Κοντά στο Στεπανακέρτ, την πρωτεύουσα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, ένας ρεπόρτερ φωτογραφήθηκε πριν από λίγες μέρες δίπλα σε έναν πύραυλο που δεν εξερράγη. Φωτ. Reddit
Κοντά στο Στεπανακέρτ, την πρωτεύουσα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, ένας ρεπόρτερ φωτογραφήθηκε πριν από λίγες μέρες δίπλα σε έναν πύραυλο που δεν εξερράγη. Φωτ. Reddit

 

 

Γιατί το Αζερμπαϊτζάν χρειάζεται απεγνωσμένα έναν νικηφόρο πόλεμο στο Καραμπάχ;

 

 

Viken Cheterian

Daraj, (γαλλική μετάφραση Α l' Εncontre), 30.09.2020


Ο Viken Cheterian είναι αρμένιος δημοσιογράφος, και συγγραφέας των δύο βιβλίων War and Peace in th Caucasus : Russia's Troubled Frontier (C Hurst & Co Publishers, mars 2011), και Open Wounds: Armenians, Turks, and a Century of Genocide (C Hurst & Co Publishers, mars 2015).

 

 *

 

Την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020, στις 7 το πρωϊ -τοπική ώρα, οι δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν εξαπέλυσαν μεγάλη επίθεση στο ορεινό Καραμπάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ). Το μεσημέρι, ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Άμυνας του Αζερμπαϊτζάν ανακοίνωσε ότι είχαν "απελευθερωθεί" πρώτα έξι, κι έπειτα επτά χωριά κατά τη διάρκεια μιας "αντεπίθεσης", όπως την ονόμασε, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι το Αζερμπαϊτζάν είχε ξεκινήσει έναν νέο πόλεμο.

 

Ο πόλεμος αυτός διαφέρει από τις τετραήμερες συγκρούσεις που είχαν ξεσπάσει τον περασμένο Ιούλιο κατά μήκος των συνόρων μεταξύ της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν. Οι σημερινές μάχες θυμίζουν την επίθεση του Αζερμπαϊτζάν του Απριλίου 2016, η οποία είχε πραγματοποιηθεί στο Καραμπάχ σε ολόκληρη την γραμμή του μετώπου. Ωστόσο, σε σχέση με το 2016, η πρώτη ημέρα των μαχών υπήρξε πολύ πιο σφοδρή από τότε, καθώς χρησιμοποιήθηκαν άρματα μάχης, drones και βαρύ πυροβολικό. Αρμενικές στρατιωτικές πηγές έκαναν λόγο για 58 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Το Αζερμπαϊτζάν, η επιτιθέμενη πλευρά, δεν παρουσιάζει επίσημα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των θυμάτων.

 

Ο πόλεμος του Καραμπάχ είναι το αποτέλεσμα μιας εδαφικής σύγκρουσης που οι δύο δημοκρατίες κληρονόμησαν από τη σοβιετική εποχή. Οι Μπολσεβίκοι, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, είχαν κάνει συμβιβασμούς δίνοντας στις εθνικές κοινότητες εδαφική αυτονομία. Πίστευαν ότι καθώς η κοινωνία θα πορευόταν προς τον "αταξικό σοσιαλισμό", οι εθνικές διαφορές θα εξαφανίζονταν. Στην πραγματικότητα, δημιούργησαν συστήματα όπου η εθνική ταυτότητα σήμαινε πρόσβαση στον μηχανισμό και στους πόρους του κράτους. Αυτό οδήγησε όχι μόνο στην ενίσχυση της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού αισθήματος, αλλά και σε υλικές διακρίσεις στη βάση της εθνικότητας.

 

Οι Αρμένιοι του Καραμπάχ - οι οποίοι αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της "Ορεινής Αυτόνομης Δημοκρατίας του Καραμπάχ" (Ναγκόρνο-Καραμπάχ), αλλά υπάγονταν στην κυβέρνηση του Μπακού - είχαν νόμιμους λόγους να αισθάνονται θύματα διακρίσεων. Στις 20 Φεβρουαρίου 1988, το τοπικό τους κοινοβούλιο ψήφισε την αποδέσμευση από το Σοβιετικό Αζερμπαϊτζάν και την ενοποίηση με τη γειτονική Αρμενία. Μια εβδομάδα αργότερα, ξεσπούσαν αντι-Αρμενικά πογκρόμ στην πόλη Σουμγκάϊτ του Αζερμπαϊτζάν. Ακολούθησαν κι άλλα πογκρόμ, καθώς και ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ των δύο "αδελφικών" μέχρι τότε σοβιετικών δημοκρατιών.

 

Όταν η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε το 1991, η σύγκρουση του Καραμπάχ μετατράπηκε σε πόλεμο μεγάλης κλίμακας. Τη στιγμή που υπογράφηκε η κατάπαυση του πυρός, τον Μάιο του 1994, η αρμενική πλευρά είχε τον πλήρη έλεγχο του ίδιου του Καραμπάχ, αλλά είχε επίσης αποκτήσει τον έλεγχο παραπλήσιων εδαφών του Αζερμπαϊτζάν. Αυτή η σύγκρουση προήλθε λοιπόν από την κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος.
 

Σήμερα, τρεις δεκαετίες αργότερα, γιατί δεν έχει βρεθεί λύση; Γιατί τα δύο γειτονικά κράτη απέτυχαν να λύσουν τις διαφορές τους μέσω του διαλόγου; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα διαφέρει ανάλογα με την εμπλεκόμενη πλευρά. Μετά την κατάπαυση του πυρός το 1994, οι Αρμένιοι ένιωσαν ότι είχαν διορθώσει μια ιστορική αδικία και οι Αζέριοι ένιωσαν πληγωμένοι και απογοητευμένοι. Η Αρμενική πλευρά θεώρησε ότι ήταν έτοιμη να παραχωρήσει εδάφη του Αζερμπαϊτζάν με αντάλλαγμα την αναγνώριση από το Μπακού της αυτοδιάθεσης του Καραμπάχ. Με την πάροδο του χρόνου, και καθώς οι απειλές του Αζερμπαϊτζάν συνεχίστηκαν, η αρμενική προοπτική άλλαξε: αντί να βλέπουν αυτές τις περιοχές ως αντικείμενο διαπραγματεύσεων, άρχισαν να τις βλέπουν ως εγγυήσεις ασφαλείας σε περίπτωση μελλοντικής επίθεσης του Αζερμπαϊτζάν. Οι μάχες γίνονται τώρα ακριβώς σε αυτές τις περιοχές.

 

Η πλευρά του Αζερμπαϊτζάν, ωστόσο, αισθάνεται βαθιά ταπεινωμένη από τις απώλειες του προηγούμενου πολέμου. Η ήττα πλήγωσε την εθνική υπερηφάνεια και από τότε το Αζερμπαϊτζάν επιδιώκει να εκδικηθεί. Η κατασκευή του αγωγού Μπακού-Σεϊχάν [στην Τουρκία] και τα έσοδα από το πετρέλαιο που άρχισαν να εισρέουν από το 2006 έκαναν τους αζέρους ηγέτες να πιστεύουν ότι είχαν τα μέσα να επιβάλουν τη θέλησή τους: απαιτούν την πλήρη απόσυρση της αρμενικής πλευράς με αντάλλαγμα κάποιες ασαφείς υποσχέσεις για "αυτονομία". Τέτοιες υποσχέσεις, όμως, είναι κενές σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι αντιφρονούντες είτε βρίσκονται στη φυλακή είτε είναι εξόριστοι. Επιπλέον, το Αζερμπαϊτζάν έχει δαπανήσει τεράστια ποσά για όπλα, αγοράζοντας τανκς από τη Ρωσία, βαλλιστικούς πυραύλους από την Λευκορωσία, ισραηλινά και τουρκικά drones. Ποντάροντας στα πετροδόλαριά του και τις αγορές όπλων, το Μπακού έχει εγκαταλήψει την ιδέα της εύρεσης συμβιβασμού και υιοθετήσει μαξιμαλιστικές θέσεις.

 

Μετά την ειρηνική επανάσταση στην Αρμενία το 2018, προέκυψαν νέες προσδοκίες σχετικά με την επίλυση της σύγκρουσης. Ωστόσο, εκτός από τις αντιφατικές δηλώσεις των αρμενικών αρχών, δεν έχει φανεί κανένα "επαναστατικό" όραμα για την επίλυση της σύγκρουσης. Η έλλειψη μιας σταθερής διαπραγματευτικής διαδικασίας οδήγησε σε νέες απογοητεύσεις και, με την πάροδο του χρόνου, σε νέες αντιπαραθέσεις.

 

 

Κρίση στο Αζερμπαϊτζάν

 

Η πετρελαϊκή άρχουσα τάξη του Αζερμπαϊτζάν δεν είναι ακριβώς μία κάστα πολεμιστών. Είναι τα παιδιά της σοβιετικής nomenklatura που μοιράστηκαν τον πετρελαϊκό πακτωλό μεταξύ τους - και που διαιώνισαν μία οικονομία επιδοτούμενη από ένα κράτος που διατηρούσε τον πληθυσμό υπό τον έλεγχό του. Αλλά όπως όλα τα καλά πράγματα, η εποχή των πετροδολαρίων πλησιάζει στο τέλος της. Η παραγωγή πετρελαίου του Αζερμπαϊτζάν μειώνεται, οι τιμές του πετρελαίου είναι χαμηλές και οι σοβαρές επιπτώσεις της πανδημίας έχουν προκαλέσει μία βαθιά κοινωνική κρίση στο Αζερμπαϊτζάν.

 

Καθώς υπάρχουν λιγότερα χρήματα για να μοιραστούν, οι συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων ομάδων των κυβερνώντων κύκλων στο Αζερμπαϊτζάν οξύνθηκαν. Ο Ramiz Mehdiyev [πρόεδρος της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών της Δημοκρατίας], ο πρώην "γκρίζος καρδινάλιος" του καθεστώτος του Aliyev, παύθηκε από τα κρατικά του καθήκοντα στις αρχές Σεπτεμβρίου. Στα μέσα Αυγούστου, ο επί σειρά ετών υπουργός Εξωτερικών Elmar Mammadyarov έχασε τη θέση του. Πολλοί διπλωμάτες συνελήφθησαν για "διαφθορά". Ένας μικρός πόλεμος με τους μισητούς Αρμένιους θα μπορούσε πράγματι να στρέψει αλλού την κοινή γνώμη του Αζερμπαϊτζάν.

 

Νέοι κίνδυνοι

 
Δύο περιφερειακές δυνάμεις διαθέτουν μεγάλη επιρροή, η Ρωσία και η Τουρκία, αλλά οι θέσεις τους διαφέρουν ποιοτικά. Η Ρωσία είναι η ιστορική ηγεμονική δύναμη στην περιοχή, καθώς η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν ήταν και οι δύο μέρος της τσαρικής αυτοκρατορίας και αργότερα μέρος της Σοβιετικής Ένωσης. Η Ρωσία διαθέτει ένα σύστημα στρατιωτικών συμμαχιών. Μία τέτοια συμμαχία έχει αναπτύξει με την Αρμενία, όπου διατηρεί δύο στρατιωτικές βάσεις. Η άλλη περιλαμβάνει καλές διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις με το Αζερμπαϊτζάν, αλλά και σημαντική στρατιωτική συνεργασία. Η Ρωσία κάλεσε και τις δύο πλευρές να τερματίσουν τη σύγκρουση, αλλά ελπίζει επίσης να επεκτείνει περαιτέρω την επιρροή της στην Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν εκμεταλλευόμενη την σύγκρουση.

Αντίθετα, η Τουρκία όχι μόνο εξέφρασε την μονομερή της υποστήριξη στο Αζερμπαϊτζάν, αλλά και η άμεση παρέμβασή της υπήρξε άνευ προηγουμένου. Η Άγκυρα έχει άμεση στρατιωτική συμμετοχή στα τεκταινόμενα παρέχοντας επιθετικά drones Bayraktar-2 και ειδικούς για τον χειρισμό τους. 'Εχει αναφερθεί επίσης πως εκατοντάδες Σύριοι μισθοφόροι μεταφέρθηκαν από την Τουρκία στο Αζερμπαϊτζάν για να συμμετάσχουν στις μάχες. Η μονομερής στάση της Τουρκίας είναι ένας παράγοντας πόλωσης μιας ήδη περίπλοκης σύγκρουσης. Το ερώτημα παραμένει κατά πόσο θα αντιδράσει η Ρωσία - και το Ιράν - απέναντι στην αυξανόμενη τουρκική παρέμβαση στις υποθέσεις του Νότιου Καυκάσου.

Viken Cheterian 

 

Daraj is an independent digital media platform created by experienced journalists. Our goal is to offer Arabic speakers an alternative kind of journalism, free from political funding and influence, which controls other mainstream Arab media institutions.
We are committed to making the access to truth a priority, through professional and ethical journalism. We publish investigative pieces, op-eds and feature stories in a variety of formats: written, visuals, video, and audio.

Daraj covers important issues with a focus on under-reported topics like women and minorities' rights, environmental and climate changes, freedom of thought, belief and expression, and gender identity. We firmly believe in partnerships and collaborations, and so we republish content from other platforms that share our values.

We at Daraj aim to start a conversation between different generations of authors, journalists, designers, and technology experts. We want to move from a traditional media model to a more modern one, where multimedia allows a more direct interaction between the platform and its users.

To be editorially independent, we believe in the necessity of being financially independent. This is why Daraj is a commercial company, with plans of becoming a for-profit one at a later stage. Until then, we receive international funding, while always making sure to be completely transparent about the money we receive.

 

Αρμένιοι στρατιώτες στον πόλεμο του Ναγκόρνο Καραμπάχ το 1991. Φωτ. Civilnet
Αρμένιοι στρατιώτες στον πόλεμο του Ναγκόρνο Καραμπάχ το 1991. Φωτ. Civilnet

 

 

'Ημασταν στρατιώτες

 

Martin Ocknecht

Civilnet, 08.10.2020



Για τους Αρμένιους, είναι η γη της επαγγελίας. Για τους Αζέρους, είναι μια χαμένη γη. Για τους άντρες αυτούς ήταν κι ένα πεδίο μάχης. Σε αυτό το μέρος πέρασαν ένα σημαντικό μέρος της νεότητάς τους. Σε αυτό το μέρος έχασαν τους φίλους τους, είδαν τη φρίκη του πολέμου και συχνά αναγκάστηκαν να σκοτώσουν. Πώς ζουν σήμερα οι αρμένιοι βετεράνοι του πολέμου του Ναγκόρνο-Καραμπάχ;

 

 *


Ο Harmik Hovsepyan, ο πρώτος από τους ήρωές μας, γεννήθηκε σε μια αρμενική οικογένεια που ζούσε στο Ιράν. Πήγαινε σε αρμενικό σχολείο από την ηλικία των έξι ετών. Η πρώτη του στρατιωτική εμπειρία ήταν η θητεία του στον ιρανικό στρατό. Ως ο μόνος ενήλικος γιος των γονιών του, δεν πήρε μέρος σε μάχες αλλά υπηρέτησε στα μετόπισθεν. Γαλουχημένος με την αρμενική παράδοση, ενδιαφέρθηκε πολύ για την κατάσταση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Προσχώρησε στην Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία, η οποία ήταν παράνομη στο Ιράν, και άρχισε να προετοιμάζεται για να πάει στο Καραμπάχ. Πριν φύγει, παντρεύτηκε.

 

Είπε στους φίλους του ότι έφευγε για τη Γερμανία για να αναζητήσει καλύτερη δουλειά, αλλά στην πραγματικότητα ταξίδεψε μέχρι την πατρίδα των γονιών του. "Η Αρμενία είναι το σπίτι μου, και ένιωσα υποχρεωμένος να τη βοηθήσω όταν υπήρξε ανάγκη", είπε. Το ταξίδι του ήταν περίπλοκο. Την 1η Σεπτεμβρίου 1990, ο Harmik Hovsepyan έφτασε στο Ερεβάν για πρώτη φορά. "Ένιωσα ότι πετούσα. Στα 25 μου, ήμουν για πρώτη φορά στο λίκνο των προγόνων μου", θυμάται.

 

Λόγω της εμπειρίας του στον ιρανικό στρατό, έγινε εκπαιδευτής νεοσυλλεκτών. "Τα παιδιά έμαθαν γρήγορα. Δεν γινόταν αλλιώς. Εάν δεν έπαιρναν σύντομα βασικές στρατιωτικές συνήθειες, δεν θα επιβίωναν ούτε μια μέρα. Γι 'αυτό προσπαθήσαμε να τοποθετήσουμε τους αρχάριους μαζί με τους πιο έμπειρους στρατιώτες, έτσι ώστε οι αρχάριοι να μπορούν να μάθουν κοντά τους την τέχνη του πολέμου", δήλωσε ο Harmik.

 

Η πρώτη φορά που ο Harmik είδε δράση στο πεδίο της μάχης ήταν τον Ιανουάριο του 1991, όταν χτύπησε ένα ελικόπτερο των Αζέρων χρησιμοποιώντας ένα βαρύ οπλοπολυβόλο. Ένα χρόνο αργότερα, έγινε επικεφαλής της μονάδας του. Ομολογεί ότι εκτός των άλλων, η αυτοκυριαρχία του στις πολεμικές τέχνες (μαύρη ζώνη, 3ο νταν στο Ταεκβοντό) τον βοήθησε να επιβιώσει: "Δεν χρησιμοποίησα τις ικανότητές μου σε μάχη σώμα με σώμα, αλλά η αυτοσυγκέντρωση είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό την ώρα της μάχης. Ξέρεις που θα χτυπήσει ο πύραυλος, πού θα πρέπει να κρυφτείς. Χάρη σε αυτό επέζησα και δεν τραυματίστηκα ούτε μία φορά", είπε στο ευρύχωρο διαμέρισμά του στο Ερεβάν.

 

Μετά από αρκετούς μήνες, ο Harmik, ο οποίος αρχικά ήταν χρυσοχόος, επέστρεψε στο Ιράν όπου ασχολήθηκε με το εμπόριό του. Μετά από έντεκα μήνες, όταν οι μάχες έγιναν πιο έντονες, ξαναπήγε στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ και τοποθετήθηκε απευθείας σε στρατιωτική μονάδα. Η μονάδα αναπτύχθηκε σε μία από τις πιο δύσκολες μάχες του πολέμου. Οι στρατιώτες της μονάδας εισέβαλαν μάλιστα τρεις φορές και σε περιοχή του Αζερμπαϊτζάν, αν και υπέστησαν βαριές απώλειες. Το σύνταγμα του Harmik έχασε 55 άντρες κατά τη διάρκεια μάχης στην επαρχία Martakert.

 

Ο κ. Hovsepyan θυμήθηκε και μία συνάντηση με τους μουτζαχεντίν, οι οποίοι πολεμούσαν στο πλευρό των Αζέρων: "Τον Μάρτιο του 1994, μου ζήτησαν να ανακρίνω έναν τραυματισμένο μουτζαχεντίν. Από τότε που γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Ιράν, μιλάω Farsi. Μοιάζει πολύ με τη γλώσσα Dari που χρησιμοποιείται στο Αφγανιστάν. Ο πληγωμένος Αφγανός περιέγραψε ότι οι στρατολογητές στο Ιράν τον δελέασαν με την υπόσχεση ενός υψηλού μισθού - 300 USD ανά μήνα. Αλλά δεν είχε λάβει τίποτα μέχρι τότε. 'Ετσι τον κρατήσαμε και τον στείλαμε πίσω στο Αφγανιστάν μετά από μερικούς μήνες."

 

Ο ίδιος ο Harmik ομολόγησε ότι και αυτός έπρεπε να σκοτώσει: "Εσύ ή αυτός, έτσι είναι στον πόλεμο. Κατά τη διάρκεια των μαχών, ήμουν προσηλωμένος στο να κάνω το καθήκον μου, να πετύχω τον στόχο. Έχω σκοτώσει πολλούς από αυτούς. Αλλά μετά την αποστολή, συνειδητοποιούσα ότι ο νεκρός είχε κι αυτός μια μάνα, μια αρραβωνιαστικιά, παιδιά ... 'Ετσι είναι ο πόλεμος."

 

Σήμερα, ο Harmik δεν νοιώθει μίσος για τους Αζέρους. "Όταν ζούσα στο Ιράν, πολλοί από τους φίλους μου ήταν Αζέροι. Υπερασπίστηκα τη χώρα μου στον πόλεμο, αλλά δεν νιώθω μίσος. Θα μπορούσα να τους συναντήσω, αλλά πιστεύω ότι δεν θα τους ενδιέφερε επειδή ηττήθηκαν", εξήγησε.

 

Θυμάται τον πόλεμο σαν ένα σημαντικό και αδιαπόσπαστο μέρος της ζωής του, αν και όχι χαρούμενο. "Είχα συνηθίσει την κανονική πολιτική ζωή για περίπου δύο χρόνια. Όταν επέστρεψα στο Ερεβάν, οι άνθρωποι ζούσαν τις πολύ συνηθισμένες ζωές τους. Πήγαιναν στα θέατρα, έδιναν ερωτικά ραντεβού, διασκέδαζαν. Αλλά την ίδια στιγμή, οι φίλοι μου είχαν πέθανει, άνθρωποι έχασαν τα σπίτια τους μόνο λίγες δεκάδες χιλιόμετρα μακριά, στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Δεν μπορούσα να συνηθίσω σ' αυτή τη διαφορά. Αλλά η γυναίκα μου με βοήθησε πολύ. Με στήριξε σε εκείνες τις δύσκολες στιγμές."

 

Τελικά, ο Harmik κατάφερε να απαλλαγεί από τις φρικτές αναμνήσεις του πολέμου. Σε αντίθεση με πολλούς από τους συναδέλφους του, αυτός που τιμήθηκε με τις υψηλότερες σταρτιωτικές διακρίσεις, ζει ευτυχισμένος. Αυτός και η σύζυγός του μεγαλώνουν δύο κόρες και διευθύνει μια μικρή σχολή πολεμικών τεχνών στο Ερεβάν.

 

Ο Harmik αισθάνεται τη μεγαλύτερη ικανοποίηση όταν ταξιδεύει στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ και οι κάτοικοι της περιοχής τού εκφράζουν το σεβασμό και την ευγνωμοσύνη τους για τα στρατιωτικά ανδραγαθήματά του: "Αυτό είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μένα. Τώρα ξέρω ότι έχω συνεισφέρει στη ζωή. Αυτή η γνώση είναι ανεκτίμητη", καταλήγει ο βετεράνος.

 

'Αλλοι δύο βετεράνοι ανατρέχουν στη συμμετοχή τους στον πόλεμο στη συνέχεια του άρθρου:

We Were Soldiers

 

Μτφ. Σ.Σ.