Μανώλης Αγγελόπουλος

 

Μάνα μου, γλυκιά μανούλα, αγαπάω την Αννούλα

 

Η μπαρή σεβντάβα

(ένας έρωτας μεγάλος)

 

 

Το απαγορευμένο βιβλίο του

Θάνου Αλεξανδρή

 

Κυκλοφόρησε μόνο για λίγες μέρες το 2002 από τις εκδόσεις Περίπλους και στη συνέχεια αποσύρθηκε εξαιτίας των ασφαλιστικών μέτρων που ζήτησε η δεύτερη σύζυγος του Μανώλη Αγγελόπουλου

 

 

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

Κάποτε απ' αυτό το οικόπεδο πέρασε ένας Μανώλης Αγγελόπουλος. 2 Απριλίου λοιπόν, ημέρα που ''έφυγε'' ο δικός μας Μανώλης και είπα να γράψω λίγες λέξεις, για τον άνθρωπο που πέρασε όλη την Όδύσσεια, γιατί τότε η καταγωγή του θεωρείτο προσβολή για την αισθητική των Έλλήνων. Ήταν στίγμα τότε να ανήκεις σ' αυτό τον κατατρεγμένο και επιδρόμιο λαό των τσιγγάνων. Δηλαδή να ανήκεις σ' έναν ευφυή λαό, ο οποίος είχε επινοήσει αυτό που είχε γράψει ο Κωστής Παλαμάς... "Γιούχα και πάλι γιούχα των πατρίδων''.

 

Τέλη δεκαετίας του '50 και η Ελλάδα της εποχής διχάζει και διχάζεται. Ψιθυρίζει και κραυγάζει από πόνο... Σιγοτραγουδάει ένα σκοπό και ταυτόχρονα βαριανασαίνει. Μουλαρώνει αλλά και παθιάζεται. Η Αλίκη καθηλώνει μια ολόκληρη γενιά στο πανί του σινεμά, η μάνα Ελλάδα χωρισμένη στα δυο, αναστενάζει στα γήπεδα και κολαστήρια της εξορίας, ενώ τα λαίκά αναγνώσματα του Ρομάντζο'' και του Ντομινό φτερουγίζουν τα όνειρα των κοριτσιών μιας καθωσπρέπει πατρίδας, μιας πληγωμένης πατρίδας...  Σ' αυτό το σουρεαλιστικό σκηνικό, ανθεί και απλώνεται η μαγική φωνή του Αγγελόπουλου, μια φωνή που θα δονήσει τις φτωχογειτονιές, σαν την αυγουστιάτικη αύρα του Αιγαίου... Οι τσιγγάνοι τον λάτρεψαν, οι ''μπαλαμοί'' τον αποθέωσαν και οι διανοούμενοι τον απέρριψαν μετά βδελυγμίας, επειδή η παρουσία ενός Γύφτου ήταν κόντρα στην νεοκυματική αισθητική τους, που ήθελε τα τραγουδάκια να μιλάνε για αστέρια-μαχαίρια-περιστέρια.. Γι αυτούς το Ντούκου-ντούκου μηχανάκι, ντούκου το παλιό μεράκι, Τρίτη, Πέμπτη και Σαββάτο, μες στης Θάλασσας τον πάτο σε ποίηση Ελύτη ήταν ποιότητα, ενώ το Ρίξε στο γυαλί φαρμάκι που έγινε εθνικός ύμνος στα χείλη των χιλιάδων φίλων του, ήταν φυσικά σκουπίδι. Τον ανακάλυψαν, ως είθισται, ύστερα από χρόνια, όπως ανακάλυψαν τον Στέλιο και τον Στράτο, τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, το ρεμπέτικο και τη μαγεία του σκυλάδικου... Τον είπαν βασιλιά, Θεό, πρίγκηπα... Για μένα το μεγαλείο του συνοψίζεται σ' αυτό που συνήθιζε να λέει ένας λαϊκός φίλος απ' τη Θεσσαλονίκη... ''Μανώλης σας εκμανούς κιμπάρι'', δηλαδή ο Μανώλης ήταν ένας άρχοντας. Όταν οι αρμόδιοι του παραχώρησαν το θέατρο του Λυκαβηττού, οι έγκυρες εφημερίδες άστραψαν και βρόντησαν. Μίλησαν για βανδαλισμό και ιεροσυλία, για λεηλασία από τους Τσιγγάνους, για προσβολή της πολιτιστικής μας ιστορίας. Οι γύφτοι καταπατούν τα ιερά και τα όσια της πατρίδας μας, έγραφαν τα πρωτοσέλιδα... Σώπασαν όμως, όταν η θεία του φωνή σαν ανοιξιάτικο αεράκι σαγήνεψε και λεηλάτησε χιλιάδες πιστούς, που έκλαιγαν και έστελναν μηνύματα λατρείας στον λαϊκό μας βάρδο...  Εκείνο το βράδυ, λένε οι φίλοι του, είχε την ευτυχία ενός μικρού παιδιού. ''Δεν περίμενα ότι μ΄αγαπάνε τόσο πολύ'', επαναλάμβανε, λες και είχε ανάγκη επιβεβαίωσης, αυτός που γέμιζε στάδια για χρόνια και οι θαυμαστές έπαιρναν για πάρτη του το πρώτο αεροπλάνο από Γερμανία, για να βρίσκονται στην πρεμιέρα της Αθήνας... Ο άνθρωπος που για χάρη του οι γυναίκες έκοβαν φλέβες και οι εραστές του ταλέντου του έσπαγαν πόρτες στις περιοδείες, για να δουν από κοντά το είδωλο. Φαντάζεστε να του δίνανε τη μικρή Επίδαυρο ή το Ηρώδειο και να' φτιαχνε το υπερθέαμα που πάντα ονειρευότανε; Να' βγαινε λέει με το Πέντε Έλληνες στον Άδη και να ραγίσουν μέχρι και οι ιερές πέτρες του θεάτρου... Η μυσταγωγία της μυσταγωγίας... Γιατί και αυτό είναι τέχνη και αυτό είναι Ελλάδα, πολύ περισσότερο απ' τις ηλεκτρονικές Μυθωδίες τουΒαγγέλη Παπαθανασίου και τα ανυπέρβλητα o sole mio των Φραγκούληδων. όσο κι αν τα κεντρικά δελτία ειδήσεων προσπαθούν απεγνωσμένα να διαλαλήσουν ότι όλα αυτά προκαλούν δέος στο κοινό αίσθημα, η μόνη συγκίνηση είναι σε κυρίες μετά την εμμηνόπαυση, υποψηφίους βουλευτές του Εδιμβούργου, ή επιβάτες του ''Ελευθέριος Βενιζέλος'' πριν αναχωρήσουν για την Πάτμο. Για το λαό βέβαια που πάει με πούλμαν στην Επίδαυρο, Επίδαυρος και ''Δελφινάριο'' είναι ένα και το αυτό... Για τους διανοούμενους όμως είναι ακόμη χειρότερα. Σε λίγα χρόνια, θα γίνουν γνωστές διανοουμενίστικες εκτιμήσεις, μόλις ανακαλύψουν τις βιντεοκασέτες και τις αποθεώσουν με την ίδια υπερβολή που αποθεώνουν κάθε σκουπίδι του παλιού σινεμά... Αν ζούσε σήμερα ο Αγγελόπουλος, δεν θα ήταν ο ακριβοθώρητος προσκεκλημένος στα χάρτινα σαλόνια των εθνικών μας τηλεπαρουσιαστών... Ανήκει στην χορεία των μεγάλων τραγουδιστών της Αραβικής σχολής, με φωνή εκπληκτικής γκάμας, μοναδικής για τα ελληνικά δεδομένα. Ο Ζεκίμ Μουρέν τον λάτρευε...Επειδή είχα την ευλογία να συνεργαστώ με Αγγελόπουλο στο ''ΟΝΕΙΡΟ'' της Εθνικής οδού, αν τον ακούγατε να τραγουδάει χωρίς όργανα, ήταν σαν να' παιζε ολόκληρη ορχήστρα. Την εποχή της παντοδυναμίας του θεωρείται ξένο σώμα, παραμεθόριος... Μια παρατεταμένη απαγορευτική εντολή δεν θα του επιτρέψει, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, να διαβεί το κατώφλι του ραδιομεγάρου. Ευτυχώς, μπορεί να μην είχε επαφή με την κουλτούρα, για να τον καταναλώσει, όμως η παραμεθόριος ασφαλίζει και αυτόν και τις επιλογές του. Δεν θέλω όμως να παραβλέψω τους αγώνες που έκανε η αγαπημένη μας Σοφία Μιχαλίτση, για να γίνει αφιέρωμα στον Αγγελόπουλο, και όταν έγινε σείστηκε η Ελλάδα... Ο Μανώλης γεννήθηκε μια νύχτα του Απρίλη σε μια περιοδεία, ενώ ένα αστέρι που έπεφτε, προμήνυε την έλευση ενός αγοριού, που οι μοίρες συνωμοτούσαν, για να του χαρίσουν την πιο μαγική φωνή..

Θάνος Αλεξανδρής

 

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

"Μικρός ζούσα στα τσαντίρια. Η οικογένειά μου είχε δικό της κάρο δύο ίππων. Το χειμώνα έκανε κρύο φοβερό και ενώ η βροχή έμπαινε απ' το τρύπιο τσαρδί, ο πατέρας μου έπαιζε μπουζούκι. Να σου πω την αλήθεια, αδελφέ, δεν μου κακοφαίνεται που με λένε Γύφτο. Γύφτος είμαι. Τσιγγάνος. 'Επειτα έχω και τέσσερα ονόματα. Γύφτος, Τσιγγάνος, Μανώλης και το Αγγελόπουλος. Τώρα τελευταίως με γράφουν και βαρώνο, γιατί έχω κάνει και βαρώνικη μουσική. 'Οχι βέβαια για τους βαρώνους, αλλά για τον κοσμάκη. Εμένα η μουσική ήταν στο αίμα μου. Δεν έχεις ακούσει τι λένε για μας; Τραγουδάμε απ' τις φασκιές. Τα τελευταία που βγαίνουν δεν τα καταλαβαίνω, ρε αδελφέ. Τα κουλτουρέϊκα εννοώ. Εμένα μ' αρέσει το τραγούδι να'ναι κεφατλίδικο, για να περνάει στο λαό."

Μανώλης Αγγελόπουλος

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

"Μπήκαμε στο ταξί και σε λίγο φτάσαμε στον ηλεκτρικό σταθμό Αττικής, στο σπίτι του συνθέτη Θόδωρου Δερβενιώτη".

- Θόδωρε, ο πιτσιρικάς που σου φέραμε είναι περίπτωση. 'Ακου ένα λαρύγγι να πάθεις πλάκα.

Ο μαέστρος ετοιμαζόταν να φύγει και δεν είχε ούτε το χρόνο, ούτε τη διάθεση να συμμεριστεί τη χαρά τους.

- Δερβίσηδες, έχω φωνοληψία τώρα. Φέρτε τον κάποια άλλη μέρα.

Τα είπε αυτά φανερά ενοχλημένος, γιατί, όπως αργότερα δήλωσε σε συνέντευξή του, πρώτη φορά έβλεπε Γύφτο να θέλει να γίνει τραγουδιστής.

Ο Μανώλης με την κουβέρτα στον ώμο, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσε χαμένος τα δρώμενα, έκανε μια κίνηση για να τον σταματήσει, γιατί έβλεπε να χάνεται η ευκαιρία.

- Θείο, μην κάνεις έτσι. Που ξέρεις; Μπορεί να σε κάνει η φωνή μου.

Αυτό το γυφτάκι είχε ένα προκλητικό και συμπαθητικό μουτράκι, που το γούσταρε ο μεγάλος συνθέτης.

- Θα μου την φάτε την ώρα, αλλά ας πάει στο διάολο. Τι θα μας τραγουδήσει ο πιτσιρίκος;

- Πες εκείνο που μας είπες στο καφενείο.

Ο μικρός όμως είχε στο μυαλό του άλλο ρεπερτόριο.

- Μπάρμπα, το Χτύπα καμπάνα σήμερα το ξέρεις;

Ο Δερβενιώτης άκεφα άρχισε να γρατσουνάει τα πρώτα μέτρα, αλλά μόλις έπεσαν οι πρώτες νότες, η διάθεσή του άρχισε ν' αλλάζει. Χαμογέλασε, κοίταξε τους δύο Πυγμαλίωνες και δυνάμωσε την ένταση στο μπουζούκι.

- Πιο δυνατά, ρε μάγκα, το ρεφρέν. 'Ωπα, αυτός είσαι.

Ο Δερβενιώτης σταμάτησε απότομα. Η φωνή του Μανώλη έμεινε μετέωρη και ο ίδιος αποσβολωμένος.

- Τι έγινε, θείο; Δεν το' πα καλά;

- Τι καλά, λεβεντιά; Εσύ είσαι ταμάμ για δίσκο.

Η μπαρή σεβντάβα, σελ. 33

 

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

Ο Μανώλης αγάπησε την Αννούλα και η φυλή του ξεσηκώθηκε.

- Αυτή θα πάρεις; Οι Τσιγγάνοι δεν παντρεύονται ξανθιές.

- Εγώ θα την πάρω, είπε αυτός, και τουμπέκα εσείς.

Από την Αγιά Βαρβάρα ως τα Πετράλωνα αναστατώθηκαν. Γυάλισαν οι κάμες, σφιχτόδεσαν τα μαντίλια οι Τσιγγάνες.

- Δεν θα την πάρεις.

- Θα την πάρω.

Ο Μανώλης την πήρε και ο κόσμος τον δικαιολόγησε.

'Ηταν ερωτευμένος, έπρεπε να την πάρει.

- Μας πρόδωσε ο λεβέντης μας, είπαν οι δικοί του, και ο δίσκος Μάνα μου, γλυκιά μανούλα, αγαπάω την Αννούλα έκανε   ρεκόρ πωλήσεων, γιατί πάντα ο κόσμος ενδιαφέρεται να μάθει για τσιγγάνικες αγάπες, έστω από δίσκους.

Η μπαρή σεβντάβα, σελ. 13

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

Ακόμη και η Ερασμία η μάνα του, που στην αρχή πιστεύει πως η 'Αννα είναι ένα απ' τα καπρίτσια του γιου της και ότι θα είναι κι αυτή περαστική, όπως περαστικές ήταν όλες που παρήλασαν απ' το κρεβάτι του, δεν μπορεί να μην συμφωνήσει:

- Τι όμορφη που είναι η 'Αννα! Σαν άγγελος μοιάζει παιδάκι μου.

Θα το πάρει γρήγορα πίσω, όταν ο αγαπημένος της γιος, παρασυρμένος απ' τον έρωτα για την ξανθιά, θα υπερκεράσει όλους τους άγραφους νόμους της φυλής του.

Η πεθερά θα την πολεμήσει μ' όλα τα δίκια και τα μέσα, που της δίνει η μητριαρχία στους Τσιγγάνους. Με όπλο την ξεφτίλα, θα τη διαλύσει, θα βάλει θεούς και δαίμονες να την κυνηγήσουν, θα την καταραστεί.

Ο γιος της είναι φίρμα, εξώφυλλο, έχει λεφτά. Είναι ο άντρας, το ομορφόπαιδο που οι γκόμενες παραληρούν για πάρτη του και είναι έτοιμες να πέσουν στα πατώματα, ενώ η άλλη είναι μόνο μία ξένη ξεβράκωτη, που τόλμησε να κάνει όνειρα.

'Ο,τι και να γίνει, η Αννούλα του θα είναι η μία και μοναδική. Το μωρό με τα τιγρίσια μάτια που πρωτοείδε ένα βράδυ στο πάλκο του Τζίμη του Χοντρού.

Η μπαρή σεβντάβα, σελ. 41

 

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

Δεξ., ο Μανώλης με την Ερασμία. © Θάνος Αλεξανδρής
Δεξ., ο Μανώλης με την Ερασμία. © Θάνος Αλεξανδρής

 

Η μάνα του η Ερασμία, σε μια συνέντευξη στο περιοδικό Ντομινό, μας περιγράφει με συγκλονιστικά στοιχεία, αλλά δυστυχώς μέσα από έναν "ρετουσαρισμένο" λόγο, το χρονικό της γέννησης του Μανώλη.

"Το καραβάνι, πολλά κάρα δηλαδή με τέντες, είχε ξεκινήσει απ' την Αλεξάνδρεια για κάποια άλλη επαρχία.

Ο ουρανός ήταν γεμάτος άστρα. Αν ξέρετε από καραβάνια, το κάθε κάρο είναι μία οικογένεια. Ταξιδεύαμε μπουλούκια-μπουλούκια και όλοι ήμασταν λίγο-πολύ συγγενείς. Εγώ με τον άντρα και την πεθερά μου ήμασταν στο δεύτερο κάρο και πίσω ερχόταν οι οικογένεια του πατέρα μου με τη μάνα και τ' αδέλφια μου.

Καθόμουνα μπροστά, δίπλα στον άντρα μου, που οδηγούσε το άλογο, όταν ξαφνικά ένας δυνατός πόνος έκοψε το τραγούδι στα χείλια μου.

Με το αχ που έκανα, σήκωσα τα μάτια ψηλά και την ώρα εκείνη είδα να πέφτει ένα άστρο λαμπερό.

- Μάνα, φώναξα τρομαγμένη.

- Η πεθερά μου, που περίμενε να γεννήσω από στιγμή σε στιγμή, έβγαλε απ' την τέντα το κεφάλι της.

- Τι έχεις, μωρή, σ' έπιασαν οι πόνοι;

- Ναι, αλλά, κακό σημάδι είδα, μάνα. 'Επεσε ένα άστρο. Κάποιος πέθανε, έτσι δε λένε;

Η πεθερά μου η Νίνα έβαλε τα γέλια.

- Μην είσαι χαζή. Είναι καλό σημάδι και το παιδί μας θα γίνει μεγάλος και τρανός. Αν κάποιος πέθανε, ένας άλλος γεννιέται απόψε με το ίδιο φως.

Τα λόγια της όμως αυτά δεν με παρηγόρησαν".

Η μπαρή σεβντάβα, σελ. 22

 

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος μου ζητάει την Αννούλα Βασιλείου για το κάστινγκ της ταινία Αυτή η Νύχτα μένει.

"Κορίτσι μου, εσύ είσαι η Μόνικα Βίτι", της λέει ο σκηνοθέτης κι αυτή εκφράζει παράπονο:

"Ακούνε Αννούλα Βασιλείου κι όλοι περιμένουν να δουν καμιά γριά".

Μόνικα Βίτι για τον Νίκο, Αννίτα Έκμπεργκ για μένα και Ούρσουλα 'Αντρες για τον Αγγελόπουλο, ο οποίος όταν έβλεπε στα περίπτερα εξώφυλλα της διάσημης σταρ, έλεγε "Η Αννίκα είναι καλύτερη απ' την ξένη". Η δική μας Αννούλα είναι παλιά φίλη, γνώριμη από ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα.

'Οταν πρωτοβγήκε πάλκο στα δεκατέσσερα με σοσόνια, αυτή η ψιλή ξανθιά Σκανδιναβέζα με μάγουλο που έσκαγε από υγεία, ανάμεσα σε κοντές, τριχωτές, μαυριδερές αρτίστες, η παρουσία της έκανε παραφωνία.

Αν δεν έπεφτε στο δρόμο της ο Τσιγγάνος, θα ήταν στα σίγουρα η πρωταγωνίστρια σε μιούζικαλ του Δαλιανίδη ή μία femme fatale στη σκηνή του "Ακροπόλ".

Η μπαρή σεβντάβα, σελ. 39

 

 

Δεξ., Ο Μανώλης με την κόρη του Μαρία.  © Θάνος Αλεξανδρής
Δεξ., Ο Μανώλης με την κόρη του Μαρία. © Θάνος Αλεξανδρής

 

Με τον Ζεκίμ Μουρέν (στο κέντρο), τη μεγαλύτερη φωνή στην Τουρκία. © Θάνος Αλεξανδρής
Με τον Ζεκίμ Μουρέν (στο κέντρο), τη μεγαλύτερη φωνή στην Τουρκία. © Θάνος Αλεξανδρής

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

Σε κουρείο στην Αμερική.  © Θάνος Αλεξανδρής
Σε κουρείο στην Αμερική. © Θάνος Αλεξανδρής

 

Αριστ., ο Ηλίας και ο Στάθης με τον πατέρα τους. Δεξ., ο Στάθης με την μητέρα του στην πρώτη του εμφάνιση.  © Θάνος Αλεξανδρής
Αριστ., ο Ηλίας και ο Στάθης με τον πατέρα τους. Δεξ., ο Στάθης με την μητέρα του στην πρώτη του εμφάνιση. © Θάνος Αλεξανδρής

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

Πήγαινα για ψώνια στου Ασλάνη και σταμάτησα μπροστά σε μια βιτρίνα να χαζέψω κάτι φο, που ήθελα για την πίστα. Κάποια στιγμή, παίρνω μάτι έναν τύπο από μακριά να μου κάνει νοήματα. Βλέπω τον Μανώλη, αλλά κάνω την ανήξερη, για να δω που το πάει. Κάνω σήμα να' ρθει πιο κοντά και ο κύριος χαρούμενος και γελαστός τρέχει κοντά μου, εκατό τοις εκατό σίγουρος, ότι η γκόμενα έπεσε.

Βγάζω αργά αργά με πολύ στυλ τα μαύρα μου γυαλιά και μένει κάγκελο.

- 'Αννα, εσύ; Τι γυρεύεις εδώ πέρα;

- 'Εχω ραντεβού με τον Ασλάνη, ν' αγοράσω καινούργια μοντελάκια.

- Πάμε για καφέ;

- Δεν γίνεται, Μανώλη. Τι θα πει ο Μιχάλης; Τσάο, φιλάκια".

Η μπαρή σεβντάβα, σελ. 272

 

 

© Θάνος Αλεξανδρής
© Θάνος Αλεξανδρής

 

"Και ξύλο έφαγα και μ' άλλες πήγε, αλλά εγώ, αγόρι μου, ήμουν γι' αυτόν το 'Αλφα το καλό.

Ο Μανώλης δεν με ξεπέρασε ποτέ, αλλά και για μένα ήταν και θα είναι ο άντρας της ζωής μου.

Ο δικός μου ο Γύφτος".

Η μπαρή σεβντάβα, σελ. 41

 

Δεξ., ο συγγραφέας του βιβλίου σε ένα tour de chant. © Θάνος Αλεξανδρής
Δεξ., ο συγγραφέας του βιβλίου σε ένα tour de chant. © Θάνος Αλεξανδρής