Έμαθα για την ύπαρξη της Greek Oak Society-Φίλοι Βελανιδιάς από το Facebook. Είναι μια ομάδα που δημιουργήθηκε από τον Ηρακλή T., με σκοπό «να είναι ένας ενιαίος χώρος όπου θα συγκεντρώνονται αξιόπιστα στοιχεία για οτιδήποτε έχει να κάνει με τις βελανιδιές και θα γίνεται σωστή καταγραφή». Σήμερα η ομάδα έχει 3.000 μέλη, φίλους της βελανιδιάς, αριθμό σημαντικό, από την άποψη ότι αφορά δραστηριότητες και ανταλλαγή πληροφοριών για ένα μόνο δέντρο. Τα μέλη της ομάδας καταγράφουν αιωνόβιες βελανιδιές που έχουν καταφέρει να γλιτώσουν από τις πυρκαγιές ή την υλοτομία (η βελανιδιά έχει άριστης ποιότητας, ανθεκτικό ξύλο), συλλέγουν ώριμα βελανίδια προσέχοντας να μη διαταράξουν την ισορροπία της περιοχής, τα διαχωρίζουν και επιλέγουν αυτά που έχουν τις περισσότερες πιθανότητες να βλαστήσουν. Στη συνέχεια τα φυτεύουν σε δοχεία στο σπίτι, τα μεγαλώνουν και μετά τα μεταφέρουν στη φύση, σε μέρη όπου μπορούν να επιβιώσουν. Ή μεταφέρουν σπόρους σε μέρη που χρειάζονται αναδάσωση ή έχουν εξαφανιστεί οι ντόπιες βελανιδιές, φροντίζοντας να έχουν τις συνθήκες για να βλαστήσουν. Η βελανιδιά υπήρχε σε μεγάλο αριθμό στην Αττική· δέντρα με πλούσια βλάστηση που προσέφεραν τη σκιά τους, βιότοπος για ένα σωρό είδη πουλιών και εντόμων, με μεγάλο και βαθύ ριζικό σύστημα που προστάτευε το χώμα από τη διάβρωση. Σήμερα έχουν απομείνει ελάχιστες.
Δεν υπάρχουν «άκαυτα» δέντρα. Η αντίληψη ότι η βελανιδιά δεν καίγεται αποτελεί μύθο. Η πραγματική της αντοχή δεν έγκειται στην απουσία καύσης αλλά στην ικανότητά της να επιβιώνει και να επανέρχεται.
«Η ομάδα δημιουργήθηκε πριν από περίπου δύο χρόνια, όταν άρχισα να ασχολούμαι πιο συστηματικά με τις βελανιδιές και να αναζητώ επιστημονικά άρθρα ή πληροφορίες για συγκεκριμένα δέντρα», λέει ο Ηρακλής. «Αυτό που διαπίστωσα ήταν ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες ήταν αποσπασματικές, συχνά ατεκμηρίωτες και διάσπαρτες σε άρθρα copy-paste, αναρτήσεις ή τοπικές αναφορές. Έτσι προέκυψε η ανάγκη να δημιουργηθεί ένας ενιαίος χώρος όπου θα συγκεντρώνονται αξιόπιστα στοιχεία και άρθρα για οτιδήποτε έχει να κάνει με τις βελανιδιές και θα γίνεται σωστή καταγραφή.
Ξεκίνησε, λοιπόν, μια προσπάθεια καταγραφής αιωνόβιων βελανιδιών, στα πρότυπα αντίστοιχων ξένων εγχειρημάτων. Δεν με ενδιέφερε απλώς η αναπαραγωγή όσων πληροφοριών υπήρχαν ήδη αλλά η προσωπική έρευνα και η προσθήκη τόσο επιστημονικών όσο και λαογραφικών στοιχείων. Για κάθε δέντρο προσπαθώ να έρχομαι σε άμεση επικοινωνία με κατοίκους της περιοχής και τοπικούς φορείς, ώστε να συγκεντρώνονται πρωτότυπες πληροφορίες, μαρτυρίες και φωτογραφικό υλικό. Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία δίνω στην επικοινωνία και τη συνεργασία με επιστήμονες του χώρου, καθώς με ενδιαφέρει οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται να είναι όσο το δυνατόν πιο έγκυρες, τεκμηριωμένες και επιστημονικά αξιόπιστες. Σταδιακά, αυτό έφερε σε επαφή τη σελίδα με όλο και περισσότερο κόσμο, που άρχισε να στέλνει υλικό για δέντρα που δεν γνώριζα. Όλη αυτή η επικοινωνία, η ανταλλαγή πληροφοριών και η αλληλεπίδραση άρχισαν σταδιακά να διαμορφώνουν μια κοινότητα ανθρώπων από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας και με διαφορετικό υπόβαθρο, αλλά με πραγματικό ενδιαφέρον και κοινή αγάπη για αυτά τα δέντρα. Παράλληλα, με ενδιέφερε έντονα και το κομμάτι της αναπαραγωγής των βελανιδιών και της δεντροφύτευσης, οπότε, μαζί με την καταγραφή αιωνόβιων δέντρων, άρχισα να ασχολούμαι πιο πρακτικά και με αυτό το πεδίο. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία ήρθα σε επαφή με ανθρώπους με κοινό “πάθος”, πολύ μεγαλύτερη εμπειρία και γνώσεις, από τους οποίους έμαθα και συνεχίζω να μαθαίνω πολλά, καθώς αρκετοί από αυτούς συμμετείχαν ενεργά σε δράσεις και σχετικά εγχειρήματα πολύ πριν από εμένα. Με τον καιρό, αυτή η ανταλλαγή γνώσης και εμπειρίας οδήγησε στη διαμόρφωση του βασικού πυρήνα της ομάδας και στο να περάσουμε από μια ατομική προσπάθεια σε ένα συλλογικό εγχείρημα, οργανώνοντας πλέον δικές μας, αυτόνομες δράσεις.
Για τον κεντρικό πυρήνα της ομάδας δεν υπάρχει λόγος να εστιάζουμε σε ξενικά είδη. Το ζητούμενο είναι να κοιτάμε τα είδη που υπάρχουν στην Ελλάδα και, ακόμη περισσότερο, σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή – στη δική μας περίπτωση, στην Αττική. Αν ο σκοπός μιας φύτευσης είναι η ουσιαστική αναδάσωση, ο σωστός τρόπος είναι η επιλογή γηγενών και τοπικά προσαρμοσμένων ειδών. Αυτό προφανώς δεν αφορά μόνο τις βελανιδιές, απλώς η βελανιδιά είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και οικολογικά σημαντικά παραδείγματα. Εστιάζουμε ειδικά στη βελανιδιά και για δύο πιο συγκεκριμένους λόγους. Πρώτον, το βασικό είδος με το οποίο ασχολούμαστε, η ήμερη βελανιδιά (Quercus ithaburensis ssp. macrolepis), ήταν ιστορικά βασικό δέντρο των πεδινών και ημιορεινών περιοχών της Αττικής. Λόγω εκτεταμένης εκμετάλλευσης της γης και αλλαγών στη χρήση της, αφαιρέθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε σήμερα να συναντάται κυρίως ως μεμονωμένο δέντρο. Προσπαθούμε λοιπόν να συμβάλουμε στην επανεγκατάσταση του είδους, ώστε να συνυπάρχει ξανά με άλλα δέντρα που ανήκουν στην ίδια ζώνη βλάστησης.
Ο δεύτερος λόγος είναι ο ρόλος της βελανιδιάς στη βιοποικιλότητα. Οι βελανιδιές υποστηρίζουν περισσότερους οργανισμούς από σχεδόν οποιοδήποτε άλλο δασικό είδος, καθώς εκατοντάδες είδη εντόμων, πουλιών, θηλαστικών, μυκήτων και μικροοργανισμών εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από τα οικοσυστήματα που αυτές δημιουργούν.
Η βελανιδιά έχει διαχρονική παρουσία στην ελληνική ιστορία και τη λαϊκή παράδοση, από τα μινωικά χρόνια έως το Βυζάντιο, την Τουρκοκρατία και τους νεότερους χρόνους. Σε όλη αυτήν τη διαδρομή, οι βελανιδιές αποτέλεσαν σταθερά σημεία αναφοράς στις αγροτικές και ορεινές κοινωνίες: τόπους συγκέντρωσης, προσκυνήματος και σκιάς, φυσικά όρια χωραφιών, αλλά και πυρήνες συλλογικής ζωής και μνήμης.
Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας συναντά κανείς ήθη και έθιμα άλλων εποχών άμεσα συνδεδεμένα με τις βελανιδιές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν περιοχές της Κρήτης, όπου υπεραιωνόβιες βελανιδιές διατηρούν έως σήμερα λατρευτικό χαρακτήρα. Κατά τη συλλογή πληροφοριών για την Ιερή Δρυ της Αγίας Παρασκευής στις Απεζανές βρήκα εκπληκτικό υλικό του λαογράφου, εξερευνητή και φυσιολάτρη Χριστόφορου Χειλαδάκη, στο οποίο αναφέρει:
“Εδώ και αιώνες οι άνθρωποι τη λατρεύουν και την προσκυνούν, μια συνήθεια που στην Κρήτη έχει τις ρίζες της στην εποχή του μινωικού πολιτισμού. Ακόμα και σήμερα φτάνουν στο ιερό δέντρο προσκυνητές από όπου γης και δένουν μια κλωστή, ένα μικρό κομμάτι πανί ή κάποιο ρούχο σφιχτά στα κλαδιά του και κάνουν μια ευχή. Κι όπως το άψυχο κομμάτι υφάσματος σφιχταγκαλιάζει το κλωνάρι, έτσι και η ευχή τους στη δρυ της Αγίας Παρασκευής δένει στη ζωή τους”. (Υπάρχει σχετικό αφιέρωμα και φωτογραφίες στη σελίδα).
Αντίστοιχα, πολλές αφηγήσεις συνδέουν βελανιδιές με την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της Ελληνικής Επανάστασης. Σε εποχές όπου οι κοινότητες ζούσαν σε άμεση σχέση με το τοπίο, μεγάλες βελανιδιές λειτουργούσαν ως σημεία συγκέντρωσης, συμβουλίου και καταφυγίου. Πολλά δέντρα έχουν συνδεθεί τοπικά με ιστορίες κλεφτών και αρματολών, με συναντήσεις αγωνιστών ή με γεγονότα της Επανάστασης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η βελανιδιά του Μανταλένη στην Κρήτη, που θεωρείται από πολλούς η μεγαλύτερη του νησιού, κάτω από την οποία, σύμφωνα με την παράδοση, πραγματοποιούνταν συμβούλια και συνελεύσεις Κρητών επαναστατών κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας (υπάρχει επίσης σχετικό αφιέρωμα).
Πολλές φορές, βέβαια, αυτές οι πληροφορίες δεν μπορούν να διασταυρωθούν ιστορικά, ανήκουν στη σφαίρα της τοπικής μνήμης και της προφορικής παράδοσης. Παρ’ όλα αυτά, τα δέντρα αυτά λειτουργούν ως ζωντανοί φορείς συλλογικής μνήμης, συνδέοντας το φυσικό τοπίο με την ιστορική εμπειρία των κοινοτήτων.
Σήμερα, αυτή η σχέση έχει σε μεγάλο βαθμό αποδυναμωθεί, όχι επειδή χάθηκε η αξία της βελανιδιάς, αλλά επειδή άλλαξαν ριζικά ο τρόπος ζωής, οι ρυθμοί και οι προτεραιότητές μας.
Η συλλογή βελανιδιών γίνεται το φθινόπωρο και ο γενικός κανόνας –στον οποίο υπάρχουν και εξαιρέσεις– είναι να έχουν ωριμάσει, να φαίνονται υγιή, σκληρά, χωρίς τρύπες ή σημάδια προσβολής από έντομα. Προσπαθούμε η συλλογή να γίνεται κοντά στον φυσικό χρόνο πτώσης των καρπών και πάντα από δέντρα που γνωρίζουμε και παρακολουθούμε. Παίρνουμε μικρή ποσότητα βελανιδιών από κάθε δέντρο, αποφεύγουμε να το τραυματίζουμε και αφήνουμε την περιοχή ακριβώς όπως τη βρήκαμε. Φροντίζουμε επίσης να συλλέγουμε βελανίδια από περισσότερα διαφορετικά δέντρα της ίδιας περιοχής, ώστε να διατηρείται η τοπική γενετική ποικιλότητα. Αποφεύγουμε τη συλλογή από προστατευόμενες περιοχές χωρίς άδεια ή από μεμονωμένα και εξασθενημένα δέντρα. Στη συνέχεια, τα βελανίδια μπαίνουν σε νερό και κρατάμε όσα βυθίζονται. Μετά είτε φυτεύονται κατευθείαν είτε αφήνονται να προβλαστήσουν σε ελαφρύ, καλά στραγγιζόμενο υπόστρωμα.
Γνωρίζουμε ότι ακόμη και με σωστή φροντίδα, ένα ποσοστό δεν θα εξελιχθεί ποτέ σε δέντρο, κάτι απολύτως φυσιολογικό. Η λογική μας δεν είναι η μαζικότητα αλλά ο σεβασμός στη φυσική διαδικασία και στον χώρο από τον οποίο προέρχονται οι σπόροι.
Εμείς ασχολούμαστε πλέον σχεδόν αποκλειστικά με ενδημικά είδη της Αττικής. Κοιτάμε, στην περιοχή που θα φυτέψουμε, να μπουν βελανίδια μαζεμένα από την ίδια περιοχή. Φέτος δοκιμάσαμε σε συγκεκριμένα σημεία και με βελανίδια από την Τζια, που μας έστειλε φίλη της σελίδας. Είναι από είδος που υπάρχει και στην Αττική (Quercus ithaburensis ssp. macrolepis) και θέλαμε να δούμε πώς ανταποκρίνονται στις συνθήκες της βόρειας Αττικής. Σίγουρα οι ανάγκες κάθε είδους είναι διαφορετικές και παίζουν ρόλο οι συνθήκες του περιβάλλοντος, το έδαφος, η υγρασία και το μικροκλίμα κάθε περιοχής. Κάποια είδη φυτρώνουν σχετικά εύκολα, ενώ άλλα έχουν πιο συγκεκριμένες απαιτήσεις και μικρότερα ποσοστά επιτυχίας. Υπάρχουν είδη που χρειάζονται σταθερή υγρασία στα πρώτα στάδια, άλλα που είναι πιο ανθεκτικά στην ξηρασία. Γι’ αυτό και μεγάλο μέρος της προσπάθειας βασίζεται στην παρατήρηση και στη δοκιμή, όχι σε έτοιμες συνταγές.
Μια βελανιδιά χρειάζεται αρκετά χρόνια για να εγκατασταθεί πραγματικά στο τοπίο. Τα πρώτα κρίσιμα στάδια είναι τα πρώτα 3-5 χρόνια, που το νεαρό δέντρο επενδύει κυρίως στην ανάπτυξη του ριζικού του συστήματος και είναι ιδιαίτερα ευάλωτο στην ξηρασία, στη βόσκηση και στις ακραίες καιρικές συνθήκες. Η ορατή ανάπτυξη έρχεται αργότερα.
Αυτό σημαίνει ότι η βελανιδιά δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα “γρήγορο” πρότζεκτ με άμεσα αποτελέσματα. Από την αρχή γνωρίζουμε ότι πρόκειται για μια μακροχρόνια διαδικασία και προσπαθούμε να δουλεύουμε με αυτή τη λογική: φυτεύουμε μόνο όσα μπορούμε να φροντίσουμε, επιστρέφουμε στα ίδια σημεία, παρακολουθούμε την πορεία των φυτεύσεων και αποδεχόμαστε ότι κάποια δέντρα δεν θα επιβιώσουν. Η μακροχρόνια ενασχόληση δεν μας αποθαρρύνει, αντίθετα, είναι μέρος της φιλοσοφίας μας. Η βελανιδιά σε “εκπαιδεύει” να σκέφτεσαι σε βάθος χρόνου και όχι με όρους άμεσου αποτελέσματος. Αυτό, για εμάς, είναι ίσως και το πιο ουσιαστικό μάθημα του εγχειρήματος.
Η βελανιδιά χαρακτηρίζεται ως “αργό” δέντρο επειδή αναπτύσσεται με μακροχρόνιο ορίζοντα, επενδύοντας αρχικά στη δημιουργία ενός ισχυρού και εκτεταμένου ριζικού συστήματος και μιας σταθερής δομής. Αυτή η ιδιαιτερότητα συχνά δεν ευθυγραμμίζεται με τη σύγχρονη λογική της άμεσης αναδάσωσης, η οποία δίνει έμφαση σε γρήγορη φυτοκάλυψη και σε αποτελέσματα που μπορούν να αποτυπωθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Παρ’ όλα αυτά, η βελανιδιά συμβάλλει στη δημιουργία ανθεκτικών, λειτουργικών και βιολογικά πλούσιων οικοσυστημάτων, με υψηλή αντοχή σε περιβαλλοντικές πιέσεις όπως η ξηρασία και οι πυρκαγιές. Η πραγματική της αξία γίνεται ορατή σε βάθος χρόνου και συνδέεται περισσότερο με τη σταθερότητα και τη συνέχεια του τοπίου παρά με άμεσα και πρόσκαιρα αποτελέσματα.
Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, σε πολλές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας αλλά και των νησιών του Αιγαίου φιλοξενούνταν εκτεταμένα δρυοδάση ή συστάδες βελανιδιών που σήμερα έχουν χαθεί. Οπότε, κατά κάποια έννοια, μπορούμε να πούμε πως ναι, υπάρχουν είδη βελανιδιάς που έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από περιοχές όπου παλαιότερα ήταν κυρίαρχα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ήμερη βελανιδιά (Quercus ithaburensis ssp. macrolepis), η οποία έχει χαθεί σε μεγάλο βαθμό από τα πεδινά της Αττικής και άλλων περιοχών λόγω εκχερσώσεων και γεωργικής εκμετάλλευσης. Το ίδιο συμβαίνει και σε πολλά νησιά του Αιγαίου, όπου συναντώνται ακόμη κάποια διάσπαρτα κομμάτια παλιών δρυοδασών, όπως στον Άγιο Ευστράτιο, στη Λήμνο, στην Ικαρία κ.α. Η απώλειά τους οφείλεται κυρίως σε αιώνες υπερβόσκησης, υλοτομιών για καύσιμη ύλη και ναυπηγική, καλλιέργειες και επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές.
Κακά τα ψέματα, καμία μικρή εθελοντική πρωτοβουλία δεν μπορεί από μόνη της να λύσει την περιβαλλοντική κρίση. Όλες μαζί όμως δημιουργούν μια τάση, ένα ρεύμα, αλλάζουν νοοτροπίες, χτίζουν κοινότητες και πιέζουν έμμεσα για μεγαλύτερες θεσμικές αλλαγές, τόσο σε επίπεδο περιβαλλοντικών στρατηγικών όσο και πολιτικών επιλογών και προτεραιοτήτων. Το ενθαρρυντικό είναι ότι τον τελευταίο καιρό βλέπουμε να πολλαπλασιάζονται τέτοιες ομάδες και συλλογικότητες, οι οποίες δρουν ενεργά στο πεδίο, οργανώνουν δράσεις δενδροφύτευσης και συμβάλλουν έμπρακτα στη διαμόρφωση αυτής της συλλογικής τάσης.
Για μένα η βελανιδιά δεν είναι απλώς ένα όμορφο δέντρο. Είναι ένα ζωντανό αποτύπωμα χρόνου, σύμβολο μακροβιότητας, αντοχής, συνέχειας και αναγέννησης. Συνδέει το φυσικό τοπίο με την ιστορία και τη μνήμη. Η αλήθεια όμως είναι ότι αυτή η σχέση δεν είναι πλήρως διατυπωμένη μέσα μου. Διαμορφώνεται στην πορεία, μέσα από την επαφή με τα ίδια τα δέντρα, τις ιστορίες που κουβαλούν και τους ανθρώπους που συναντώ γύρω από αυτά. Ίσως γι’ αυτό δεν μπορώ ακόμη να εξηγήσω τι σημαίνει για μένα, αλλά αφήνω τη σχέση αυτή να εξελίσσεται μέσα από την πράξη.
Από πέρυσι έχουμε ξεκινήσει ουσιαστική συνεργασία με το Ινστιτούτο Γεωπονικών Επιστημών (ΙΓΕ), τον φορέα διαχείρισης του Δάσους Συγγρού. Σε συνεργασία με την εθελοντική ομάδα “Φίλοι του Δάσους Συγγρού” υλοποιούμε δράσεις φύτευσης και σποροφύτευσης εντός δάσους, μια συνεργασία που για εμάς αποτελεί σημαντικό σημείο αναφοράς ως προς τον τρόπο και τη σοβαρότητα με την οποία μπορούν να υλοποιούνται τέτοιες πρωτοβουλίες. Παράλληλα, βρισκόμαστε σε φάση προετοιμασίας κι άλλων δράσεων που ταιριάζουν στις αξίες μας και στη φιλοσοφία με την οποία δουλεύουμε, κυρίως γύρω από την αναπαραγωγή και τη φύτευση γηγενών ειδών.
Έχουμε έρθει επίσης σε επαφή με δήμους και άλλους φορείς για διάφορα ζητήματα, όπως η παραχώρηση δημοτικού χώρου για τη δημιουργία φυτωρίου. Σε αυτές τις επικοινωνίες εκφράζεται συνήθως θετική διάθεση και ενδιαφέρον, χωρίς όμως μέχρι στιγμής να έχει προκύψει κάτι συγκεκριμένο ή κάποια επίσημη συνεργασία».
Ποιος μπορεί να συμμετάσχει στη δράση της ομάδας; Χρειάζονται ειδικές γνώσεις ή μπορεί ο καθένας να βοηθήσει;
Στις δράσεις της ομάδας μπορεί να συμμετάσχει οποιοσδήποτε έχει πραγματικό ενδιαφέρον και σεβασμό για το φυσικό περιβάλλον. Δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις, αυτές αποκτώνται στην πορεία μέσα από την πράξη και τη συνεργασία. Το σημαντικό δεν είναι η εξειδίκευση αλλά η συνέπεια και η διάθεση να συμμετέχει κανείς σε κάτι που εξελίσσεται μακροπρόθεσμα. Η φύτευση είναι μόνο το πρώτο βήμα και έχει νόημα μόνο όταν υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι ώστε τα δέντρα που φυτεύονται να μπορούν να φροντιστούν και να επιβιώσουν.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO