Της βιβλιοθήκης έρωτας

 

Paul B. Preciado

Φιλόσοφος

Libération, 20.09.2019

 


Κάθε ερωτική σχέση αφήνει το ίχνος μιας βιβλιογραφίας, βιβλίων που ανταλλάσσονται κι έπειτα μοιράζονται.

 

 

Ο Σεπτέμβρης είναι ένας καλός μήνας, είναι η στιγμή που τα νέα βιβλία, σαν τα κουτάβια που γεννήθηκαν στις αρχές του καλοκαιριού, βγαίνουν για πρώτη φορά να παίξουν στην κοινή θέα με τα μαλακά τους εξώφυλλα και τα γυαλιστερά τους οπισθόφυλλα. Οι βιβλιοθήκες γεμίζουν με αυτά τα άγνωστα σώματα. Κάποια θα φτάσουν στα σπίτια, θα γίνουν μέρος μιας βιβλιοθήκης, θα απλωθούν πάνω στα κομοδίνα, θα μπουν ακόμη και σε ξένα κρεβάτια. Τα βιβλία, όπως οι ιοί, είναι ενδιάμεσες οντότητες μεταξύ του αντικειμένου και του ζωντανού όντος.


Μια βιβλιοθήκη είναι μια υλική βιογραφία, γραμμένη με τα λόγια των άλλων, που αποτελείται από τη συσσώρευση και τη διάταξη των διαφόρων βιβλίων που κάποιος έχει διαβάσει στη διάρκεια της ζωής του. Πρέπει να προσθέσουμε στα διαβασμένα βιβλία τα βιβλία που κατέχουμε χωρίς να τα έχουμε διαβάσει, αυτά που αναπαύονται στα ράφια ή που περιμένουν πάνω στα τραπέζια, και που ποτέ όμως δεν ανοίχτηκαν ούτε ξεφυλλίστηκαν. Σε μια βιογραφία, τα μη αναγνωσμένα βιβλία είναι δείκτες των ματαιωμένων πόθων, των φευγαλέων επιθυμιών, των χαμένων φίλων, των ανεκπλήρωτων κλίσεων, των μυστικών καταθλήψεων που κρύβονται κάτω από το πρόσχημα ενός υπερβολικού φόρτου εργασίας ή της έλλειψης χρόνου. Πρόκειται για μάσκες που φοράει κάποιες φορές ο ψεύτικος αναγνώστης για να εκπέμπει λογοτεχνικά σήματα που εκλιπαρούν τη συμπάθεια ή τη συνενοχή των άλλων αναγνωστών. Άλλες φορές, όπως σε μια σελίδα Instagram, μόνο το εξώφυλλο μετράει, ή το όνομα του συγγραφέα ή ακόμα και ο τίτλος ενός βιβλίου. Τα μη αναγνωσμένα βιβλία είναι ένα  απόθεμα για το μέλλον, συμπυκνωμένα κομμάτια του χρόνου, που δείχνουν μια κατεύθυνση που θα μπορούσε να είχε πάρει η ζωή, αλλά που δεν πήρε ή που θα μπορούσε ακόμη να πάρει.

 


Κάθε ερωτική σχέση αφήνει πίσω της μια βιβλιογραφία, ως ένα είδος ίχνους ή κληρονομιάς όπου σημειώνονται τα βιβλία που ο κάθε εραστής έφερε στον άλλο. Με τον ίδιο τρόπο, θα μπορούσε κανείς να πει ότι κάθε σχέση έχει τη δική της Βίβλο, το ιερό της βιβλίο, το βιβλίο μέσα από το οποίο εξιστορείται μια αγάπη ή ένας αποτυχημένος έρωτας. Η ένταση και ο βαθμός υλοποίησης ενός έρωτα μπορούν να εκτιμηθούν ανάλογα με την επίδραση που είχε η προσωπική μας βιβλιοθήκη πάνω στην ερωτική σχέση.

 

Με την ερωμένη με την οποία έχω ζήσει περισσότερο, σχηματίσαμε στο τέλος μια βιβλιοθήκη με πάνω από 5.000 τόμους, ενώνοντας τα βιβλία μας και προσθέτοντας νέα κάθε μέρα. Παρότι έχουμε χωρίσει εδώ και τέσσερα χρόνια ως ρομαντικό ζευγάρι (σύμφωνα με τις αστικές και πατριαρχικές συμβάσεις που εξακολουθούν να διέπουν ακόμη ό, τι αποδεχόμαστε κοινωνικά ως ζευγάρι), ποτέ δεν καταφέραμε να διαχωρίσουμε τα βιβλία μας. Η Βιργινία κι εγώ ερχόμασταν από δύο διαφορετικούς κόσμους, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, είχαμε δύο απόλυτα ετερογενείς βιβλιοθήκες πριν ερωτευτούμε. Τη δική της την αποτελούσαν κάπου χίλια βιβλία γύρω από τη μουσική κουλτούρα και το punk rock, πολλά από τα οποία ήταν στα αγγλικά, αναμεμιγμένα με μια καλή συλλογή αμερικανικής λογοτεχνίας και μια εκλεκτική επιλογή αστυνομικών μυθιστορημάτων στα γαλλικά. Η δική μου είχε συγκροτηθεί κατά το περασμά μου από τα ακαδημαϊκά ιδρύματα τριών διαφορετικών χωρών, από τους Ιησουίτες στη New School for Social Research μέχρι το Princeton και την Ecole des hautes études en sciences sociales. Ήταν μια αρκετά πληκτική  και γνωστική βιβλιοθήκη , σε τρεις γλώσσες, η οποία συγκέντρωνε τους 'Ελληνες και Λατίνους κλασικούς, την ιστορία της αρχιτεκτονικής και της τεχνολογίας, καθώς και τη γαλλική φιλοσοφία, με την μικρή σχετικά προσθήκη 500 τίτλων γύρω από το φεμινισμό, την queer και την αντιαποικιακή θεωρία που πήγαιναν να διαταράξουν την κανονιστική ειρήνη της δυτικής σκέψης.

 

Ο ερωτάς μας οδήγησε αρχικά σε μια ανταλλαγή κάποιων βιβλίων μεταξύ των αντίστοιχων βιβλιοθηκών μας. Όλα ίσως ξεκίνησαν με τη μετανάστευση του Λεσβιακού σώματος της Monique Wittig που έφυγε από τη βιβλιοθήκη μου για να βρει στη δική της μία ιδανική θέση ανάμεσα στην Albertine Sarrazin και την Goliarda Sapienza. 'Επειτα ακολούθησε το λαθρεμπόριο του Ellroy και του Calaferte της, που είχαν κάνει πιο αιχμηρές τις σελίδες της [η Virginie Despentes είναι συγγραφέας -σ.σ.], για να ανοίξουν ένα χώρο στη βιβλιοθήκη μου ανάμεσα στον Hobbes και τον Leibniz. Κι ύστερα υπήρξε η ένδοξη συνάντηση της Lydia Lunch της με την Valerie Solanas μου. Αλλά και η φυγή του Baldwin της προς την βιβλιοθήκη μου όπου βρήκε μία θέση δίπλα στην Angela Davis και την bell hooks. Ήταν σαν να έπεφταν μπροστά στη γοητεία των βιβλίων του άλλου τα πολιτικά σύνορα που είχε καταστήσει κάθε βιβλιοθήκη.

 

'Οταν μετά συγκατοικήσαμε, οι βιβλιοθήκες μας συγχωνεύτηκαν. Η αναδιοργάνωση όλων των σειρών, η ρήξη του κανόνα, η διατάραξη της συλλογής, η αλλοίωση του αλφαβήτου. Ο Derrida ηχούσε καλύτερα πλάϊ στους Philippe Garnier και Laurent Chalumeau. Αργότερα, επιτελέστηκε η μεταμόρφωση: η βιβλιοθήκη άρχισε να μεγαλώνει με νέους τίτλους που προέρχονταν από την αμοιβαία γονιμοποίηση. Έτσι εμφανίστηκαν ολόκληρα ράφια με Pasolini και Joan Didion, με June Jordan και Claudia Rankine, με Susan Sontag και Elfriede Jelinek. 'Επειτα, η Βιργινία έμαθε να μιλάει ισπανικά και τότε έφτασαν σαν νέα όργανα, οι Roberto Bolaño, Osvaldo Lamborghini, Pedro Lemebel, Diamela Eltit και Juan Villoro. Η βιβλιοθήκη γινόταν ένα τέρας μπροστά στο οποίο μπορούσαμε να περνάμε ώρες παίζοντας σαν παιδιά, προσθέτοντας έναν Achille Mbembe εδώ και μια Emma Goldman εκεί, παρακολουθώντας την μεταλλαγμένη ανατομία αυτού του μυθοπλαστικού σώματος. Η κοινή βιβλιοθήκη ήταν ζωντανή και μεγάλωνε μαζί μας.

 

Η τρόπον τινά σεξουαλική αναπαραγωγή των βιβλιοθηκών μας κατέστησε αδύνατο τον διαχωρισμό των βιβλίων τους όταν αποφασίσαμε να χωρίσουμε και μετακόμισα στην Αθήνα. Αυτό αποδεικνύει ότι η κοινή μας βιβλιοθήκη ήταν πολύ ισχυρότερη από το ζευγάρι μας. Η αγάπη μας ήταν μια αγάπη του βιβλίου. Όχι επειδή αντιστοιχούσε σε μια αφήγηση βιβλίου, ούτε επειδή η ποιότητά της ήταν πιο πλασματική απ' ό, τι πραγματική, αλλά επειδή συνένωσε τα βιβλία μας πιο μόνιμα και πιο οριστικά απ' ό, τι τα σωματά μας.

Paul B. Preciado

 

 

Ο Paul B. Preciado. Στην πάνω φωτογραφία, μαζί με την Virginie Despentes.
Ο Paul B. Preciado. Στην πάνω φωτογραφία, μαζί με την Virginie Despentes.

 

 

 

MomaPompidouTateGuggenheimAbudhabi

 

 

Ο Paul B. Preciado κατά των νεκρo-μουσείων

 

'Ενα παλαιότερο κείμενό του αναδημοσιευμένο στο Αλμανάκ από την γαλλική εφημερίδα Libération (2015):

 

*

 

Θα ήταν δύσκολο να βρίσκεται κανείς αυτή τη στιγμή στη Νέα Υόρκη χωρίς να υποστεί το επικοινωνιακό τσουνάμι των εγκωμίων για την έκθεση της Björk στο Moma, κι ' άλλο τόσο δύσκολο να είσαι στο Παρίσι και να αποφεύγεις όλον τον θόρυβο γύρω από την έκθεση του Jeff Koons στο Κέντρο Pompidou. Η φωνή της Björk υπήρξε πάντα για μένα ένας υπέροχος ύμνος στην αγάπη για τη φύση, και δεν μπορώ παρά να συμπαθώ έναν τύπο που φωτογραφίζεται κάνοντας έρωτα γυμνός με την Cicciolina, και που λατρεύει, όπως κι εγώ, τα κανίς. Ας βάλουμε στην άκρη την Björk και τον Koons (δεν είναι εδώ παρά απλά όργανα). Οι δύο αυτές εκθέσεις σηματοδοτούν το μέλλον του μουσείου σύγχρονης και μοντέρνας τέχνης στη νεοφιλελεύθερη εποχή.

 

Αυτό που φανερώνουν συγχρόνως, είναι πως οι στρατηγικές ανάπτυξης και μάρκετινγκ έχουν διεισδύσει για τα καλά σ' αυτούς τους χώρους. Αν κατέστη δυνατή, για ένα μικρό χρονικό διάστημα, η μετεξέλιξη του μουσείου σε ένα δημοκρατικό εργαστήρι όπου επινοήθηκε ξανά η δημόσια σφαίρα, η ιδέα αυτή ακυρώθηκε στο όνομα ενός και μόνου επιχειρήματος : η εξάρτηση από τις δημόσιες επιχορηγήσεις πρέπει να παύσει στην εποχή της "κρίσης". 'Ηρθε η στιγμή να γίνει ο χώρος αυτός ένα επικερδές εμπόριο.

 

'Οπως μας λένε, αυτό το νέο μουσείο πρέπει να μετατραπεί σε μια ήμι-επιχείρηση. Αυτά είναι τα κριτήρια που καλούμαστε να προγραμματίσουμε, εμείς οι info-υπαλλήλοι των μουσείων σύγχρονης τέχνης : για τις μονογραφικές εκθέσεις έχουμε υποβληθεί στο καθεστώς του "big name", των μεγάλων και άμεσα αναγνωρίσιμων ονομάτων, εφ' όσον το μουσείο απευθύνεται κυρίως στον τουρίστα. Αυτό είναι κι' ένα από τα χαρακτηριστικά του νεοφιλελεύθερου μουσείου : μεταβάλει μέχρι και τον τοπικό επισκέπτη σε τουρίστα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

 

'Ετσι εξηγείται και η αρχιτεκτονική των εκθεσιακών χώρων του MOMA : ένας ρευστός χώρος όπου το βίντεοκλιπ της Björk Big Time Sensuality, το οποίο γυρίστηκε στην πλατεία Times Square το 1993, είναι ορατό από οποιαδήποτε αίθουσα, ενώ εισερχόμαστε σ' έναν λαβύρινθο όπου η 'Εναστρη νύχτα του Van Gogh στριμώχνεται δίπλα στις Δεσποινίδες του Αβινιόν του Picasso, τη σημαία του Jasper Johns ή τις κονσέρβες Campbell του Warhol. Ο επισκέπτης δεν θα δει κάτι που δεν γνώριζε ήδη ή που δεν θα βρει στη λίστα με τους 100 καλύτερους καλλιτέχνες της Taschen. Ως σημειωτική μηχανή, αυτό το νέο μπαροκο-χρηματιστικό προϊόν παράγει ένα ανώδυνο σημαίνον, ένα ομοιογενές αισθητηριακό προίον, συνεχές και λείο, μέσα στο οποίο η Björk, ο Picasso και η Times Square είναι εναλλάξιμοι.

 

Σήμερα, ένας καλός διευθυντής μουσείου πρέπει να μετατραπεί σε διευθυντή πωλήσεων ικανό να αναπτύξει κερδοφόρες συνολικές υπηρεσίες. 'Ενας διευθυντής δημοσίων προγραμμάτων πρέπει να είναι κι ένας ειδικός αναλυτής της πολιτιστικής αγοράς, του "πολυκάναλου" προγραμματισμού, της αναζήτησης νέων πελατών, της διαχείρησης των "big data" και της δυναμικής τιμολόγησης (να θυμίσουμε εδώ ότι το πλήρες εισητήριο στοιχίζει στο MOMA 25 δολάρια). Οι επιμελητές (οι οποίοι γίνονται ολοένα και πιο σημαντικοί από τους ίδιους τους καλλιτέχνες) είναι οι νέοι ήρωες αυτής της διαδικασίας θεαματοποίησης. Οι εκθέσεις είναι τα προιόντα, ενώ η "Ιστορία της τέχνης" γίνεται μια απλή γνωστικό-χρηματιστική συσσώρευση. Το μουσείο μεταβάλεται πλέον σε ένα αφηρημένο και ιδιωτικοποιημένο χώρο, μία τεράστια μηντιακο-εμπορική σαρανταποδαρούσα : MOMAPOMPIDOUTATEGUGGENHEIMABUDHABI ... Αδύνατο να ξέρουμε που βρισκόμαστε, από που μπήκαμε, από που θα βγούμε.

 

Αυτός ο πολλαπλασιασμός έργων ως αναγνωρίσιμα σημεία είναι μέρος της γενικής διαδικασίας αφαίρεσης και αποϋλοποίησης της αξίας στον σύγχρονο καπιταλισμό. Στη σφαίρα του μπαροκο-χρηματιστικού μουσείου, τα έργα δεν εξετάζονται πια ως προς την ικανοτητά τους να αμφισβητούν τους συνήθεις τρόπους μας αντίληψης και άντλησης γνώσης, αλλά ως προς την άπειρη εναλλαξιμότητά τους. Η τέχνη ανταλλάσεται μεσώ σημείων και χρημάτων, και όχι πια μέσω της εμπειρίας και της υποκειμενικότητας. Εδώ το καταναλώσιμο σημείο, η οικονομική και μηντιακή αξία του, χειραφετείται από το έργο τέχνης, το εκκενώνει, το καταβροχδίζει, και για να το πούμε όπως ο Benjamin, το καταστρέφει. Είναι ένα μουσείο όπου η τέχνη, ο δημόσιος χώρος και το κοινό ως κριτικός παράγοντας, είναι νεκροί. Ας σταματήσουμε λοιπόν να το αποκαλούμε μουσείο, ας το ονομάσουμε πλέον "νεκρο-μουσείο". 'Ενα αρχείο της δικής μας συνολικής καταστροφής.

 

Αν επιθυμούμε να σώσουμε το μουσείο, θα έπρεπε ίσως να επιλέξουμε τη δημόσια πτώχευση αντί για την ιδιωτική αποδοτικότητα. Κι αν αυτό δεν είναι δυνατό, ίσως να έχει έρθει η ώρα να καταλάβουμε συλλογικά το μουσείο, να το αδειάσουμε από τα χρέη του και να υψώσουμε οδοφράγματα νοημάτων. Να σβήσουμε τα φώτα, ώστε, στερώντας του κάθε δυνατότητα θεάματος, να μπορεί να λειτουργήσει σαν το κοινοβούλιο μιας άλλης ευαισθησίας.

Paul B. Preciado