Θα φανταζόταν κανείς, ειδικά την εποχή των smartphones, του Facebook, του Instagram και του Snapchat, ότι θα μπορούσε να πάει ένα ταξίδι, κοντινό ή μακρινό, και να μην έχει ούτε μία φωτογραφία από αυτό; Κι όμως, μερικά χρόνια πριν, αυτό ήταν μια πιθανότητα. Όχι μονάχα λόγω έλλειψης του απαραίτητου εξοπλισμού, αλλά είτε λόγω συγκυριών, είτε από ιδιορρυθμία, είτε γιατί περνούσαν τόσο όμορφα, που δεν τους ενδιέφερε να χάσουν τη στιγμή, βλέποντάς την μέσα από την απόσπαση που δημιουργεί ο φακός μόνο και μόνο για να τη μοστράρουν μετά στα social media. Η Εύα Μανιδάκη, ο Κωστής Φωκάς, η Μαρία Μαρκουλή και ο Βύρωνας Κριτζάς είναι μερικοί από τους ανθρώπους που δεν έχουν καταγράψει φωτογραφικά κάποια από τα πιο σημαντικά ταξίδια της ζωής τους. Όπως όμως προδίδουν οι διηγήσεις τους, τα έχουν καταγράψει ολοζώντανα στο μυαλό τους. 

 

«Περιπέτεια στην Αφρική»

Εύα Μανιδάκη

Αρχιτέκτονας (FLUXoffice) – Σκηνογράφος

Πώς είναι ένα ταξίδι χωρίς καμία φωτογραφία!
Εικονογράφηση: Pan Pan

 

«Ήταν στη Νιγηρία, το 1989. Είχα πάει να συναντήσω τον πατέρα μου που εργαζόταν εκεί και θα έμενα δεκαπέντε μέρες. Είχε κανονίσει να κάνουμε μια μεγάλη εκδρομή με τζιπ, γύρω από τη λίμνη του Chad, διασχίζοντας ένα μεγάλο μέρος της Βόρειας Νιγηρίας και του Καμερούν. Το ενδιαφέρον μου για τα χωριά της Αφρικής ήταν πολύ μεγάλο, μια και ήμουν φοιτήτρια της Αρχιτεκτονικής.

 

Η εκδρομή μας ξεκίνησε από τη Maiduguri, την πόλη όπου ζούσε ο πατέρας μου. Δεν ταξιδεύαμε ποτέ βράδυ, ήταν αρκετά επικίνδυνο. Ο οδηγός με είχε συμβουλέψει να μην τραβάω φωτογραφίες όταν κατεβαίνω από το αυτοκίνητο κι ακόμη περισσότερο όταν θα μπαίναμε στα χωριά… Φυσικά, δεν τον άκουσα! Η λαχτάρα μου για την καταγραφή της εικόνας ήταν τεράστια. Δεν γινόταν να μην τραβήξω φωτογραφίες.

 

Ίσως, όταν κάτι το έχουμε φωτογραφίσει με κάμερα, είναι σαν να κοιμίζουμε εκείνη την ώρα τη μνήμη μας, λέγοντας «τώρα το έχω». Αν όμως κάτι κεντρίσει τη φαντασία μας και το φωτογραφίσουμε με τα μάτια της φαντασίας μας, οι εικόνες μεγαλώνουν και ζωντανεύουν κάθε φορά.

 

Αφού είχαμε διανύσει τα πρώτα 400 χιλιόμετρα (έβγαζα συνεχώς φωτογραφίες μέσα από το αυτοκίνητο, αποτυπώνοντας τις απέραντες εκτάσεις της ερήμου), σταματήσαμε στο πρώτο χωριό. Η τυπολογία των χωριών στην περιοχή αυτή ήταν ίδια: δηλαδή πλινθόκτιστα σπίτια, στρογγυλής κάτοψης, με κάλυψη από χορτάρινη οροφή. Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και κατευθυνθήκαμε προς τον οικισμό. Εκεί μας υποδέχτηκε ο γέρος του χωριού που στεκόταν κάτω από το μοναδικό δέντρο. Του εξήγησε ο οδηγός μας ότι θα θέλαμε να δούμε τον οικισμό. Μας έδωσε την άδεια, με ένα μεγάλο χαμόγελο κι ένα μικρό λύγισμα της μέσης. Τη φωτογραφική μου μηχανή την είχα κάτω από τη μπλούζα μου και ήμουν "ετοιμοπόλεμη", όταν ξαφνικά αισθάνθηκα μια παρέα με παιδιά πίσω από την πλάτη μου να μου φωνάζουν και να με δείχνουν στους συγχωριανούς τους. Αρχικά, δεν κατάλαβα γιατί, αλλά προφανώς είχαν δει το κρεμαστάρι της φωτογραφικής μηχανής και… καταλαβαίνετε. Μου πήραν τη φωτογραφική μηχανή (και καλά έκαναν!) και αναγκαστήκαμε να μπούμε μέσα στο αυτοκίνητο γιατί μας πετούσαν πέτρες (και πολύ καλά έκαναν!).

 

Έτσι, λοιπόν, όλο το ταξίδι έχει καταγραφεί μέσα μου: εικόνες, μυρωδιές, ήχοι, όλα. Είναι ακόμη πιο δυνατό από όλες τις φωτογραφίες που ίσως θα είχα τραβήξει! Προσπαθούσα με τα μάτια μου να έχω "ξυπνητές" τις εικόνες. Και φυσικά αυτό συνέβη σαν μαγικό… Ίσως, όταν κάτι το έχουμε φωτογραφίσει με κάμερα, είναι σαν να κοιμίζουμε εκείνη την ώρα τη μνήμη μας, λέγοντας «τώρα το έχω». Αν όμως κάτι κεντρίσει τη φαντασία μας και το φωτογραφίσουμε με τα μάτια της φαντασίας μας, οι εικόνες μεγαλώνουν και ζωντανεύουν κάθε φορά».

 

 

«Καλοκαιρινός Έρωτας»

Κωστής Φωκάς

Φωτογράφος

Πώς είναι ένα ταξίδι χωρίς καμία φωτογραφία!
Εικονογράφηση: Pan Pan

 

«Ήτανε Αύγουστος και ώρα διακοπών. Είχα μόλις αφήσει πίσω μου το στούντιο και κατηφόριζα στο κέντρο για καλοκαιρινό ποτό. Και ξαφνικά, αντί για δωμάτια και ακτοπλοϊκά μια τρελή επένδυση μου έσκασε φιλίας και φύγαμε μαζί για Κίμωλο με την πρωινή πορεία. Από εκεί ένα άλλο πλοίο μας έβγαλε στη Μήλο και σαν λαθρεπιβάτες που ξετρύπωσαν απ’ το μηχανοστάσιο του καραβιού, βαδίζοντας σ’ ένα λευκό τοπίο αράξαμε σε μια στάση λεωφορείου ινκόγκνιτο, καπέλα ψάθινα, γυαλιά ηλίου και βλέμμα αδιάφορο που χάνονταν παντού. Προτού δω το αμάξι που ερχόταν να μας παραλάβει για μία περιπέτεια της μέρας άκουσα μουσική από το κασετόφωνό του, και αφού μας φόρτωσαν οι δυο μου νέοι φίλοι, τα μάτια μου έμεναν μια στο γκρι, μια στο καφέ, μια στο λευκό, μία άλλη στον καθρέφτη και μια στον οδηγό. Ήταν η ζέστη αμείλικτη, μα έφταιγε ο ήλιος;

 

Αφού είχε σβήσει η μηχανή και αδειάσει το αμάξι, βρεθήκαμε και οι τέσσερις μαζί και γύρω μας ασπάλαθοι. Δεν είχαμε περπάτημα να κάνουμε πολύ μα τη ζωή μας παίξαμε – κρατάγαμε σχοινί! Ένα σχοινί που έφτανε σε μια έρμη παραλία αφού θα κατεβαίναμε μια απότομη πλαγιά. Δεν είχα φωτογραφική μα μόνο τ' ακροδάχτυλά μας, κι η εικόνα έμεινε εκεί  στην άμμο χαραγμένη και στο μυαλό εστεμμένη».  

 

 

«Χωρίς φωτογραφική στην καρδιά του ροκ»

Μαρία Μαρκουλή

Δημοσιογράφος/συγγραφέας

Πώς είναι ένα ταξίδι χωρίς καμία φωτογραφία!
Εικονογράφηση: Pan Pan

 

«Focus στην εικόνα: είμαι εκεί και έχω αγκαλιάσει το μπρούντζινο άγαλμα του Τζίμι Χέντριξ, κρατάει με πάθος εκείνος την κιθάρα του, ο ήλιος πέφτει από τη σωστή γωνία και πολύς κόσμος δεν περνάει από τη διασταύρωση Πάικ και Μπρόντγουεϊ. Είναι ιδανικά. Θα είναι ιδανική φωτογραφία. Μετά από τόσες λέξεις και κείμενα που έχω γράψει στη ζωή μου για τον Τζίμι Χέντριξ, είναι ακριβώς η ηλεκτρισμένη εκείνη στιγμή για το κλικ της μηχανής – με τη διαφορά ότι δεν υπάρχει κλικ στον ορίζοντα, ούτε φωτογραφική μηχανή στα πέριξ. 

 

Είναι νωρίς όμως για το ραντεβού της κάμερας των κινητών με την Ιστορία. Και αυτή είναι μια χαρακτηριστική στιγμή από το photo-free και φωτογραφίες γιοκ, ταξίδι μου στο Σιάτλ.

 

Ταξίδι μακρινό, φουλ μουσικό, χωρίς εικόνες παρά μόνο του μυαλού, ταξίδι non-paper. 

 

Ο σκοπός ήταν να αγοράσουμε καινούργια φωτογραφική μηχανή σε αντικατάσταση της παλιάς και άχρηστης και αφού αυτό δεν είχε γίνει ως την αναχώρηση, θα γινόταν σε κάποιο από τα καταστήματα ενδιάμεσου σταθμού – το δίχως άλλο. Με τόση ώρα αναμονής και χρόνο να "σκοτώσεις", τι πιο απλό; Το πιο απλό από αυτό ήταν να προλάβουμε την πτήση για Σιάτλ στο τσακ δεδομένης της καθυστέρησης και των αεροδρομικών αποστάσεων. Αλλά καμία ανησυχία, μια φωτογραφική μηχανή θα μας περίμενε στο Σιάτλ.

 

Ένα σωρό εμπειρίες μας περίμεναν, μα καμία φωτογραφική μηχανή.

 

Άνοιξα το παράθυρο και ήρθαν οι γλάροι, κάτι τους πέταξα, το άρπαξαν, το χώνεψαν. Από το ίδιο παράθυρο ή κάποιο άλλο ο Πολ, ο Τζον, ο Ρίνγκο και ο Τζορτζ είχαν απλώσει καλάμια για ψάρεμα το 1964 στην πρώτη επίσκεψη των Beatles στα βορειοδυτικά των ΗΠΑ και αυτή δεν ήταν η μόνη ροκ ιστορία που θα συναντούσα.

 

Το ξενοδοχείο Edgewater στεκόταν στην άκρη του νερού αλλά αν οι τοίχοι του μιλούσαν, κουβέντα δεν θα έλεγαν για την υγρασία. Επειδή αφενός δεν θυμάμαι να είχε υγρασία, αφετέρου είχαν τόσα πολλά άλλα να πουν.

 

Άνοιξα το παράθυρο και ήρθαν οι γλάροι, κάτι τους πέταξα, το άρπαξαν, το χώνεψαν. Από το ίδιο παράθυρο ή κάποιο άλλο ο Πολ, ο Τζον, ο Ρίνγκο και ο Τζορτζ είχαν απλώσει καλάμια για ψάρεμα το 1964 στην πρώτη επίσκεψη των Beatles στα βορειοδυτικά των ΗΠΑ και αυτή δεν ήταν η μόνη ροκ ιστορία που θα συναντούσα, καλεσμένη της "Redbull Μουσικής Ακαδημίας" – άλλη μια περιβόητη ήταν εκείνη για το απαγορευτικό εισόδου στους Led Zeppelin μετά από άγριες rock'n'roll νύχτες. Τόσα ροκ θέματα και ούτε μία φωτογραφία. Ούτε καν για το αξιολάτρευτο αρκουδάκι-σκαμπό αξεσουάρ του δωματίου.

 

Στο Experience Music Project ή, όπως λέγεται σήμερα, Pop Culture Μuseum είχα πια παραδοθεί. Μπροστά στο βουνό από ηλεκτρικές κιθάρες, τις κονσόλες και τα memorabilia των Nirvana δέχτηκα τη μοίρα. Ήταν μάταιο. Και ίσως όχι τυχαίο. Τι στο καλό χρειάζεται να "πουλάς" rock'n'roll αναμνήσεις; Και  μηχανή να είχα, δεν θα φωτογράφιζα (αυτό είπα στον εαυτό μου).

 

Ο εαυτός μου με χλεύασε μετά, μπροστά στα γυαλιστερά όστρακα, στα καβούρια, στους αστακούς, στις θηριώδεις καραβίδες, στα μύδια και στα στρείδια, στις δαγκάνες παράξενων πλασμάτων και σ’ άλλα πολλά όντα της θάλασσας που γέμιζαν τους πάγκους του Fisherman’s Wharf, της ψαραγορά που δικαίωνε τον Ιούλιο Βερν μπροστά στα μάτια μου. 

 

*Για την ιστορία, φωτογραφική μηχανή τελικά δεν αγόρασα σε εκείνο το ταξίδι. Μετά ήρθαν τα κινητά και οι κάμερες – τα υπόλοιπα είναι ιστορία».

 

 

«Μετεκπαίδευση»

Βύρωνας Κριτζάς

Δημοσιογράφος

Πώς είναι ένα ταξίδι χωρίς καμία φωτογραφία!
Εικονογράφηση: Pan Pan

 

«Τον Οκτώβρη του 2012 βρέθηκα φαντάρος στη Λάρισα για έναν μήνα. Μετεκπαίδευση. Τώρα που το σκέφτομαι, πράγματι ήταν μετεκπαίδευση η παραμονή μου στην πόλη, απλώς όχι με τον τρόπο που νόμιζε η Πολεμική Αεροπορία, σίγουρα όχι.

 

Εκεί ζούσε μια πρώην κοπέλα μου, ο πρώτος μου έρωτας. Είχα χρόνια να τη δω, όμως δεν την είχα ξεχάσει. Στην πρώτη έξοδο, λοιπόν, της έστειλα μήνυμα. Δώσαμε ραντεβού σε μια πλατεία και κάτσαμε για καφέ. Όμορφη ως συνήθως αυτή. Είπαμε τα νέα μας, είπαμε αυτά που λένε οι πρώην όταν συναντιούνται, "πωπω, δεν έχεις αλλάξει καθόλου", "με τον τάδε απ' τη σχολή μιλάτε;" και τέτοια… Η άδειά μου όμως εμένα ήταν μέχρι το βράδυ και η ώρα ήταν ακόμα πέντε το απόγευμα. Κάτι έπρεπε να κάνουμε…

 

Γυρίσαμε στα στέκια της πόλης, ανάμεσα σε παιδιά με πατίνια και κάγκουρες και βαμμένα κορίτσια που έκαναν τα ψώνια τους. Μου έδειξε το σχολείο της. Μου μίλησε για τα ζόρια που είχε στη δουλειά. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι δυσκολεύεται να κάνει καινούργιους φίλους, ότι αισθάνεται σαν να μεγάλωσαν όλοι απότομα και η ίδια παρέμεινε παιδί. Με κοιτούσε με τα μεγάλα μάτια της και μου τα 'λεγε όλα αυτά σαν να πίστευε πως μόνο εγώ μπορούσα να τα καταλάβω. Επιπλέον, ήταν φοβερά γλυκιά μαζί μου, απίστευτα δοτική, σαν να είχε βγει κι αυτή για λίγο από ένα άλλο στρατόπεδο και ήθελε να περάσει τις λίγες ώρες ελευθερίας της όσο πιο ευχάριστα μπορούσε. Στο μεταξύ, περπατούσαμε κατά μήκος του ποταμού (της Λαρίσης το ποτάμι, που το λένε Πηνειό). Σιγά-σιγά, άρχισε να πέφτει το σούρουπο. Φυσούσε ελαφρώς και είχε σύννεφα. Τα φυτά μύριζαν φθινόπωρο και τα σπορτέξ παπούτσια μας άφηναν τα ίχνη τους στο χώμα.

 

Ξαφνικά, μου έδειξε με το δάχτυλο κάπου μακριά και μου είπε: "Να, αυτό εκεί είναι το μπαλκόνι μου. Θες να πάμε να περάσει και η ώρα;». Ανεβήκαμε στο σπίτι της και βάλαμε στο laptop Κωνσταντίνο Βήτα. Μέσα στο δωμάτιο όλα είχαν γλυκάνει κι έτσι όπως νύχτωνε, έξω άρχισε να πέφτει μια ξαφνική μπόρα, που πρέπει να ήταν η πρώτη του φθινοπώρου. Δεν τα βγάζω απ’ το μυαλό μου, παιδιά, έτσι γίνανε. Σε κάποια φάση, όταν την πλησίασα λίγο πιο στενά, τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν μια περίεργη τροπή. Μου μίλησε για το αγόρι της, αναγκαστικά μάλλον, για να με φρενάρει. Τέλος πάντων, το βράδυ, στις 22:00, γύρισα σαν βρεγμένη γάτα στο στρατόπεδο. Η έξοδός μου είχε τελειώσει, η πατρίδα με χρειαζόταν.

 

Όταν ξύπνησα το επόμενο πρωί στον θλιβερό θάλαμο της μονάδας, αναρωτιόμουν αν όλα τα παραπάνω είχαν πράγματι συμβεί ή αν τα 'χα δει στον ύπνο μου. Τα άλλα παιδιά εκεί δεν μπορούσαν να με καταλάβουν... Αλλά εγώ, σε μια άκυρη πόλη, απαλλαγμένος για λίγες ώρες από τον παραλογισμό του στρατού και γνωρίζοντας πια πως ό,τι μας πλήγωσε θα το ξαναβρούμε μπροστά μας για να μας γλυκάνει, είχα κάνει την πιο όμορφη και χρήσιμη βόλτα της νεανικής μου ζωής. Τη μετεκπαίδευσή μου».