Χώρα Αμοργού, 6-8-2012

 

Ήρθε και έκατσε απέναντι μας. Θα πρέπει να ήταν γύρω στα εβδομήντα. «Η γυναίκα δεν πρέπει να είναι γλωσσού» είπε. Για τρεις ώρες δεν έβαλε γλώσσα μέσα. «Ο γαμπρός μου είναι νευρικός» συνέχισε. Και να μην το έλεγε θα το καταλαβαίναμε. Μάλλον ήταν στα μαχαίρια με την κόρη της. «Ο γονιός και να πει μια κουβέντα, το παιδί πρέπει να κρατάει κακία;» μας ρώτησε αυτή που δεν ήταν γλωσσού.

 

Χθες είχε έρθει με τον γιο της από τον Πειραιά. Μόνη της στο πανηγύρι εκείνος «έμεινε πίσω για να φτιάξει την τηλεόραση». Ας μην κακολογούμε την τηλεόραση λοιπόν. Μερικές φορές μπορεί να μας σώσει από την ίδια μας την μάνα!

 

Το μοναδικό ταξίδι που είχε κάνει ήταν με τον άντρα της, «για να στρώσουν το αυτοκίνητο μέχρι την Βουλγαρία». Φαντάστηκα τον άντρα της. Θα βλαστήμησε την ώρα και την στιγμή που δεν το πήρε μεταχειρισμένο και «στρωμένο». Ήταν δυνατόν αυτή η γυναίκα να έμενε σιωπηλή για πάνω από ένα λεπτό;

 

«Είτε παντρευτείς είτε μείνεις μόνο σου, όλα είναι δύσκολα» είπε κάποια στιγμή και μόνο τότε την συμπάθησα. Όλα αυτά με ένα ποτήρι ψημένη ρακί.

 

---

 

Ήρθε και έκατσε δίπλα μας. Θα πρέπει να ήταν γύρω στα ογδόντα. Πρόσωπο μωρού. Σκαμμένο από το χρόνο μωρό αλλά μωρό. Όχι βαθιές χαράδρες όπως στα περισσότερα ηλικιωμένα πρόσωπα. Μικρές ανεπαίσθητες γραμμές και γύρω-γύρω από τα μάτια πολλά γέλια. Μόνο ρυτίδες γέλιου. Χωρίς εκείνες τις δυο γραμμές που σχηματίζονται κάθετα στα χείλια στους θλιμμένους και πικραμένους. Και τα μάτια υγρά παιδικά. Δεν έλεγε πολλά. Κοιτούσε τα τατουαζ στις γάμπες των καλοζωισμένων γκρούβαλων που χόρευαν.

 

Ήρεμος μέσα στο λευκό του πουκάμισο. Όταν τον ρωτήσαμε μας είπε «Η γυναίκα μου ήταν ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου. Πέθανε πριν δέκα χρόνια». Και να μην το έλεγε θα το είχαμε καταλάβει ότι πέρασε καλά.

 

Συνέχισε να παρατηρεί. Χωρίς να σχολιάζει, τον ρόλο αυτό έτσι και αλλιώς τον είχε αναλάβει άλλη. Σκεφτόμουν ότι κάπως έτσι θα πρέπει να είναι ο τέλειος παππούς. Γεμάτος μετά το άδειασμα τόσων χρόνων. Χωρίς γκρίνια. Ήρεμος μπροστά στο λευκό φως της ανυπαρξίας που τον περιμένει. Όπως όλους μας.

 

Όταν ήρθε η κοπέλα με τα λαχεία σηκώθηκε να φύγει. Τον έβλεπα να εξαϋλώνεται στο στενό της Χώρας σαν να μην υπήρξε ποτέ. Δεν είχε ανάγκη τα λαχεία. Ήταν έτσι και αλλιώς με αυτό το πρόσωπο ο τυχερότερος άνθρωπος του κόσμου.