Ντέπυ Γκολεμά: «Mόνο μία δεν την τρέλανε η τηλεόραση - την Μαλβίνα»

  

Η τηλεκριτική στην Ελλάδα –χρόνια τώρα, αλλά κυρίως στις μέρες μας– με τα «προϊόντα» που διαθέτει η τηλεόραση, υπηρετείται από δύο σχολές: από εκείνη που «κρίνει» για να προκαλέσει θόρυβο σε ώρες κοινής ησυχίας, αλλά δεν πατάει σοβαρούς κάλους.Και από την άλλη, που έχει ακόμη σπονδυλική στήλη, ξέρει ότι μιλάει σε βουλωμένα αυτιά, αλλά δεν παύει να ελπίζει στην έκπληξη. Η Ντέπυ Γκολεμά, διαθέτει ακόμη σπονδυλική στήλη. Και μπορεί άνετα να «χρεωθεί» ότι ουκ ολίγες φορές έχει ανακατευτεί με τα τηλεοπτικά πίτουρα, όμως, από τις μικρές λεπτομέρειες και τις μεγάλες συζητήσεις  -όπως αυτή που ακολουθεί-   είναι σίγουρο ότι δεν την έφαγαν οι κότες.

 

Ζούμε την πιο χυδαία εποχή της ελληνικής τηλεόρασης ή λόγω κρίσης μας κακοφαίνεται περισσότερο;

Πιστεύω ότι αυτό που είπε ο Πάγκαλος, ισχύει αποκλειστικά για την τηλεόραση. Στην τηλεόραση «όλοι μαζί τα φάγαμε», υπό την έννοια ότι ο καθένας από το μετερίζι του έβαλε το χεράκι του για να φτάσουμε σήμερα να ζούμε την πλήρη χυδαιότητα, εν μέσω μιας κατάστασης που μόνο αυτό δεν θέλει, γιατί η κρίση δεν αντιμετωπίζεται με χυδαιότητα. Πολλοί πιστεύουν ότι για να επιζήσεις πρέπει να είσαι φθηνός και να αγοράζεις και φθηνά πράγματα. Εγώ ήμουν υπέρ της άποψης ότι για να επιζήσεις, χρειάζεσαι ευρηματικότητα και πρωτοτυπία και μόνο αυτό δεν βλέπω. Βλέπω μία απ’ τα ίδια. Πίσω από την ασφάλεια του «είμαστε φτωχοί, τι να κάνουμε» δίνεται άλλοθι σε πάρα πολλά πράγματα με αποτέλεσμα η τηλεόραση να περνάει τη χειρότερη φάση της, γιατί τώρα το χυδαίο είναι και νόμος.

 

Μία έμεινε αλώβητη από την τηλεόραση. Θα σου 'λεγα τη Μαλβίνα. Γιατί ήταν παιδί άλλου κόσμου και όχι ετούτου. Και θα σταματούσα εκεί.

 

Το καλοκαίρι, πάντως, ήταν σα να γυρίσαμε στο ’90. Μεταγραφές, φωνές, κακό, «λεφτά υπάρχουν»...

Στην τηλεόραση λεφτά, ασφαλώς, υπάρχουν, δεν το συζητάμε αυτό. Απλώς, οι άνθρωποι που έχουν τα κανάλια δεν είναι διατεθειμένοι να τα «ακουμπήσουν». Οι μεταγραφές του καλοκαιριού που ήταν πολλές και μας εξέπληξαν και κάπως, δεν ήταν μεταγραφές πολλών χρημάτων. Όσοι έφυγαν και πήγαν αλλού –και βασικά στον ΑΝΤ1– δεν πήραν ούτε ένα ευρώ παραπάνω και κόβω το χέρι μου γι’ αυτό που λέω. Η ασφάλεια ήταν το κριτήριο εδώ και κατά περίπτωση κάποιοι προσωπικοί λόγοι. Γενικά, ο καθένας είχε τον λόγο του και πάντως όχι το να γεμίσει το πορτοφόλι του.

 

Πώς «αφαιρούνται» οι κακές εκπομπές, η αισθητική του trash από την τηλεόραση;

Να σου πω κάτι; Το θέμα δεν είναι να πάρεις ένα μαχαίρι και να κόβεις κεφάλια ή να αφαιρέσεις –βιαίως, που λέει ο λόγος– προγράμματα. Είναι να μπορέσει κάποιος να τους κάνει να καταλάβουν ότι το μίνιμουμ της αισθητικής πρέπει να υπάρχει και στην τηλεόραση. Όπως υπάρχει στο σπίτι τους, ας πούμε. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι που κάνουν τον προγραμματισμό στα κανάλια δεν είναι κακόγουστοι στο σπίτι τους. Σε μερικών τα σπίτια έχω πάει και είναι μια χαρά το γούστο τους. Μια χαρά χάλια είναι τα προγράμματα που φτιάχνουν. Δεν μπορούν να ταιριάξουν το μέσα τους με το έξω τους; Δεν ξέρω. Το κυρίαρχο πάντως, είναι το μίνιμουμ της αισθητικής. Το να λέμε εμείς, ότι δεν μας αρέσει η Τατιάνα, που δεν μας αρέσει, δεν μας αρέσει η φιλοσοφία των πρωινάδικων -που δεν μας αρέσει-, δεν μας αρέσει ο τρόπος που περνάνε τις ειδήσεις κάθε βράδυ –που σαφώς δεν μας αρέσει– δεν είναι λύση. Η λύση θα έρθει -που και να τους τη δώσεις, ποιος θα την ακούσει;- από ανθρώπους που μπορούν να σκεφτούν, να προτείνουν και να μπορέσουν να κάνουν κάτι νέο. Αλλά με τα χρόνια, έχω διαπιστώσει, ότι όσο και να τους λες, δεν σου δίνουν σημασία. Όσο αυτοί οι άνθρωποι είναι φερέφωνα των αφεντικών τους και έχουν ένα συγκεκριμένο μπάτζετ για να λέμε και την αλήθεια -όταν του άλλου του λέει ο Μπόμπολας, ο Κυριακού, ο Βαρδινογιάννης «μάγκα μου, τόσα!» τι να κάνει;- δεν θα δεις κάτι άλλο στην τηλεόραση.

 

Γιατί «πηδάνε» τα στελέχη απ’ τα κανάλια; Τελείωσαν οι «μεγάλες οικογένειες» των σταθμών;

Αν μιλάμε για την τελευταία αποχώρηση (σ.σ.: του Πέτρου Μπούτου από το Mega), μιλάμε για έναν άνθρωπο που ήξερε τι θα συμβεί, κοίταξε το μέλλον του και καλά έκανε σε μια τέτοια εποχή. Εγώ πιστεύω ότι ο Μπούτος, όντας μέσα σε ένα κανάλι που βράζει είχε καταλάβει τρία πράγματα: ζύγισε αυτά που ήξερε, κατάλαβε κάποια άλλα που έρχονται, είχε μια καλή πρόταση και αποχώρησε. Οι «οικογένειες» –αφού με ρωτάς– στα κανάλια, ισχύουν μόνο για τις καλές εποχές. Εγώ εύκολα δεν θα κατηγορήσω κανέναν άνθρωπο, ο οποίος λακίζει βλέποντας το καράβι να βουλιάζει. Στην εποχή που ζούμε και μην ξέροντας ο καθένας τις ανάγκες του άλλου, είναι εύκολο να λες διάφορα πράγματα. εμένα δε μ’ αρέσει να το κάνω αυτό. Φαντάζομαι ότι κι εμένα, αν μου δινόταν η ευκαιρία για κάτι καλύτερο, το ίδιο θα έκανα.

 

Φέτος, ειδικά, είναι λες και η παλιά μεσημεριανή ζώνη «μετακόμισε» στα πρωινά; Γιατί τόσος σαματάς μετά από 3 χρόνια σχετικής ηρεμίας;

Συνέβαινε πάντα, αλλά ειδικά σήμερα οι μέτριοι φωνάζουν. Τι «φωνάζουν»; Ουρλιάζουν! Θέλοντας να καλύψουν τις αδυναμίες τους. Εντάξει, υπάρχουν και εξαιρέσεις, ας μην είμαστε μηδενιστές. Μη γίνουμε σαν τον Μουτσινά που θέλει να καταργηθεί η τηλεκριτική. Ώπα, ρε άνθρωπε, δηλαδή, μήπως να καταργηθούν οι εκπομπές σου; Και μετά βλέπουμε αν έρθει κι η σειρά μας. Αλλά, ναι, σε γενικές γραμμές, το μέτριο σήμερα ξεφωνίζει.

 

Τελικά, κατάλαβες γιατί έκλεισε η ΕΡΤ;

Πέρα από αυτό που καταλάβαμε όλοι, αυτό που πλέον συμπεραίνω είναι ότι η ΕΡΤ έκλεισε για να ξανάρθουν πάνω οι άνθρωποι, που για κάποιο λόγο δεν μπορούσαν να ειναι στα σοβαρά πόστα τον τελευταίο καιρό. Δηλαδή, το ότι όλο το νέο πακετάκι του οράματος της ΔΤ έχει περάσει στα χέρια του Γιώργου Μπράμου, εντάξει, και ως σόκιν ανέκδοτο μπορείς να το εκλάβεις. Βέβαια, είναι και λίγο χοντρό το να πεις ότι η ΕΡΤ έκλεισε για έναν άνθρωπο – ποιος είσαι, φίλε μου; -, αλλά αυτό που έγινε ήταν μία τεράστια βλακεία της κυβέρνησης (όπως και τόσες άλλες). Το χειρότερο απ’ όλα, για ‘μένα, ήταν ότι απεμπολεί ένα brandname που λέγεται ΕΡΤ. Έχεις ένα θησαυρό στα χέρια σου που κοστίζει δισεκατομμύρια, έχεις μία ιστορία και κάνεις ΔΤ και ΝΕΡΙΤ και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο; Θεωρώ ότι αυτό ήταν η μαλακία της χρονιάς. 

 

Ο τηλεκριτικός πρέπει να είναι ρεπόρτερ ή μπορεί ο καθένας να βλέπει και να γράφει έτσι, ό,τι του ‘ρθει;

Ο τηλεκριτικός πρώτα οφείλει να είναι ρεπόρτερ. Αν δεν είσαι ρεπόρτερ, δεν μπορείς να είσαι και κριτής. Εγώ ποτέ δεν είδα μια εκπομπή χαζοβιολίστικα. Πάντοτε υπήρχε ρεπορτάζ πίσω από κάθε σχόλιο, ακόμη κι απ’ το πιο αιχμηρό. Η τηλεκριτική είναι σχόλιο, αλλά αυτό δεν μπορείς να το κάνεις απ’ τη μια μέρα στην άλλη.

 

Ο τηλεκριτικός πιάνει φιλίες με το... «φαΐ» του;

Όχι. Βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις που πιάνει κουβέντα. Και εγώ δεν θα τις αρνηθώ αυτές τις κουβέντες. Το θέμα είναι να ‘χεις το φαγητό, αλλά να το ξεχωρίσεις. Να μην ακουμπήσεις τις πατάτες, ας πούμε, αλλά να πάρεις το κρέας και να του αλλάξεις τα φώτα. Δεν είναι εύκολο, αλλά εγώ δεν συνάντησα δυσκολία στο να τα ξεχωρίσω. Αν συνειδητά θέλησα κάπου να μην κάνω κριτική, ήταν μόνο σε μία περίπτωση. Δεν είναι ο Λαζόπουλος αυτό το πρόσωπο, θέλω να σου πω. Είναι η Ρένα η Θεολογίδου. Είναι συνειδητά φίλη καρδιάς, της οφείλω την καριέρα μου, έχει κάνει καλές εκπομπές, δεν την ακούμπησα ποτέ. Ας πούμε για τον Λάκη, που έχω ακούσει τα μύρια όσα, θέλω να σου πω ότι καταλαβαίνω αυτούς που του γράφουν αρνητική κριτική, σε πάρα πολλά συμφωνώ, πάρα πολλά κατ’ ιδίαν τα έχω συζητήσει μαζί του, αλλά, αν θέλει κάποιος να με πυροβολήσει, επειδή ο Λάκης είναι φίλος μου από το ’79, εντάξει, κανένα πρόβλημα. Αυτό δεν σημαίνει, ότι κάποια στιγμή δεν πήρα το μολύβι να του γράψω κάτι. Τελοσπάντων, η  κριτική δεν γίνεται σε πρόσωπα, σε προγράμματα γίνεται.

 

Δεν το ασπάζομαι αυτό. Γιατί ο χαρακτήρας και η συμπεριφορά εμπλέκεται σε αυτό που παρουσιάζει κάποιος και τροφοδοτεί το τηλεοπτικό προϊόν...

Ναι, έχεις πολύ δίκιο σ’ αυτό που λες, γιατί άμα το παρουσίαζε άλλος, θα ‘κανε άλλο πράμα. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι δεν υπάρχει –και δεν πρέπει να υπάρχει– εμμονή.

 

Βγαίνει ο τηλεκριτικός στην τηλεόραση; Οξύμωρο δεν είναι;

Είναι μέρος του παιχνιδιού και της δουλειάς. Κάποιος που βγαίνει –υποθέτω– του αναγνωρίζεται και κάτι. Θέλω να πω, χαίρομαι που δεν πέρασα απαρατήρητη ως δημοσιογράφος του τηλεοπτικού ρεπορτάζ.

 

Αυτολογοκρίνεσαι, πριν παραδώσεις τη στήλη σου ή δεν χρειάζεται πια;

Λογοκρίνομαι, αυτολογοκρίνομαι, γνωρίζοντας του πώς να χειριστείς ένα θέμα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων της εφημερίδας. Άκουσα, ας πούμε, νέο παιδί να λέει «εγώ δεν δέχομαι αλλαγές στα κείμενα μου» και αν είναι αλήθεια μπράβο του και του βγάζω και το καπέλο. Να μου επιτρέψουν, όμως, να έχω ενστάσεις όσο ξέρω τη δική μου τη δουλειά, όλα αυτά τα χρόνια. Λέω, λοιπόν, ότι εγώ και λογοκρίθηκα και αυτολογοκρίθηκα και μάλωσα και πέρασα δύσκολα και έκανα το μαλάκα και δεν έχω και πρόβλημα να το πω. Αν για κάτι χαίρομαι, είναι ότι ουδέποτε επέτρεψα το όνομα μου να αναμιχθεί σε σκάνδαλα, προτάσεις κάτω από το τραπέζι και κοιμάμαι πολύ ήσυχα τα βράδια.

 

Πότε, λες, ν’ αλλάξει η τηλεοπτική μας αισθητική;

Όπως τα βλέπω εγώ τα πράγματα, πιστεύω ότι η τηλεόραση είναι ένα τελειωμένο πράγμα. Δεν θα πάψει να υπάρχει σαν κουτί και να ‘ναι μες τα σπίτια και να αποτελεί την απόλαυση των γερόντων και των κάπως χαμηλότερου επιπέδου ανθρώπων. Ας είμαστε ειλικρινείς, δηλαδή: η τηλεόραση απευθύνεται πλέον είτε στα χαμηλά μορφωτικά στρώματα είτε στους πολύ μεγάλους ανθρώπους που την έχουν για συντροφιά. Ξέρεις τι δύσκολο πράγμα είναι να είσαι μεγάλος και μόνος και η μόνη σου παρέα να είναι αυτή η ανοησία;

 

Πιστεύεις ότι όσοι δουλεύουν μπροστά στην κάμερα αναπτύσσουν ένα είδος... ανισορροπίας; 

Δεν μπορεί να μην έχεις μια μορφή ανισορροπίας, όταν κάνεις τηλεόραση και μάλιστα επί σειρά ετών. Και με καλές προθέσεις να ξεκινήσεις και να πεις ότι «εγώ αυτός είμαι και έτσι θα συνεχίσω να είμαι», αυτό αποκλείεται. Η τηλεόραση είναι τόσο δυνατό Μέσο που σου τα καίει τα κύτταρα και ξαφνικά ξεχνάς και τις αξίες σου και τα πιστεύω σου και όλα. Δεν γίνεσαι εγκληματίας, δεν λέω αυτό, αλλά το καλάμι το ιππεύεις ανέτως και δεν το παρκάρεις και στο σωστό σημείο.

 

Αν σου ζητούσα να μου ονομάσεις έναν που να μην το «’καψε» απ’ την τηλεόραση ποιον θα μου έλεγες;

Μία έμεινε αλώβητη από την τηλεόραση. Θα σου ‘λεγα τη Μαλβίνα. Γιατί ήταν παιδί άλλου κόσμου και όχι ετούτου. Και θα σταματούσα εκεί. Αν πήγαινα πιο πίσω θα σου ‘λεγα τον Διακογιάννη. Για τα τελευταία 20 χρόνια, δε νομίζω ότι μπορώ να βρω άλλον. Η τηλεόραση διαβρώνει την ψυχή του ανθρώπου και ερήμην του. Κάτι οι χαιρετούρες στον δρόμο, κάτι οι ανθοδέσμες των αφεντικών, κάτι η επιτυχία, όπως την εκλαμβάνει ο καθένας. Ας πούμε, η υπόθεση Σορίν Ματέι που είναι από τα μεγαλύτερα αμαρτήματα της ελληνικής τηλεόρασης, αλλιώς την εξέλαβε αυτός που την έκανε, τη θεωρεί τεράστια επιτυχία και την έχει πρώτη – πρώτη στο βιογραφικό του και αλλιώς την εκλάβαμε εμείς, τη ζήσαμε και τη θυμόμαστε...