Είναι όμορφη γειτονιά η Κοκκινιά, σε βοηθάει να αναπολείς και σου επιτρέπει να ανακαλύπτεις, να περιπλανιέσαι, να μη νιώθεις μόνος. Υπάρχουν ακόμα σπίτια που βγάζουν σκαμπό και καρέκλες στην εξώπορτα και γείτονες που έχουν συνηθίσει να πίνουν μαζί το απογευματινό τους καφεδάκι. Ανάμεσα σε σύγχρονες, ψηλές πολυκατοικίες παραμένουν κάποια χαμηλά σπίτια με ασβεστωμένες μάντρες και αν είσαι τυχερός, μυρίζεις γιασεμί, βασιλικό και νυχτολούλουδο, που μεγαλώνουν μέσα σε τενεκέδες και πήλινες γλάστρες.

 

Να μου πεις, πόσο ανάγκη έχει κάποιος να τα νιώσει ή να τα δει όλα αυτά; Δεν ξέρω, μπορεί και καθόλου. Υπάρχουν, όμως, πάντα εκείνοι που αγαπούν να βλέπουν μπροστά τους ζωντανό ένα κομμάτι ιστορίας και σίγουρα υπάρχει μια γοητεία τόσο στην παλιά Αθήνα όσο και στον παλιό Πειραιά.

 

Ένα κομμάτι ιστορίας είναι και οι παλιές ψησταριές, τα κεμπαπτζίδικα και τα σουβλατζίδικα με το μικρό μενού, τα χάρτινα τραπεζομάντιλα και τα ποτήρια μπίρας που έχουν θαμπώσει από τον χρόνο και τα πολλά πλυσίματα. Είχα ακούσει πολλά για τον Σέρκο της Κοκκινιάς, αλλά δεν είχα πάει ποτέ να δοκιμάσω το κεμπάπ του. Ήθελα να τον επισκεφτώ όταν θα άνοιγε ο καιρός, τότε που θα μπορούσα να κάτσω έξω, στα τραπεζάκια του, και θα έκανα άνετα μια βόλτα στους γύρω δρόμους του. 

 

Σαν αφρός είναι το κεμπάπ του Σέρκου. Λιώνει στο στόμα. Καθαρή γεύση, τίμια. Δεν θέλεις να τη σμίξεις με τίποτα άλλο. Τις πρώτες μπουκιές οφείλεις να του τις αφιερώσεις. Έτσι, για να το καταλάβεις.

 

Στο μαγαζί του Σέρκου έφτασα νωρίς το απόγευμα. Βρίσκεται πάνω στην πλατεία Νεράιδα, πίσω από τη Θηβών. Δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα βέβαια. Όταν άνοιξε το μαγαζί του εκεί ο Σέρκος Χανικιάν, το 1972, από μπροστά περνούσε η οδός Λέρου και δυο βήματα πιο πέρα ήταν το τέρμα των λεωφορείων. Ο δήμος, όμως, του έκανε τη χάρη και μπροστά του δημιουργήθηκε μια όμορφη, μεγάλη πλατεία, από εκείνες όπου παίρνουν θέση οι ηλικιωμένοι στα παγκάκια και τα παιδιά δεν την αφήνουν να ησυχάσει με τις φωνές, τα ποδήλατα, τις μπάλες και τα γέλια τους.

 

Όταν έφτασε εδώ ο Σαρκίς, δεν υπήρχε καμία πολυκατοικία, μόνο σπιτάκια και απλοί άνθρωποι της βιοπάλης. Εξάλλου και ο Σαρκίς ήταν ένας άνθρωπος του καθημερινού αγώνα. Ξεκίνησε με ένα καροτσάκι με ξηρούς καρπούς, το οποίο γυρνούσε παντού, μέχρι ένας κρεοπώλης να τον παρακινήσει να ασχοληθεί με το κεμπάπ, αυτό που σαν Αρμένης ήξερε να φτιάχνει καλά και θα μπορούσε να του δώσει μεγαλύτερη οικονομική άνεση.

 

Έτσι κι έγινε. Το καροτσάκι παρέμεινε, αλλά το προϊόν άλλαξε και ο Σέρκος τριγυρνούσε τις γειτονιές και τα γήπεδα, τόσο κατά τη διάρκεια του αγώνα όσο και στις προπονήσεις, που τότε γινόταν χαμός, πουλώντας το ζουμερό κεμπάπ του. Μόλις τα πράγματα έφτιαξαν λίγο, άνοιξε το πρώτο του μαγαζί στην οδό Κονδύλη, απέναντι από το σινεμά «Έσπερος». Γρήγορα έφυγε αποκεί και βρέθηκε στο σημείο όπου υπάρχει το μαγαζί μέχρι σήμερα, με τη γυναίκα του Μαρί και τα παιδιά του, την κόρη του Αγαβνή και τον γιο του Εβεντή, που δουλεύουν το μαγαζί σήμερα.

 

Το κεμπάπ του Σέρκου
Δεν φτιάχνουν τυχαία ένα από τα πιο νόστιμα κεμπάπ στον Σέρκο. Ό,τι φτιάχνεται με την καρδιά, έχει πάντα γεύση που το κάνει να ξεχωρίζει.  Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Από την όψη του μαγαζιού, την παλιά ταμπέλα και την απλή τζαμαρία κατάλαβα πως μέσα στο μαγαζί δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Δίπλα στην πόρτα υπάρχει η ψησταριά που είχε φτιάξει ο Σέρκος με τα χέρια του, η πιο παλιά ψησταριά που έχεις δει. Απλή κατασκευή, ίσα να χωράνε τα κάρβουνα και να στρώνονται οι σχάρες.

 

Μπροστά στην ψησταριά βρίσκεται κάθε μέρα η Αγαβνή ή Άννη για τους φίλους. Εκείνη έχει αναλάβει το ψήσιμο και το κάνει με μοναδική μαστοριά. Τη θαύμασα πραγματικά. Ώρες μέσα στον καπνό και στη ζέστη, ψήνει με γρηγοράδα και βγάζει από τα χέρια της ψητά που θα ζήλευαν οι πιο διάσημοι εξπέρ της φωτιάς. «Τη βλέπεις την ψησταριά; Ο πατέρας μου την έχει φτιάξει» μου λέει και δακρύζει.

 

Από τα τέσσερα παιδιά του Σέρκου, τα δυο που έχουν αναλάβει τη δουλειά αποδεικνύουν πόσο δεμένη οικογένεια ήταν πάντα. Κοιτάω τις λεπτομέρειες στην ψησταριά. Το μάτι μου τραβάει το συρτάρι κάτω από τις ψησταριές, που είναι γεμάτο ντομάτα και κρεμμύδι. Απίστευτα πράγματα! «Θέλω να την αλλάξω την ψησταριά. Δεν βγαίνει η δουλειά έτσι, δεν προλαβαίνουμε πια. Θα το μεγαλώσω το μαγαζί και θα κάνω μια ωραία ψησταριά όπου θα μπορούμε να δουλεύουμε με άνεση» μου λέει ο Εβέντ και με πιάνει μια μικρή θλίψη για όλο αυτό, που μετράει παραπάνω από πενήντα χρόνια ζωής και τώρα πρέπει να αποσυρθεί, για να δώσει τη θέση του σε κάτι σύγχρονο και λειτουργικό.

 

Τον καταλαβαίνω όμως. Δεν είναι εύκολο να δουλεύεις σε τέτοιες συνθήκες και η εξέλιξη είναι απαραίτητη σε κάθε επάγγελμα. Του λέω να μην πετάξει την ψησταριά, να την αφήσει σε ένα μέρος του μαγαζιού, σαν κειμήλιο, σαν φόρο τιμής στον Σέρκο, που την έφτιαξε με την ψυχή του. 

 

Το κεμπάπ του Σέρκου
Το κρέας να είναι καλό και το κεμπάπ θα γίνει νόστιμο. Αυτό το κεμπάπ δεν πέφτει σε κανέναν βαρύ. Τρώνε και ξανατρώνε το βράδυ και κοιμούνται ήσυχοι. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Καθόμαστε σε ένα από τα τραπεζάκια που έχουν στηθεί ήδη έξω. Κάθε λεπτό περνάει και από ένας γνωστός και χαιρετάει τα παιδιά. Ο γείτονας από το διπλανό σπίτι με την κληματαριά στη μάντρα, που τον αφήνει να βάζει όσα τραπεζάκια θέλει μπροστά στην είσοδό του, η φαρμακοποιός που αγαπάει και φροντίζει τις γάτες, τα παιδιά της γειτονιάς κι άλλοι πολλοί, που έρχονται είτε για να πάρουν ένα κεμπάπ στο χέρι είτε για να κλείσουν ένα τραπέζι για το βράδυ. Πρώτες μέρες που έχουμε ανοίξει μετά το lockdown και ο κόσμος φαίνεται πως έχει λαχταρήσει κάποιες όμορφες στιγμές στην πλατεία. 

 

Σιγά-σιγά, φτάνουν και οι νοστιμιές στο τραπέζι. Ξεκινάμε με τα απλά και αδιαπραγμάτευτα: χωριάτικη και πατάτες τηγανητές. Πλούσια η χωριάτικη, όπως θα τη φτιάχναμε στο σπίτι μας, αλλά οι πατάτες κερδίζουν τις εντυπώσεις. Φρεσκοκομμένες, τραγανιστές και χρυσαφένιες, όπως θέλουμε να τις τρώμε πάντα και όπως δύσκολα τις βρίσκουμε ακόμα και στα μαγαζιά που φτιάχνουν φρέσκες πατάτες, αλλά φαίνεται να τους λείπει το μεράκι στο τηγάνι. Δίπλα στη σαλάτα ο Εβέντ πρόσθεσε έναν παστουρμά μοσχαρίσιο, μοσχοβολιστό και με παχύ τσεμένι, για εκείνους που ξέρουν να τρώνε ανατολίτικα και δεν αφήνουν τίποτα στο πιάτο. 

 

Το κεμπάπ του Σέρκου
Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Το κεμπάπ του Σέρκου
Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO
 

 

Μετά, ήρθε κι έκατσε στο τραπέζι μια μεγάλη μερίδα κεμπάπ, με τις αφράτες πίτες της, το κρεμμύδι και την ντομάτα σε πλούσια ποσότητα. «Δεν έχει κανένα μπαχάρι το κεμπάπ μου. Τη συνταγή την έχω από τον πατέρα μου. Αρνίσιος και μοσχαρίσιος κιμάς που πλάθω για ώρες με αλάτι και πιπέρι, τίποτε άλλο. Το κρέας να είναι καλό και το κεμπάπ θα γίνει νόστιμο. Αυτό το κεμπάπ δεν πέφτει σε κανέναν βαρύ. Τρώνε και ξανατρώνε το βράδυ και κοιμούνται ήσυχοι» μου λέει ο Εβέντ και με αφήνει να απολαύσω το αριστούργημά του.

 

Σαν αφρός είναι το κεμπάπ του Σέρκου. Λιώνει στο στόμα. Καθαρή γεύση, τίμια. Δεν θέλεις να τη σμίξεις με τίποτα άλλο. Τις πρώτες μπουκιές οφείλεις να του τις αφιερώσεις. Έτσι, για να το καταλάβεις. Μετά, βέβαια, μπορείς να το βουτήξεις λίγο στο τζατζίκι, που είναι από στραγγιστό γιαούρτι, κόβεται με το πιρούνι και δεν υπερβάλλει στο σκόρδο, για να μη σε βαρύνει ούτε αυτό, αλλά να φύγεις από το μαγαζί και να πάρεις μαζί σου μόνο τη γεύση. 

 

Το ίδιο νόστιμο είναι και το σουτζούκι που ο Εβέντ φτιάχνει μόνος του. Με το λιπάκι του να λιώνει πάνω στη φωτιά, τη νοστιμιά του και την ελαφρά καψάδα, για να αρέσει σε όλους και να μπορείς να το απολαύσεις και το καλοκαίρι, χωρίς να φοβάσαι ότι θα ανάψουν τα μέσα σου. Δοκίμασα επίσης χοιρινό σουβλάκι και, πραγματικά, ενθουσιάστηκα. Χοντροκομμένα κομμάτια από νόστιμο κρέας, από τις μαγικές σχάρες της Άννης, που φαίνεται ότι έχει πάρει το χάρισμα του πατέρα της και ξέρει να φτιάχνει το κρέας σωστά, έτσι ώστε να μαλακώνει, να γλυκαίνει και να καπνίζει αρωματικά και τέλεια. 

 

Το κεμπάπ του Σέρκου
Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Μόνο το λεχματζούν δεν χάρηκα τόσο. Ίσως γιατί είχα χορτάσει, ίσως γιατί ήξερα ότι δεν φτιάχνεται από τον Εβέντ και ας με διαβεβαίωσε χίλιες φορές πως φτιάχνεται από χέρια που ξέρουν. Η αλήθεια είναι ότι είχα χορτάσει τόσο πολύ, που δύσκολα θα το έτρωγα και θα καταλάβαινα τη γεύση του. Οι άλλοι της παρέας, που το δοκίμασαν, το βρήκαν μια χαρά, αλλά, και πάλι, αν έχεις τέτοιο κεμπάπ και τέτοιο σουτζούκι, εύκολα κάνεις και χωρίς το λεχματζούν. 

 

Από το μαγαζί έφυγα λίγο πριν γεμίσουν τα τραπεζάκια του. Μέρα καθημερινή και η πλατεία έσφυζε από ζωή. Από μέσα ακουγόταν Μπιθικώτσης και στην πλατεία τα γέλια των παιδιών είχαν ησυχάσει. Η Άννη με έβαλε να της υποσχεθώ ότι θα ξαναπηγαίναμε και ο Εβέντ μου έσφιξε ζεστά το χέρι. Δεν φτιάχνουν τυχαία ένα από τα πιο νόστιμα κεμπάπ στον Σέρκο. Ό,τι φτιάχνεται με την καρδιά, έχει πάντα γεύση που το κάνει να ξεχωρίζει. 

 

Το κεμπάπ του Σέρκου
Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Το κεμπάπ του Σέρκου
Το ίδιο νόστιμο είναι και το σουτζούκι που ο Εβέντ φτιάχνει μόνος του. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Το κεμπάπ του Σέρκου
Το μαγαζί του Σέρκου βρίσκεται πάνω στην πλατεία Νεράιδα, πίσω από τη Θηβών. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Σουβλάκια Ο Σέρκος, Ίωνος Δραγούμη 39, Πειραιάς, 210 4928297