίμων τους ή εγκαταλείπονταν.

 

Σκελετωμένες ανθρώπινες σκιές αργοπέθαιναν σε δρόμους και πλατείες, τα πτώματα σωριάζονταν ομαδικά σε καρότσια, κάρα και καμιόνια. Υπήρξαν φάσεις που Αθήνα θύμιζε ανοικτό Άουσβιτς, οι δε νεκροθάφτες λάμβαναν διπλό συσσίτιο για να αντέχουν το φόρτο εργασίας.

 

Σαν «φυσική αντίδραση», ίσως, ενώ στην πρωτεύουσα το α’ εξάμηνο του ’42 είχαμε 7.100 γεννήσεις έναντι 29.600 θανάτων, το β’ εξάμηνο του ’43 οι γεννήσεις εκτοξεύτηκαν ξεπερνώντας και τα προπολεμικά επίπεδα (10.300 έναντι 6.600 θανάτων).

 

Η κατάσταση τη χρονιά εκείνη χάρη και στην άρση του ναυτικού αποκλεισμού καθώς και τη διεθνή (ακόμα και τουρκική) βοήθεια βελτιώθηκε ελαφρώς. Παρά ταύτα, το σωματείο των ζαχαροπλαστών εξέδιδε τον Φλεβάρη «επείγουσα ειδοποίηση» στα μέλη του για ευνόητους λόγους να μην εκθέτουν σε βιτρίνες τα προϊόντα τους αλλά μόνο εντός, προειδοποιώντας για «βαριές κυρώσεις» καθώς διαφορετικά «τίθεται εις κίνδυνον αυτή ταύτη η ύπαρξις των καταστημάτων μας!». Όχι άδικα: Οι γευστικές «προκλήσεις» έπρεπε να αποφεύγονται καθώς ήδη συνέβαιναν οργανωμένες ή αυθόρμητες λεηλασίες μαγαζιών και αποθηκών, ειδικά όσων υποψιάζονταν ότι έκρυβαν τρόφιμα.

 

Στιγμιότυπο από την Αθήνα της Κατοχής. Άστεγοι προσπαθούν να ζεσταθούν καθισμένοι πάνω στη σχάρα εξαερισμού του σταθμού του ηλεκτρικού. Διεύθυνσις Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της Αστυνομίας, 1941-1944
Στιγμιότυπο από την Αθήνα της Κατοχής. Άστεγοι προσπαθούν να ζεσταθούν καθισμένοι πάνω στη σχάρα εξαερισμού του σταθμού του ηλεκτρικού. Διεύθυνσις Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της Αστυνομίας, 1941-1944

 

Επιταγμένα κτίρια

Η Ανώτατη Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση βρισκόταν στο μέγαρο του ΜΤΣ, Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου. Η Kommandantur (Γερμανικό Φρουραρχείο) στην Κοραή 4 με τα τρομερά κρατητήρια στα υπόγειά της όπου για να βρεθείς αρκούσε κι ένα απλό παράπτωμα, το αρχηγείο-«κολαστήριο» της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν 6.

 

Εκεί κιόλας βασανίστηκαν ο Μάρκος Βαμβακάρης κι ο αντιστασιακός στιχουργός Κώστας Βίρβος. Το Ιταλικό Φρουραρχείο (Commando Piazza) στη σημερινή Alpha Bank στην Πανεπιστημίου, δίπλα στο Νομισματικό Μουσείο. Πολλοί εξάλλου Γερμανοί και Ιταλοί αξιωματικοί «φιλοξενούνταν» στα καλύτερα αθηναϊκά ξενοδοχεία της εποχής όπως το Μεγάλη Βρετανία στο Σύνταγμα και το Φαληρικόν στην παραλιακή ή σε ιδιωτικές οικείες.       

 

Ακρόπολη

Στις 27/4/41 υψώθηκε η ναζιστική σημαία στον Ιερό Βράχο και στις 23/6/41 η ιταλική, ενώ «επέστρεψε» ανάμεσα και η ελληνική. Οι Ιταλοί, παρότι η Αθήνα είχε ανακηρυχθεί ανοχύρωτη πόλη, έσπευσαν να στήσουν στο χώρο αντιαεροπορικούς  προβολείς κι εκτοξευτές όλμων.

 

Ύστερα κι από πιέσεις της Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων του υπουργείου Παιδείας στους Γερμανούς, τα βαρέα όπλα απομακρύνθηκαν κι απέμεινε μια μικρή φρουρά (κυρίως Ιταλοί), στρατιώτες της οποίας «εκπληρούντες τας φυσικάς των ανάγκας, συστηματικώς ερύπαινον την Ακρόπολη ή συνουσιάζοντο μετά γυναικών και ανδρών(!) αφίνοντες ίχνη της διαβάσεώς των» αναφέρει έκθεση του υπουργείου Παιδείας του 1946 που περιλαμβάνει ο Ιάσονας Χανδρινός στις «Πόλεις σε Πόλεμο 1939-1945».

 

Πασίγνωστη είναι βέβαια η ηρωική αποκοτιά των φοιτητών, τότε, Μανώλη Γλέζου και Λάκη Σάντα οι οποίοι σκαρφάλωσαν κι «απήγαγαν» τη σβάστικα (30/5/41). Κάτι ιστορικά απόλυτα εξακριβωμένο, αντίθετα με το αμφιλεγόμενο στόρι περί κάποιου τσολιά-φρουρού ονόματι Κωνσταντίνος Κουκίδης που υποτίθεται ότι, μην αντέχοντας να δει τη γαλανόλευκη στα χέρια των κατακτητών, τη ζώστηκε κι έπεσε στο κενό προτού πατήσουν στην Ακρόπολη. Ενδιαφέρον έχει επίσης η πληροφορία ότι το πρώτο οκτάμηνο της Κατοχής επισκέφθηκαν το μνημείο κάπου 120.000 Γερμανοί.

 

Νεκροί ανάμεσα σε σκουπίδια και λύματα κείτονταν στους κεντρικούς δρόμους, κάποιους από τους οποίους η αστυνομία έκλεινε περιστασιακά διότι «ήτο τρομερόν το θέαμα…». Αρκετά μάλιστα πτώματα σαπίζανε άταφα γιατί σε νεκροτομεία και νεκροταφεία επικρατούσε αδιαχώρητο, πολλοί δε οικείοι αδυνατούσαν να χρεωθούν μια κανονική κηδεία. Στη φωτογραφία: Ένας νεκρός από την πείνα στο δρόμο, Οκτώβριος 1943. Keystone/Hulton Archive/Getty Images
Νεκροί ανάμεσα σε σκουπίδια και λύματα κείτονταν στους κεντρικούς δρόμους, κάποιους από τους οποίους η αστυνομία έκλεινε περιστασιακά διότι «ήτο τρομερόν το θέαμα…». Αρκετά μάλιστα πτώματα σαπίζανε άταφα γιατί σε νεκροτομεία και νεκροταφεία επικρατούσε αδιαχώρητο, πολλοί δε οικείοι αδυνατούσαν να χρεωθούν μια κανονική κηδεία. Στη φωτογραφία: Ένας νεκρός από την πείνα στο δρόμο, Οκτώβριος 1943. Keystone/Hulton Archive/Getty Images

 

Μουσεία

Άδειες προθήκες βρήκαν οι Γερμανοί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, εφόσον εργάτες και αρχαιολόγοι ξεκίνησαν να θάβουν τα εκθέματα ήδη από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. «Στα υπόγεια του Μουσείου τα αγάλματα τοποθετούνταν σαν άνθρωποι σε διαδήλωση», έγραφε χαρακτηριστικά ο αρχαιολόγος Κώστας Πασχαλίδης στο ειδικό τεύχος της Lifo «Η Ιστορία μιας Πόλης» (Μάρτιος 2013).

 

Στην Κατοχή το ΕΜΣ στέγασε διοικητικές υπηρεσίες. Αρκετά εκθέματα από άλλα μουσεία είχαν επίσης αποκρυφτεί, ακόμα και πρόχειρα σε αυλές κάτω από σακιά με άμμο. Γερμανοί αρχαιολόγοι υποχρέωσαν το Μουσείο του Κεραμικού να ανοίξει ώστε να διεξάγουν έρευνες που θα εμπλούτιζαν το βιογραφικό τους. Υπήρξαν εξάλλου και κρούσματα αρχαιοκαπηλείας, όπως παντού στην κατεχόμενη Ελλάδα.     

 

Συγκοινωνίες

Τα καύσιμα σπάνιζαν και ήταν συνήθως νοθευμένα. Τα ανταλλακτικά και τα οχήματα επίσης εφόσον κιόλας τα πιο καλοσυντηρημένα χρησιμοποιούνταν από τους κατακτητές. Δικά τους ήταν και τα περισσότερα από τα λιγοστά ΙΧ. Ο ηλεκτρικός και το τραμ λειτουργούσαν αλλά με πολλές διακοπές και καθυστερήσεις, όπως όλα τα άλλα μέσα. Τα λεωφορεία ελάχιστα, τα αργόσυρτα «γκαζοζέν» καίγανε βασικά ξυλόπνευμα ή ξυλάνθρακα.

 

Υπήρχαν επίσης, διαβάζω, κάποια ταξί που σε χρέωναν εννοείται πανάκριβα. Για τις μετακινήσεις τους οι Αθηναίοι υποχρεώνονταν είτε σε μακρές αναμονές στις στάσεις – όπου σαν έφτανε το όχημα κρεμόντουσαν σαν τσαμπιά – είτε σε πολύωρο, συχνά, περπάτημα.

 

Οι πιο τυχεροί και ακμαίοι, με ποδήλατα. Στις 24/8/43, άγνωστης αιτίας πυρκαγιά καταστρέφει 93 βαγόνια στο μηχανοστάσιο Καλλιθέας, γεγονός που επιδεινώνει ακόμα περισσότερο το συγκοινωνιακό. Συνελήφθησαν 50 μηχανικοί με την υποψία του σαμποτάζ.

 

Εντέλει απελευθερώθηκαν χάρη στη γενική απεργία που ξέσπασε.  Το κακό οδικό δίκτυο, η ελάχιστη εξοικείωση των πεζών με την κυκλοφορία (στρατιωτικών, κυρίως) αυτοκινήτων και το γεγονός ότι η περίφημη γερμανική τάξη και πειθαρχία πήγαινε περίπατο όταν βρίσκονταν σε κατακτημένες χώρες, είχε αποτέλεσμα την πρώτη χρονιά της Κατοχής να καταγράφονται καθημερινά σχεδόν τραυματισμοί και θάνατοι από τροχαία με πεζούς είτε με υποστατικά.

 

Άδειες προθήκες βρήκαν οι Γερμανοί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, εφόσον εργάτες και αρχαιολόγοι ξεκίνησαν να θάβουν τα εκθέματα ήδη από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Στη φωτογραφία η απόκρυψη του Κούρου του Σουνίου ΕΑΜ 2720 στο όρυγμα που είχε διανοιχθεί μπροστά από το βάθρο του. (Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου).
Άδειες προθήκες βρήκαν οι Γερμανοί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, εφόσον εργάτες και αρχαιολόγοι ξεκίνησαν να θάβουν τα εκθέματα ήδη από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Στη φωτογραφία η απόκρυψη του Κούρου του Σουνίου ΕΑΜ 2720 στο όρυγμα που είχε διανοιχθεί μπροστά από το βάθρο του. (Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου).

 

Εργασία

Μετά το ’42 και την αποκατάσταση μιας στοιχειώδους «ευρυθμίας» , πολλοί πιάσανε δουλειά στα δημόσια έργα που κάνανε οι Γερμανοϊταλοί όπως π.χ. η αποκατάσταση του βομβαρδισμένου λιμανιού του Πειραιά είτε στα εν λειτουργία εργοστάσια που επίσης δούλευαν γι΄αυτούς κι όπου εξασφάλιζαν τουλάχιστον ένα αξιοπρεπές συσσίτιο. Λειτουργούσε επίσης έστω υποτυπωδώς ο δημόσιος τομέας.

 

Οι αμοιβές βέβαια ενγένει πολύ χαμηλές και αδύνατο να συναγωνιστούν τον πληθωρισμό παρά τις διαρκείς αυξήσεις – το ’42 με έναν μέσο μηνιαίο μισθό αγόραζες τρεις οκάδες λάδι ή έξι οκάδες ψωμί, γράφει ο ιστορικός Γιώργος Ζαβάκος, ενώ τέλος του ’44 το κόστος ζωής ήταν «ιλιγγιωδώς» (πάνω από χίλιες φορές) υψηλότερο του προπολεμικού. Ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού συντηρούνταν, εννοείται, αποκλειστικά ή εν μέρει από την παραοικονομία.  

 

Θέατρο-σινεμά-λογοτεχνία

Φαίνεται πως το «σανίδι» αποτελεί διαχρονικά – κρίνοντας κι από την μεγάλη άνθιση που γνώρισε τα χρόνια της πρόσφατης κρίσης – το κατ’ εξοχήν «καταφύγιο» κι εκφραστικό μέσο του Νεοέλληνα. Παρά την αυστηρή λογοκρισία και την ανέχεια, το θέατρο γνώρισε κυριολεκτικά πιένες επί Κατοχής, ενώ στις παραστάσεις γινόταν το αδιαχώρητο.

 

Ονόματα όπως οι Κάρολος Κουν, Βασίλης Ρώτας, Μαρίκα Κοτοπούλη, αδελφές Καλουτά, Δημήτρης Ψαθάς, Αιμίλιος Βεάκης, Κώστας Μουσούρης «γράψανε ιστορία», ανεβάζοντας συγκαλυμμένες ακόμα κι αντιστασιακού περιεχομένου παραστάσεις, ειδικά επιθεωρήσεις.

 

Αρκετοί εξάλλου συμμετείχαν στην Αντίσταση όπως ο Βεάκης, η κόρη του Μαίρη, ο γραμματέας του ΣΕΗ Θεόδωρος Μορίδης, η Ντιριντάουα και η Ρένα Ντορ που υπέστησαν κιόλας διώξεις, φυλακίσεις και βασανισμούς. Από τις λίγες κινηματογραφικές ταινίες που γυρίστηκαν στην Κατοχή, αξιομνημόνευτη η Φωνή της Καρδιάς (1943) με Βεάκη, Χορν, Ζερβό και Κωνσταντάρα, όντας η πρώτη της Φίνος Φιλμ.

 

Μεγάλης ιστορικής αξίας είναι βέβαια και οι κινηματογραφικές σκηνές από την κατεχόμενη Αθήνα που τράβηξε ο Άγγελος Παπαναστασίου. Στον λογοτεχνικό τομέα, πάλι, γράφονται μερικά αριστουργήματα όπως ο Αλέξης Ζορμπάς του Καζαντζάκη, η Αμοργός του Γκάτσου, ο Ήλιος ο Πρώτος του Ελύτη και ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου. Κυκλοφορούν επίσης τα Ακριτικά του Σικελιανού και το Μεσ’ απ’ τα Τείχη του Σωτήρη Σκίπη με χαρακτικά του Σπύρου Βασιλείου.

 

Λογοτέχνες όπως ο Λουντέμης, η Μέλπω Αξιώτη και η Διδώ Σωτηρίου εργάζονταν στον παράνομο Τύπο, ενώ το λογοτεχνικό «πατάρι» στου Λουμίδη στη Σταδίου όπου μεταξύ άλλων σύχναζαν οι Ελύτης, Γκάτσος, Μόραλης, Χατζιδάκις και Τσαρούχης παρέμεινε ενεργό.

 

Παρά την αυστηρή λογοκρισία και την ανέχεια, το θέατρο γνώρισε κυριολεκτικά πιένες επί Κατοχής, ενώ στις παραστάσεις γινόταν το αδιαχώρητο. Στη φωτογραφία ο Αλέξης Μινωτής και η Βάσω Μανωλίδου στο έργο Ερρίκος ο Ε'. Εθνικό Θέατρο, Άνοιξη 1941. Από τα αρχεία του Εθνικού Θεάτρου.
Παρά την αυστηρή λογοκρισία και την ανέχεια, το θέατρο γνώρισε κυριολεκτικά πιένες επί Κατοχής, ενώ στις παραστάσεις γινόταν το αδιαχώρητο. Στη φωτογραφία ο Αλέξης Μινωτής και η Βάσω Μανωλίδου στο έργο Ερρίκος ο Ε'. Εθνικό Θέατρο, Άνοιξη 1941. Από τα αρχεία του Εθνικού Θεάτρου.

 

Παραβατικότητα

Η πείνα και η ανέχεια είχαν συνέπεια την κατακόρυφη αύξηση των κλοπών και των ληστειών όπου αυτά βρίσκονταν πρόσφορα, ακόμα και σε βάρος των κατοχικών δυνάμεων: τρόφιμα, καύσιμα, ελαστικά, τηλεφωνικά καλώδια (για τον χαλκό τους), στρατιωτικό υλικό ήταν πρώτα στις «προτιμήσεις» - ακόμα και σαπούνια «ξαφρίζονταν» καθότι πια είδος πολυτελείας.

 

Ορφανά, εγκαταλελειμμένα ή «σκαστά» παιδιά και έφηβοι σχημάτιζαν συμμορίες και κάνανε «σάλτους» (εξ ου και σαλταδόροι) προς άγρα αγαθών ή ζητιάνευαν για να επιβιώσουν. Το καλοκαίρι του ’42 μια αστυνομική επιχείρηση στην Αθήνα κατέγραψε 3.086 «αλητόπαιδες», ντόπιους κι επαρχιώτες οι οποίοι «διεσπάρησαν σε ιδρύματα, άσυλα και σπίτια». Αρχές της ίδιας χρονιάς καταγράφηκαν μέσα σε ένα δίμηνο 629 ληστείες (από τις «Πόλεις σε Πόλεμο» του Ιάσονα Χανδρινού).

 

Ανήλικα παιδιά είχαν συλληφθεί, τραυματιστεί ή και σκοτωθεί από περίπολα ή σκοπούς σε τέτοιες «μπούκες». Στην κατοχική τετραετία, ένας Αθηναίος μισθωτός μπορούσε να αγοράσει στην καλύτερη πέντε φορές λιγότερα αγαθά από ό,τι προπολεμικά καθώς αναφέρει ο Στ. Θωμαδάκης στην έκδοση «Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950: Ένα έθνος σε κρίση» (εκδ. Θεμέλιο 1984). Σε κλοπές και λεηλασίες περισσότερο ή λιγότερο «διακριτικές» επιδίδονταν άλλωστε και στρατιώτες των κατακτητών καθώς και  ταγματασφαλίτες.

 

Διατροφή-ένδυση-θέρμανση

Το ντύσιμο των περισσότερων Αθηναίων, φτωχικό και συχνά δεύτερο χέρι – τα ρούχα φοριόντουσαν μέχρι να λιώσουν, με απανωτές επιδιορθώσεις, τα παπούτσια επίσης, ενώ η ξυπολισιά δεν παραξένευε κανέναν. Το μαγείρεμα – όταν φυσικά βρισκόταν κάτι φαγώσιμο – απαιτούσε κι αυτό, με την ηλεκτροδότηση και την παροχή νερού προβληματική ή ανύπαρκτη, περισσότερο χρόνο και εφευρετικότητα.

 

Τα άγρια χόρτα, οι τσουκνίδες, τα χαρούπια, τα σαλιγκάρια (στις περιαστικές συνοικίες), ο πασατέμπος, τα ρεβίθια κι όσα άλλα λαχανικά και όσπρια βρίσκονταν ή καλλιεργούνταν - στα παρτέρια της πλατείας Συντάγματος π.χ. φύτευαν κουκιά δεκαετίες προτού οι αστικοί κήποι γίνουν trend -,  τα οικόσιτα ζώα ακόμα ελλείψει κρέατος σώσανε πολλούς Αθηναίους, ειδικά τον «άγριο» χειμώνα του ’41-’42.

 

Το μέσο συσσίτιο δεν πρόσφερε πάνω από 150 θερμίδες όταν το όριο επιβίωσης είναι 1200. Ψωμί σταρένιο τρώγανε μόνο οι έχοντες, οι πιο τυχεροί από τους μη έχοντες, μπομπότα (καλαμποκόψωμο) και κουραμάνα (πιτουρόψωμο) ή το πιο σύνηθες, χυλό. Καθώς δε οι περισσότερες οικογένειες μαγείρευαν, πλένονταν και θερμαίνονταν με ξύλα, η παράνομη υλοτόμηση ακόμα και μέσα στην πόλη έλαβε μεγάλες διαστάσεις προκαλώντας μάλιστα αντιπαραθέσεις μεταξύ των πολιτών με καταγγελίες στις αρχές κ.λπ.   

 

Βάλιας Σεμερτζίδης (;), Στους δρόμους της κατοχικής Αθήνας, περ. 1942.
Βάλιας Σεμερτζίδης (;), Στους δρόμους της κατοχικής Αθήνας, περ. 1942.
Βάλιας Σεμερτζίδης (;), Στους δρόμους της κατοχικής Αθήνας, περ. 1942.
Βάλιας Σεμερτζίδης (;), Στους δρόμους της κατοχικής Αθήνας, περ. 1942.

 

Ασθένειες

H δυσεντερία, ο τύφος, η φυματίωση κι άλλες μολυσματικές ή οφειλόμενες στον υποσιτισμό αρρώστιες, οι κοριοί, οι ψείρες, η ψώρα, τα δερματικά καθώς και τα ψυχικά νοσήματα «θέριζαν» εφόσον και η περίθαλψη ήταν από υποτυπώδης μέχρι ανύπαρκτη, τα δε μεγάλα νοσοκομεία είχαν επιταχθεί για τις ανάγκες των κατακτητών. Μεγάλες υπηρεσίες πρόσφερε τότε και εκεί ο Ερυθρός Σταυρός.

 

Dolce Vita

Δεν κακοπερνούσαν όλοι. Οι αξιωματούχοι των κατακτητών και οι στρατιωτικοί,  επιχειρηματικοί κ.λπ. συνεργάτες τους επισκέπτονταν κατά μόνας ή οικογενειακώς στα καταστήματα, τα θέατρα, τα καφέ και τα ρεστοράν του Συντάγματος (το καφέ Zonar’s, το εστιατόριο-μπαρ Μον Παρνάς στην Κοραή, το μπαρ Bertiz στην Ακαδημίας, η ταβέρνα Μποέμ στη Δημοκρίτου, το ρεστοράν-βαριετέ Σε-Νου στο Μουσείο) και του Κολωνακίου, την «αριστοκρατική» Κηφισιά, τη Φιλοθέη αλλά και την Καστέλα και το Φάληρο, όπου τα καλοκαίρια απολάμβαναν κολύμπι, ηλιοθεραπεία και θαλάσσια σπορ - για παραθερισμό πάντως δεν έπαψαν να κατεβαίνουν στην παραλιακή και όσοι άλλοι Αθηναίοι εδύναντο.

 

Δόξες γνώρισε και το «καζίνο» του Μαυροκέφαλου στην Πανεπιστημίου 64. Στο προπαγανδιστικό, τουριστικού χαρακτήρα γερμανικό φιλμ κάποιου Hans Bröker (1941), η Αθήνα φαντάζει ένας γραφικός εξωτικός προορισμός που σφύζει από ζωή, λουσμένος στο φως των διάσημων αρχαίων της μνημείων - αξιοσημείωτη η σκηνή με την Τσιγγάνα που «λέει το χέρι» σε πρόσχαρο αξιωματικό της Βέρμαχτ, ενόσω οι μαζικές ανά την Ευρώπη εκτοπίσεις Ρομά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ως κατώτερης ράτσας είχαν ήδη ξεκινήσει.   

 

Μαυραγορίτες, τοκογλύφοι κι ενεχυροδανειστές κάνανε «χρυσές δουλειές», εξ ου και το «βάστα Ρόμελ». Η στοά Αρσάκη ήταν η “Wall Street” της μαύρης αγοράς. Οι αυξημένες καταναλωτικές δυνατότητες όσων καρπώθηκαν τη ληστρική συσσώρευση, αντικατοπτρίζεται στις αγγελίες και τις διαφημίσεις στον αθηναϊκό ημερήσιο  και περιοδικό τύπο, καθώς και σε διαφημιστικά φυλλάδια.

 

«Μη σας πιάνει ο πανικός και τρέχετε να πωλήσετε όσο-όσο τα πράγματά σας προς εξεύρεσιν χρημάτων δια να ζήσετε εσείς και τα παιδιά σας…  Απευθυνθείτε εις την «ΒΕΡΙΤΑΣ» (Σταδίου 50, τηλ. 27.807). Είμεθα εις θέσιν να πωλήσωμε διά λογαριασμόν σας ό, τι νομίζετε ότι δύνασθε να στερηθήτε. Δεν αγοράζομεν εις εξευτελιστικάς τιμάς ό, τι αποκτήσατε με κόπον και ιδρώτα. Εκθέτομε εις τας αιθούσας μας και πωλούμε δια δημοπρασίας υπό τον έλεγχόν σας», διαλαλεί ρεκλάμα εποχής, θυμίζοντας γνωστή «αλυσίδα» ενεχυροδανειστηρίων η οποία «άκμασε» τα πρώτα ειδικά χρόνια της τωρινής κρίσης.

 

Άλλοι πάλι «σκότωναν» οτιδήποτε είχαν σε ακίνητο - κάπου 60.000 οικόπεδα σπίτια και διαμερίσματα άλλαξαν χέρια κατοχικά στην πρωτεύουσα. Το φαινόμενο αποτυπώθηκε και στο ρεμπέτικο τραγούδι: «Μικροί μεγάλοι γίνανε μαυραγορίτες όλοι / κι αφήσαν όλο τον ντουνιά με δίχως πορτοφόλι. Πουλήσαμε τα σπίτια μας και τα υπάρχοντά μας / για δυο ελιές κι ένα ψωμί να φάνε τα παιδιά μας» (Μιχάλης Γενίτσαρης).

 

Ορισμένοι πιο «δεύτεροι» μαυραγορίτες συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν κατά περιόδους από τις κατοχικές αρχές προς επίδειξη νομιμότητας, ήταν εντούτοις «σταγόνα στον ωκεανό».

 

Μεταξύ 1941-44 υπήρξε μια τεράστια συσσώρευση κεφαλαίου σε γη και χρυσό στην Αθήνα και την Ελλάδα γενικότερα. Ενδιαφέρον υπήρχε και για έργα τέχνης, ειδικά για πίνακες του Ιακωβίδη που πιάνανε μέχρι μισό εκ. δρχ. στη Βουκουρεστίου αλλά και του Βολονάκη. Η νοθεία πάλι ήταν, εννοείται, κανόνας σε τρόφιμα και καύσιμα (πάνω από 80% στα τελευταία). Τα υπερκέρδη μαυραγοριτών και δωσιλόγων μείνανε μάλιστα στο μεγαλύτερο μέρος τους αλώβητα.

 

Στην ουρά για την αγορά τσιγάρων στο περίπτερο στη συμβολή της οδού Πανδρόσου με την πλατεία Μοναστηρακίου. Δεξιά το τζαμί Τζισδαράκη ή του Κάτω Παζαριού, όπως ήταν γνωστό, κτισμένο το 1759 από τον τότε βοεβόδα (διοικητή) της Αθήνας Τζισδαράκη. Φωτορεπορτάζ Κ.Κουρμπέτης, Ελληνικόν Φωτογραφικόν Πρακτορείον, 1941-1944
Στην ουρά για την αγορά τσιγάρων στο περίπτερο στη συμβολή της οδού Πανδρόσου με την πλατεία Μοναστηρακίου. Δεξιά το τζαμί Τζισδαράκη ή του Κάτω Παζαριού, όπως ήταν γνωστό, κτισμένο το 1759 από τον τότε βοεβόδα (διοικητή) της Αθήνας Τζισδαράκη. Φωτορεπορτάζ Κ.Κουρμπέτης, Ελληνικόν Φωτογραφικόν Πρακτορείον, 1941-1944

 

Αντίσταση

Στην Αθήνα, μια από τις ελάχιστες πόλεις που υποδέχτηκαν τις δυνάμεις του Άξονα έρημες σχεδόν, με σφαλιστά πορτοπαράθυρα και που ούσα κατεχόμενη υπήρξε «αντάρτισσα» όσο λίγες, η αντίσταση ξεκινά «επίσημα» στις 20/9/42 όταν μέλη της οργάνωσης ΠΕΑΝ ανατίναξαν το κτίριο της οδού Πατησίων 8 και Γλάδστωνος.

 

Εκεί στεγαζόταν η εγχώρια φιλοναζιστική οργάνωση ΕΣΠΟ και τμήματα της Βέρμαχτ. Δεκάδες ήταν οι νεκροί. Οι Γερμανοί συνέλαβαν προδοτικά κι εκτέλεσαν τους υπαίτιους, τον Κώστα Περρίκο και τρεις ακόμα συντρόφους του.

 

Ωστόσο, η πρώτη αντιστασιακή πράξη έκανε ο εκφωνητής του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών Κώστας Σταυρόπουλος, καλώντας αυτόβουλα τους πολίτες να συνεχίσουν τον αγώνα ακόμα και με τους Γερμανούς “ante portas” – δεν υπάρχει ανάλογο αντίστοιχο στην Ευρώπη, γράφει ο  ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης.

 

Εκτός από τις απεργίες και τις διαδηλώσεις ήταν τα σαμποτάζ, οι δολιοφθορές, η κατασκοπεία, το ένοπλο εντέλει. Στην πρώτη γραμμή, μέχρι και η πολύ άγουρη νεολαία. Στην Αντίσταση πρωτοστάτησαν η οργάνωση Εθνική Αλληλεγγύη αρχικά, το ΕΑΜ ύστερα με κύρια βάση του τις  λεγόμενες «κόκκινες» ανατολικές συνοικίες της Αθήνας, για τις οποίες τον Σεπτέμβριο του ’44 υπήρξε εισήγηση στο γερμανικό επιτελείο να ισοπεδωθούν με άρματα μάχης και πυροβολικό - σχέδιο που απορρίφθηκε γιατί οι διαθέσιμες δυνάμεις δεν επαρκούσαν και θα διακινδύνευαν βαριές απώλειες. Από την άνοιξη του ’44, τα πράγματα αγριεύουν.

 

Οι ναζί και οι συνεργάτες τους στήνουν μπλόκα σε Κοκκινιά, Καισαριανή, Υμηττό, Δουργούτη. Εκατοντάδες κομμουνιστές, κυρίως, αλλά κι απλοί πολίτες που βρέθηκαν σε λάθος μέρος, τη λάθος ώρα εκτελούνται ομαδικά στο Σκοπευτήριο Καισαριανής και το στρατόπεδο-φυλακή του Χαϊδαρίου όπου και το διαβόητο «Μπλοκ 15».

 

Τόποι μαρτυρίου για πολιτικούς και μη κρατούμενους ήταν επίσης οι κατεδαφισμένες σήμερα φυλακές Αβέρωφ στην Αλεξάνδρας όπου σήμερα είναι το Δικαστικό Μέγαρο αλλά και οι επίσης κατεδαφισμένες φυλακές Συγγρού στον Ταύρο. ΟΠΛΑ και ΕΛΑΣ οργανώνουν αντίποινα (που ενίοτε περιλάμβαναν πολιτικούς αντιπάλους ανεξαρτήτως απόχρωσης όπως τροτσκιστές και αρχειομαρξιστές, συχνά δε εφάρμοζαν και την οικογενειακή ευθύνη).

 

Ταγματασφαλίτες, Χίτες, «Μπουραντάδες» (το μηχανοκίνητο της Ασφάλειας) και οι συν αυτώ «απαντούν» με ακόμα περισσότερη, ακόμα πιο αδιάκριτη βία. Τουλάχιστον 1.500 άνθρωποι χάθηκαν έτσι.  Εντυπωσιακό είναι, επίσης, πόσο ταιριάζει η ρητορική όσων κατηγορούσαν την αντίσταση ότι η δική της δράση προκαλούσε τις θηριωδίες των κατακτητών και των συνεργατών τους με εκείνη κάποιων σύγχρονων αναθεωρητών ιστορικών.

 

Δημήτριος Χαρισιάδης, Μαύρη Αγορά. Αθήνα, 1944 © Μουσείο Μπενάκη / Φωτογραφικά Αρχεία
Δημήτριος Χαρισιάδης, Μαύρη Αγορά. Αθήνα, 1944 © Μουσείο Μπενάκη / Φωτογραφικά Αρχεία

 

Πορνεία

Το αρχαιότερο των επαγγελμάτων γνώρισε «έκρηξη» επί Κατοχής αφού, πέρα από τις «επαγγελματίες» εργάτριες του σεξ, ουκ ολίγες γυναίκες εκπορνεύτηκαν για λόγους επιβίωσης, ανάμεσά τους κι Αρσακειάδες φοιτήτριες, κατά τις μαρτυρίες.

 

Αρκετοί μαυραγορίτες ήταν εξάλλου και μαστροποί. Ακριβώς όπως στις ταινίες, υπήρξαν επίσης εκδιδόμενες καθώς και διάσημες αρτίστες νυχτερινών καμπαρέ όπου σύχναζαν Γερμανοί αξιωματικοί οι οποίες συνεργάζονταν με την Αντίσταση επιστρατεύοντας τα κάλλη τους, όπως η Μπέμπα Βαλσαμάκη και η Ντενίζ Κοστάνζ του Δικτύου «Απόλλων-Υβόννη». 

 

Σε κάπου 5000 υπολογίστηκαν μεταπολεμικά οι εκδιδόμενες γυναίκες στην πρωτεύουσα. Σύχναζαν κυρίως στην Ομόνοια, στη στοά Νικολούδη, σε υπόγεια καμπαρέ και σε μεγάλα ξενοδοχεία. Το Ηθών τις κυνηγούσε με «ζήλο» που κληρονόμησε από τη μεταξική περίοδο αλλά συνήθως ο στρατός κατοχής τις απελευθέρωνε, όντας συχνός «πελάτης».

 

Πνευματικές απώλειες

Πηνελόπη Δέλτα (αυτοκτόνησε πίνοντας δηλητήριο στις 2/5/41). Γιοβάν Τσαούς (Οκτώβριος ’42, δηλητηρίαση από χαλασμένο αλεύρι). Κωστής Παλαμάς (27/2/43), η πάνδημη κηδεία του οποίου μετατράπηκε σε αντικατοχική πορεία με το πλήθος να τραγουδά τον εθνικό ύμνο και τον Άγγελο Σικελιανό να λέει «στο φέρετρο αυτό ακουμπάει η Ελλάδα» και να απαγγέλλει το «Ηχήστε Σάλπιγγες».

 

Ναπολέων Λαπαθιώτης (αυτοκτόνησε με πιστόλι στις 7/1/44). Σάββας Κυριακίδης (συνελήφθη για αντιστασιακή δράση, βασανίστηκε και στάλθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νοεγκάμε όπου δολοφονήθηκε στις 12/4/44). Ανέστης Δελιάς (τον βρήκαν στις 31/7/44 στη Βαρβάκειο πεθαμένο από τις κακουχίες μέσα σε ένα καροτσάκι, μαζί με το μπουζούκι του). Αττίκ (29/8/44, αυτοκτόνησε με αντικαταθλιπτικά χάπια ύστερα από επεισόδιο με Γερμανό στρατιώτη, λίγο αφότου έπαιξε στα κινηματογραφικά «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα).

 

«Μόλις εισήλθον αφήρεσαν όλα τα μεταφορικά μέσα κι έτσι… μόνο με τα πόδια συγκοινωνία!». Κατοχή, στην οδό Πατησίων. Διακρίνεται αριστερά το μέγαρο Σαριπόλου στη γωνία με την οδό Χαλκοκονδύλη. Διεύθυνσις Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της Αστυνομίας, 1941-1944
«Μόλις εισήλθον αφήρεσαν όλα τα μεταφορικά μέσα κι έτσι… μόνο με τα πόδια συγκοινωνία!». Κατοχή, στην οδό Πατησίων. Διακρίνεται αριστερά το μέγαρο Σαριπόλου στη γωνία με την οδό Χαλκοκονδύλη. Διεύθυνσις Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της Αστυνομίας, 1941-1944

 

Απεργίες-διαδηλώσεις

Από τις λαμπρότερες αντιστασιακές σελίδες. Οι πρώτες μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις στην κατεχόμενη Ελλάδα αλλά και την κατεχόμενη Ευρώπη γενικότερα άρχισαν τον Απρίλη του ’42 με τους λεγόμενους Τριατατικούς (Ταχυδρομεία – Τηλεγραφεία – Τηλεφωνεία) και συνεχίστηκαν όλο το καλοκαίρι, παρά τις απειλές της Ανωτάτης Γερμανικής Διοίκησης.

 

Κύρια αφορμή, ο λιμός. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους το ΕΑΜ οργανώνει γενική απεργία στον Πειραιά και, παρά την άγρια καταστολή, δόθηκαν εντέλει αυξήσεις και πύκνωσαν τα συσσίτια.

 

Τον Δεκέμβριο σε φοιτητικές διαδηλώσεις Ιταλοί καραμπινιέροι δολοφονούν τον Μήτσο Κωνσταντινίδη στα Εξάρχεια, γωνία Ζαϊμη και Τοσίτσα – ο πρώτος νεκρός διαδηλωτής της Κατοχής. Στις αρχές του ’43, μαζικές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις με πολλούς νεκρούς και τραυματίες αποτρέπουν την υποχρεωτική πολιτική επιστράτευση που σχεδίαζαν οι ναζί. Τον Ιούλιο, δυναμικά παλλαϊκά συλλαλητήρια πάλι με δεκάδες νεκρούς και τραυματίες αποσόβησαν τελικά την επέκταση της βουλγαρικής ζώνης κατοχής στη Μακεδονία.

 

Τον Αύγουστο, μέχρι αστυνομικοί απεργούν για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά. Στις διαδηλώσεις και τις απεργίες της Πρωτομαγιάς του ’44, συλλαμβάνονται 100 υπάλληλοι της Τηλεφωνικής εκτελούνται οι 15. Η αναμνηστική πλάκα που υπήρχε στο κτίριο του ΟΤΕ στο Μαρούσι αφαιρέθηκε τη δεκαετία του ‘ 90 όταν απέκτησε μετοχικό μερίδιο η Deutsche Telecom.  Η ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας από τον κατοχικό πρωθυπουργό Ράλλη έγινε, λέγεται, καταρχήν για λόγους αστυνόμευσης του ισχυρού εργατικού κινήματος που αναπτυσσόταν.  

 

Ενημέρωση

Οι περισσότερες αθηναϊκές προπολεμικές εφημερίδες (Αθηναϊκά Νέα, Ελεύθερο Βήμα, Ακρόπολις, Βραδυνή, Καθημερινή, Πρωινός Τύπος) συνέχισαν να κυκλοφορούν κανονικά, όντας βέβαια πλέον φερέφωνα των κατακτητών – υπόψη βέβαια ότι και επί Μεταξά ήταν «φιμωμένος» ο Τύπος.

 

Μόνο η εφημερίδα Ασύρματος έκλεισε με «άνωθεν εντολή», καθώς και το Έθνος, επειδή στις εγκαταστάσεις του πλέον εκδίδονταν δύο κατοχικές εφημερίδες για «εσωτερική χρήση» (στη γερμανική και την ιταλική γλώσσα αντίστοιχα). 

 

Ιδρύθηκαν επίσης τρεις εταιρίες για τον κάθετο έλεγχο του ελληνικού Τύπου, όπου «περισσότερο με προθυμία παρά υπό καθεστώς βίας έλαβαν μέρος οι Έλληνες επιχειρηματίες που δέχθηκαν να συνυπογράψουν τα ιδρυτικά καταστατικά με τους απεσταλμένους των Γκέμπελς και Ρίμπεντροπ, στους οποίους ανήκε η «μητρική» γερμανική ημικρατική εταιρία Mundus, δημιούργημα των υπουργείων Εξωτερικών και Προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ», αναφέρει ο Δημοσθένης Κούκουνας στο βιβλίο «Η Ελληνική Οικονομία στην Κατοχή» (εκδ. Ερωδιός 2012).

 

Καθαρά προπαγανδιστικός ήταν πλέον και ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών, ο φιλοναζί κατοχικός διευθυντής του οποίου Ιωάννης Βουλπιώτης ήταν ταυτόχρονα γενικός διευθυντής της Siemens στην Ελλάδα. Στον αντίποδα, τον πόλεμο της ενημέρωσης εκπροσωπούσε με χίλια δυο ζόρια και κινδύνους ο παράνομος αντιστασιακός Τύπος (Ριζοσπάστης, Ελεύθερη Ελλάδα, Πρωτοπορία, το λογοτεχνικό περιοδικό Πρωτοπόροι κ.ά.) κι από κοντά τρικ, προκηρύξεις, αφίσες, συνθήματα σε τοίχους κ.ά, το δε παράνομο τυπογραφείο του ΕΑΜ στην Καλλιθέα επί της Σκρα επιβίωσε μέχρι τη γερμανική αποχώρηση.

 

Το Ελληνικόν Αίμα και η Ελεύθερη Σκέψη ήταν δύο ακόμα αξιόλογες παράνομες εκδόσεις από τις δεκάδες που κυκλοφόρησαν. Σπουδαία και πολύ ριψοκίνδυνη δουλειά κάνανε φωτογράφοι (Δημήτρης Χαρισιάδης, Βούλα Παπαϊωάννου, Κώστας Παράσχος) και φωτορεπόρτερ της εποχής, πολλοί εκ των οποίων προωθούσαν λογοκριμένες ή «απαγορευμένες» φωτογραφίες σε συμμαχικά μέσα όπως το Associated Press, σύμφωνα με μαρτυρία του Μανώλη Μεγαλοκονόμου.

 

Εβραίοι της Αθήνας

Αντίθετα από πολλές άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, οι περισσότεροι από τους 3.000 εβραϊκής καταγωγής Αθηναίους καθώς επίσης αρκετοί φυγάδες από άλλα μέρη της χώρας διασώθηκαν χάρη στις ενέργειες του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού (που μεταξύ άλλων δρομολόγησε εικονικές βαφτίσεις και μικτούς «γάμους») και του αστυνομικού διευθυντή Άγγελου Έβερτ που τους προμήθευσε πλαστά χαρτιά, τους κάλυπταν δε κατά κανόνα και οι ιταλικές αρχές μέχρι το φθινόπωρο του ’43. Παρότι κάπου 800-1000 εντέλει συνελήφθησαν και κατέληξαν στα Νταχάου, η Αθήνα υπήρξε ίσως η μόνη μεγάλη πόλη στη Γηραιά Ήπειρο της οποίας ο εβραϊκής καταγωγής πληθυσμός βρέθηκε αυξημένος μεταπολεμικά.    

 

Μικροπωλητής πουλά παπούτσια στην οδό Αθηνάς κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Φωτορεπορτάζ Κ.Κουρμπέτης, Ελληνικόν Φωτογραφικόν Πρακτορείον, 1941-1944
Μικροπωλητής πουλά παπούτσια στην οδό Αθηνάς κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Φωτορεπορτάζ Κ.Κουρμπέτης, Ελληνικόν Φωτογραφικόν Πρακτορείον, 1941-1944

 

Κατοχικά στιγμιότυπα

Από την έκδοση Μαρτυρίες/Η  Αθήνα της Κατοχής ’41-’44 (εκδ. Κέδρος 1982)

 

Τα εσπεριδοειδή στο… απόσπασμα: «Έφτασαν (οι Γερμανοί τον Απρίλη του ‘41) στο Ελληνικό κουρασμένοι και νηστικοί και την πλήρωσαν αμέσως οι λεμονιές και οι νεραντζιές, Χύθηκαν πάνω στα δέντρα και καταβρόχθιζαν τους πικρόξινους καρπούς λες και ήταν κουραμπιέδες» (αναμνήσεις της συγγραφέως Μαρίας Ιορδανίδου)

 

Η αγωνία της πληροφόρησης ως ανέκδοτο: «Σκοτώθηκε ένας Γερμανός και είπαν ότι Έλληνες το κάνανε. Τότε κάποιος λέει, αδύνατον να τον σκότωσαν Έλληνες. «Γιατί;», ρώτησαν οι άλλοι. «Ο Γερμανός σκοτώθηκε στις 8.45. Στις 8.40 αρχίζει η (παράνομη, φυσικά) εκπομπή του BBC και επομένως δεν υπήρχε Έλληνας έξω!» (μαρτυρία Σταύρου Βραχνού).

 

Forza Italia: «Ένα από τα χαρακτηριστικότερα θεάματα ων πρώτων ημερών της ιταλικής κατοχής ήτο το θέαμα της επιδεικτικής τους περιπολίας στους δρόμους των Αθηνών. Προηγούντο 5-6 μοτοσικλέτες με βερσαλιέρους, ακολουθούσαν δυο μεγάλα φορτηγά με απειλητικά γυρισμένα στον κόσμο βαριά πολυβόλα, μερικές δεκάδες στρατιώτες οπλισμένοι σαν αστακοί, πίσω  τους δε έρχονταν κι άλλες μοτοσικλέτες. Όλα αυτά μαζί έκαναν όσο περισσότερο θόρυβο μπορούσαν. Αντί να μας τρομοκρατήσουν όμως, εμεγάλωναν ακόμη περισσότερο τη διάθεση για αμείλικτο γέλιο» (Αχιλλεύς Κύρου).

 

Ποδαρόδρομοι επιβίωσης: Πάρε να ’χεις! (είδα τη «γλύκα» όταν κάποτε έκανα πεζή το Γκάζι-Μαρούσι). «Κυριακή 12 Οκτ. 1941. Δεν μοίρασαν ψωμί. Ζύμωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου… Πέμπτη 16 Οκτ. Στη Φιλοθέη για κάτι σαρδέλες. Στο Χαλάνδρι για λίγο γάλα. Γύρισα σπίτι νύχτα μες τη βροχή κι αγρίεψα… Τρίτη 21 Οκτ. Τη διαδρομή Ψυχικό-Ωδείο Αθηνών στην Πειραιώς την κάνω σχεδόν πάντα με τα πόδια. Στο ένα χέρι κρατώ την τσάντα με τα βιβλία και στο άλλο ένα αδειανό ταγάρι για να ρίξω μέσα ό,τι βρω στο δρόμο μου. Σήμερα ήμουν τυχερή. Αγόρασα ένα κίτρο, 3.5 οκάδες κάστανα και κάτι πίτες από πατικωμένες σταφίδες, ίσως σάπιες και σκουληκιασμένες». (ανέκδοτο ημερολόγιο Μαρίας Μαρκογιάννη).

 

Πείνα παιδική: «Ο κύριος Κουτσουμάρης του Ερυθρού Σταυρού είχε δημιουργήσει το συσσίτιο των «αλητόπαιδων»… πεινασμένων παιδιών δηλαδή που κατέβαιναν στην Ομόνοια για να ζεσταθούν πάνω στη σχάρα του υπόγειου τρένου (σκηνές που επαναλήφθηκαν με το μεταναστευτικό/προσφυγικό). Ένα πιάτο φασόλια είχαμε και καμια φορά, μια φέτα ψωμί. Παιδιά με πρησμένες κοιλιές, παιδιά 5 και 7 χρονών με γένια από την ασιτία. Κανένα δε ζήτησε ποτέ παιχνίδι. Όλα ζητούσαν φαγητό, τα περισσότερα ψωμί». (Έρση-Αλεξία Χατζημιχάλη).

 

Αντίσταση και πάλη: «Τα συνεργεία των ΕΠΟΝιτών αλώνιζαν κυριολεκτικά μέρα και νύχτα όλη την περιοχή από το Σύνταγμα στη Βάθη κι από το Κολωνάκι στο Μοναστηράκι (για να πείσουν τους καταστηματάρχες να συμμετάσχουν σε απεργία το ‘41). Παίζοντας αδιάκοπα κρυφτό με τον κίνδυνο, δεν άφηναν μαγαζί που να μην μπούνε μέσα για να μιλήσουν με εργοδότες κι εργαζόμενους. Να δώσουν προκηρύξεις και εφημερίδες. Να μεταφέρουν το μήνυμα της αντίστασης. Και ύστερα, όταν νύχτωνε, να ξενυχτάνε με χαρά με το πινέλο στο χέρι, γράφοντας συνθήματα που καλούσαν τον λαό στον αγώνα. Το τέλος κάθε μεγάλης κινητοποίησης μας έβρισκε συνήθως στο ”γεφυράκι”, στο Πεδίο του Άρεως…»  (Ηλίας Στάβερης, ΕΠΟΝ Εργατών).

 

Αντίσταση ΙΙ: «Πήγαινα στο Ε’ Γυμνάσιο που ήταν περιβόητο για τις ανταρσίες του. Σκεφτείτε ότι πετούσαμε μέχρι χειροβομβίδες από τα παράθυρα. Μια μέρα οι Γερμανοί κάνανε μπλόκο. Κάποιος με είχε καρφώσει… Με πέταξαν στα μπουντρούμια της οδού Κοραή. Το ξύλο άρχισε αμέσως… δε θυμάμαι πόσες μέρες με δέρνανε… ήμασταν πολλοί κρατούμενοι, για διάφορες αιτίες. Ανάμεσά μας νομίζω και η πριγκίπισσα Αλίκη, καλόγρια. Η μητέρα του Φιλίππου (της Αγγλίας) και πριγκίπισσα του Μαουντμπάτεν, που είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την Ελλάδα… Τις δύο πρώτες μέρες έχασα δύο δόντια από το ξύλο. Κατόπιν δεν καταλάβαινα πια…» (Ν. Π. Μπρατσιώτης σε έρευνα της Βραδυνής το ’79)

 

Αναμνήσεις ενός ναζί φαντάρου: «Μια φορά το μήνα λαμβάναμε ένα πρόσθετο συσσίτιο που προσπαθούσαμε να ανταλλάξουμε έναντι χρημάτων ώστε να αυξήσουμε το πενιχρό μας εισόδημα… Κάτι τέτοιο φυσικά δεν επιτρεπόταν αλλά αγοραστές βρίσκαμε γρήγορα. Κλείναμε τις συμφωνίες μας βιαστικά σε στοές ή γωνίες σπιτιών. Ομολογώ δυστυχώς ότι πουλούσαμε κονσέρβες με πολτό μήλου για κρέας! Δεν καταλάβαιναν αρχικά τη διαφορά…   Μιλώντας για το ξενοδοχείο μας στην Αθήνα, μου έρχονται στο νου τα μικρά τετραπέρατα Ελληνόπουλα που μας περίμεναν με το κασελάκι τους απέξω. Όταν μας κοιτούσαν τόσο καλοκάγαθα με τα σκούρα τους ολοστρόγγυλα μάτια, δεν μπορούσαμε να αρνηθούμε την παράκλησή τους: “Γυαλίσει παπούτσια, καμεράντ;”. Με μια μικρή μελωδία στα χείλη τα κάνανε να αστράφτουν στο άψε-σβήσε». (Helmut Kadlubski, 1942).

 

Και τα «έξυπνα» όμως πουλιά από τη μύτη πιάνονται: «Μας πουλάγανε κάτι Γερμανοί ζάχαρη. Οι δικοί μας θέλανε να αγοράσουν αλλά δεν είχανε λεφτά. Σκέφτηκαν λοιπόν να τους δώσουν κάτι άχρηστες τουρκικές λίρες που είχαν διασκορπιστεί στον Πειραιά από την ανατίναξη ενός φορτηγού πλοίου. Οι Γερμανοί πήρανε τις λίρες και πήγαν φυσικά στις μπιραρίες και τα ζαχαροπλαστεία, όπου κι έμαθαν ότι την πάθανε, ήταν όμως αδύνατο να κάνουν καταγγελία γιατί κι εκείνοι τη ζάχαρη κλεμμένη την είχανε…»  (αναμνήσεις ζωγράφου Περικλή Βυζάντιου, 1941)

 

Η αθέατη πλευρά των Ιταλών: «Δεν ήταν μόνο οι τενόροι και οι μπάσοι της όπερας. Ήταν γυμνασμένοι, τελειοποιημένοι κατάσκοποι, αμείλικτοι σφαγιασταί, σαδισταί στα βασανιστήρια. Μαζί με τα κοκορόφτερα και τα τρικαντό ήρθαν στην πρωτεύουσα χιλιάδες ολόκληρες Ιταλών, χωρίς στολή. Η μυστική τους αστυνομία, η Κόντρα Σπιονάτζιο (Αντικατασκοπεία) ήταν μια οργάνωσις μπροστά στην οποία η περίφημη Γκεστάπο ήταν αθώα και ακίνδυνη…» (Αχιλλεύς Κύρου, 1942).

 

«Ψυχή βαθιά»: «Περνούσαν από δω τα αυτοκίνητα για τις εκτελέσεις στο Γουδί και την Καισαριανή. Βασιλέως Γεωργίου λεγόταν τότε ο δρόμος, Αγωνιστών Στρατοπέδου Χαϊδαρίου σήμερα. Γύρω-γύρω ήταν οι χωροφύλακες όρθιοι, οι κρατούμενοι καθιστοί. “Βοηθήστε μας!”, λέγανε οι γονείς τους, κλαίγανε στο δρόμο οι αδερφές τους. “Πάμε για εκτέλεση… εσείς συνεχίστε τον αγώνα!”, αποκρίνονταν. Μετά σταματήσανε κι άρχισαν να τους εκτελούν μέσα στο στρατόπεδο. Τους παίρνανε εκτελεσμένους κι έτρεχε το αίμα στο δρόμο και το χώμα γινότανε λάσπη. Αυτή η εποχή να πάει και να μην έρθει». (Κούλα Χριστοδουλίδη, 1944).