Εικόνα από το φιλμ "Old Boy"

 

Καθώς περνούσα χθες το απόγευμα από την πλατεία Ομονοίας γύρω στις επτά το απόγευμα, ένας άντρας είχε σκαρφαλώσει στην μεταλλική κατασκευή και απειλούσε ότι θα πέσει στο κενό. Είχαν έρθει δυο οχήματα της πυροσβεστικής και ένας πυροσβέστης του έλεγε να κατέβει «για να το συζητήσουν». Ο άντρας ήταν ανένδοτος. Φώναζε κάτι για λεφτά και για παιδιά. Σταμάτησα και τον κοίταζα. Στην αρχή έντρομος με γουρλωμένα μάτια. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα κάποιον, να απειλεί ότι θα πέσει στο κενό. Νόμιζα ότι από λεπτό σε λεπτό θα πραγματοποιούσε την απειλή του. Αντί να φύγω όμως, δεν ήθελα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Όπως ακριβώς στα σοβαρά τροχαία που γυρνάς το βλέμμα, για να δεις τι έχει γίνει, και ενώ δεν μπορείς να βοηθήσεις, εξακολουθείς να παρατηρείς το συμβάν.

 

 

Γρήγορα όμως ξέχασα τον άντρα που ήταν ανεβασμένος σε ύψος 15 μέτρων από την γη και έστρεψα το βλέμμα στους διπλανούς μου. Οι ταξιτζήδες μέσα στην αναδουλειά κάπνιζαν παρατηρώντας το «έκθεμα», ένας εξοικειωμένος με τέτοια περιστατικά φώναξε δίπλα μου «δεν πέφτει θα είχε πέσει τόση ώρα», άλλοι γελούσαν, ένας ποδηλάτης σταμάτησε και άρχισε να γράφει κάτι στο κινητό του(σ.σ θα έκοβα το κεφάλι μου ότι ήταν tweet), ένα ζευγάρι κοίταζε ψηλά και φιλιόταν και μετά πάλι κοίταζε τον άντρα και μετά πάλι φιλιόταν, κάποιος είχε ανοίξει την κάμερα του κινητού και ζούμαρε, και ένας άλλος έτρωγε την πρώτη δαγκωματιά από ένα σουβλάκι-πίτα κοιτάζοντας τον άντρα.

 

 

Καμιά φορά λένε ότι τα κλισέ μόνο κλισέ δεν είναι όταν δεις την εφαρμογή τους στην πραγματικότητα. Αυτό το χιλιοειπωμένο «Είμαστε μόνοι μας μέσα στη ζούγκλα της Αθήνας» περνούσε για πρώτη φορά από το μυαλό μου. Ο άντρας, ένας ολομόνάχος πρωταγωνιστής έτοιμος να πέσει στο κενό. Και εμείς, οι από κάτω, ένα κοινό που απλά περνούσε την ώρα του. Όχι, δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι για να βοηθήσουμε αλλά δεν μας έβγαινε ούτε ένα βλέμμα συμπαράστασης στην απόγνωση του άντρα. Ούτε μια κουβέντα. Λέω «μας» γιατί εξοικειώθηκα τόσο γρήγορα με το γεγονός που η αρχική μου έκπληξη για το θάνατο ενός ανθρώπου, έδωσε την θέση της σε μια βαριεστημένη παρατήρηση.

 

 

Συμβαίνει καθημερινά στην Αθήνα. Περνάς στην Ερμού δίπλα από τον τύπο που δεν έχει πόδια και ζητιανεύει πάνω στο skateboard, δίπλα από εκείνα τα ζευγάρια με τα παιδιά που ζητιανεύουν κρατώντας ένα χαρτόνι με γραμμένη ανορθόγραφα την λέξη «πεινάμε» στην Πανεπιστημίου, παίρνεις το λεωφορείο στην Κουμουνδούρου και λίγα μέτρα πιο κάτω κάποιος ετοιμάζεται να χώσει μια βελόνα στις φλέβες του, περνάς σχεδόν από πάνω από κάποιον που φαίνεται λιπόθυμος στην Πειραιώς, παρατηρείς αδιάφορα το χρώμα της κουβέρτας των άστεγων, και να τώρα εδώ, στο κέντρο της Αθήνας, η όρεξη δεν σου κόβεται και ετοιμάζεσαι να φας την πρώτη μπουκιά από μια πίτα παρακολουθώντας έναν άνθρωπο έτοιμο να πέσει στο κενό.

 

 

Μάλλον, δεν μπορούμε να βοηθήσουμε ουσιαστικά κανέναν από αυτούς. Όμως γιατί ρε γαμώτο συνηθίσαμε έτσι εύκολα αυτό το χάος; Λες και δεν είναι η πραγματικότητα αλλά γύρισμα ταινίας. Τόσο έχει σκληρύνει η ματιά μας σε αυτή την πόλη ώστε δεν μας κάνει έκπληξη ούτε ένας άνθρωπος που ετοιμάζεται να πέσει στο κενό; Τόσο έχουμε απορροφηθεί από τους εαυτούς μας και από την δική μας σκληρή πραγματικότητα;

Έφυγα μετά από μισή ώρα αφήνοντας τον άντρα ανεβασμένο επάνω. Το βράδυ μπήκα στο ίντερνετ. Ακόμα ήταν επάνω. Σήμερα διάβασα ότι κατέβηκε. Αλλά μήπως έχει καμία σημασία, για κανέναν από εμάς; Έτσι απλά για την ιστορία το γράφω.