ADVERTORIAL
Στο σπίτι της Μαρίας και του Παναγιώτη, υπάρχει ένα σημείο που λειτουργεί σαν «κόμβος». Ένα μικρό έπιπλο δίπλα στην πόρτα, για τα κλειδιά, τα σακίδια, για τις μέρες που ακουμπούν για λίγο εκεί, πριν συνεχίσουν φουριόζες τον δρόμο της καθημερινότητας. Είναι το πρώτο σημείο που βλέπεις μπαίνοντας στο σπίτι και το τελευταίο πριν κλείσεις την πόρτα.
Ο Ιανουάριος έχει φτάσει, μακρύς και απαιτητικός. Ο μήνας που δεν υπόσχεται τίποτα καινούργιο, όμως αλλάζει τα πάντα αθόρυβα. Οι γιορτές έχουν φύγει ήσυχα και η ζωή έχει επιστρέψει στα κανονικά της. Το πρωί κυλά με γνώριμες κινήσεις: κασκόλ, παπούτσια, ένα «βιάσου λίγο» και ένα «έφαγες;» που ακολουθεί τα παιδιά μέχρι την αυλόπορτα του σχολείου. Η Μαρία κουμπώνει το μπουφάν του μικρού της λίγο πιο σφιχτά απ’ όσο χρειάζεται, όχι τόσο για το κρύο, αλλά από συνήθεια. Από εκείνη τη μητρική ανάγκη να κρατά τα πράγματα, όσο γίνεται, σταθερά στη θέση τους.
Λίγο πριν βγουν από το σπίτι, ο μικρότερος της οικογένειας γυρίζει και της λέει: «Μαμά, σήμερα στο σχολείο έχουμε μια άσκηση. Να σκεφτούμε ποιοι μας βοηθάνε χωρίς να τους ξέρουμε». Η Μαρία κοντοστέκεται για μερικά δευτερόλεπτα. «Και τι σκέφτεσαι να γράψεις;» ρωτά με περιέργεια. Ο μικρός απαντά με ένα μεγάλο χασμουρητό, σημάδι πως δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα για σύνθετες σκέψεις. Το λεωφορείο περιμένει. Η μέρα τρέχει πάντα πιο γρήγορα από τις σκέψεις.
Η Μαρία περνά τη μέρα της όπως χιλιάδες άλλες γυναίκες και μητέρες, με δουλειά, email και λίστες στο μυαλό, αλλά και γραμμένες στο χαρτί. Κάπου ανάμεσα στα τηλεφωνήματα, η φράση του παιδιού επιστρέφει. Άνθρωποι που φροντίζουν χωρίς να φαίνονται. Την ακολουθεί μέχρι το απόγευμα. Στο σχόλασμα, η ίδια κάνει την καθιερωμένη της στάση.
Το Lidl της περιοχής είναι συνειρμικό μέρος της διαδρομής της. Σημείο αναφοράς. Μπαίνει χωρίς να σκέφτεται. Παίρνει καρότσι, ανοίγει τη λίστα και ξεκινά. Νερά. Τρόφιμα. Είδη υγιεινής. Πράγματα απλά, καθημερινά, σχεδόν αόρατα – μέχρι να λείψουν. Η Μαρία τα βάζει στο καρότσι με μηχανικές κινήσεις. Της αρέσει αυτή η αίσθηση, ότι εδώ μπορεί να οργανώσει την καθημερινότητα χωρίς άγχος. Σαν να περνά κι αυτή από έναν κόμβο που κρατά τα βασικά σε ισορροπία. Στέκεται λίγο παραπάνω στην είσοδο. Διαβάζει στα γρήγορα για μια νέα δράση. Μιλά για έναν Κόμβο Αντιμετώπισης Κρίσεων. Για έναν χώρο που υπάρχει για να συγκεντρώνει τα απαραίτητα. Σαν αυτό που κάνει και εκείνη τη δεδομένη στιγμή. Για να είναι έτοιμη. Όχι απαραίτητα για σήμερα, αλλά για κάποια μέρα που κανείς δεν θα θέλει ή δεν θα προλαβαίνει να σκεφτεί.
Κάτι μέσα της κουμπώνει. Ίσως γιατί ο όρος «κόμβος» της φαίνεται γνώριμος. Ίσως γιατί μοιάζει με αυτό που κάνει κι εκείνη καθημερινά, σε μικρότερη κλίμακα: να ενώνει, να οργανώνει, να φροντίζει χωρίς να φαίνεται. Το βράδυ, στο σπίτι, όλα επιστρέφουν στο ίδιο σημείο. Τα σακίδια, τα μπουφάν, οι δυνατές φωνές των αφίξεων. Στο τραπέζι, ο μικρός θυμάται την άσκηση. «Μαμά, σκέφτηκα ποιοι μας βοηθάνε χωρίς να τους ξέρουμε». «Και ποιοι είναι;» ρωτά εκείνη. «Είναι μαμάδες και μπαμπάδες που μένουν ξύπνιοι όταν τα παιδιά κοιμούνται. Σαν φωτάκια!»
Η Μαρία χαμογελά. Αφήνει αυτήν τη φράση να διπλοκαθίσει ανάμεσά τους στο τραπέζι, όπως κάθονται οι καλές σκέψεις που δεν χρειάζονται διόρθωση. «Σαν φωτάκια…», επαναλαμβάνει χαμηλόφωνα, στον εαυτό της. Ο μικρός κουνά το κεφάλι με σιγουριά. Και η μαμά του δεν εξηγεί περισσότερα. Δεν του μιλά για χώρους, για ανθρώπους που δεν γνωρίζει, για αποφάσεις που παίρνονται μακριά από το τραπέζι του σπιτιού. Του χαϊδεύει μόνο τα μαλλιά και του λέει: «Έχεις δίκιο. Κάποιοι μένουν ξύπνιοι για να μπορούμε να κοιμόμαστε όλοι μας πιο ήσυχοι».
Ο μικρός συνεχίζει να τρώει ευχαριστημένος. Την επόμενη μέρα θα φέρει την άσκηση από το σχολείο με ένα καθαρό Α γραμμένο στην κορυφή. Η Μαρία μαζεύει το τραπέζι αργά. Το σπίτι ησυχάζει. Και για μια στιγμή, λίγο πριν κοιμηθεί, της αρέσει να πιστεύει πως κάπου αλλού, μακριά από τη γειτονιά τους, υπάρχουν όντως τέτοια φωτάκια. Σκέφτεται πως τελικά η ζωή κρατιέται από τους κόμβους της. Από οικογένειες που τα βγάζουν πέρα καθημερινά με τον δικό τους τρόπο. Από μικρές, επαναλαμβανόμενες στάσεις που οργανώνουν το αύριο. Και από δομές που δεν χρειάζεται να φαίνονται για να είναι ουσιαστικές. Που υπάρχουν για να φωτίζουν το σκοτάδι όταν έρθει και κανείς δεν έχει την αντοχή να μείνει ξύπνιος.
Η μέρα τελειώνει. Το φωτάκι στο διάδρομο ανάμεσα στα δωμάτια των παιδιών μένει αναμμένο. Το φως του, μικρό, σταθερό και αρκετό για να δείχνει τον δρόμο μέσα στη νύχτα.