Το φιλμ που τελικά πήρε τον Χρυσό Φοίνικα, το Dheepan του Ζαν Οντιάρ, δεν εντυπωσιάζει αμέσως, δεν σε κατακτά πάραυτα όπως ο Προφήτης, δεν σε ιντριγκάρει με την παράξενη ιδέα του Rust and Bone, ή με το πάθος του De Battre mon Coeur s' est arrete. Είναι όμως μια εξαιρετική ταινία και μια σωστή ανταμοιβή για έναν επίμονο και διαυγή σκηνοθέτη που έχει διακριθεί πολλές φορές στο παρελθόν... Φωτο: EPA / GUILLAUME
Το φιλμ που τελικά πήρε τον Χρυσό Φοίνικα, το Dheepan του Ζαν Οντιάρ, δεν εντυπωσιάζει αμέσως, δεν σε κατακτά πάραυτα όπως ο Προφήτης, δεν σε ιντριγκάρει με την παράξενη ιδέα του Rust and Bone, ή με το πάθος του De Battre mon Coeur s' est arrete. Είναι όμως μια εξαιρετική ταινία και μια σωστή ανταμοιβή για έναν επίμονο και διαυγή σκηνοθέτη που έχει διακριθεί πολλές φορές στο παρελθόν... Φωτο: EPA / GUILLAUME

 

Όπως συνηθίζεται, τουλάχιστον τα τελευταία 20 χρόνια, οι Αμερικανοί σκηνοθέτες, που τελούν πρόεδροι της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών απονέμουν τον Χρυσό Φοίνικα σε ταινίες που δεν μοιάζουν σχεδόν καθόλου με τις δικές τους. Για να θυμηθούμε εν συντομία, ο Μάρτιν Σκορσέζε προτίμησε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και την Αιωνιότητα και Μία Μέρα, έναντι του Η Ζωή Είναι Ωραία του Ρομπέρτο Μπενίνι, το 1998. Ο Ντέϊβιντ Λιντς, τον Ρόμαν Πολάνσκι και τον Πιανίστα, έναντι του Άκι Καουρισμάκι, που πήρε, όπως και ο Μπενίνι, το αμέσως σημαντικότερο βραβείο, το επονομαζόμενο και Μεγάλο της Επιτροπής.

 

Δύο χρόνια αργότερα, το 2004, ο Κουέντιν Ταραντίνο έχρισε νικητή τον Μάϊκλ Μουρ και το Φαρενάϊτ 9/11, αντί για τον Παρκ Τσαν Γουκ και την στιλιζαρισμένη, ματωμένη εκδίκηση του, που φωνάζει Ταραντίνο από μακριά. Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ δεν θα μπορούσε να είχε κάνει πιό εξωτική επιλογή πριν από δύο χρόνια, όταν φώναξε τον Αμπντελατίφ Κεσίς και τις δυό πρωταγωνίστριές του στο βήμα για να τους παραδώσει περιχαρής και περήφανος τον Χρυσό Φοίνικα για τη Ζωή της Αντέλ. Και λίγο πιο πρίν, ο Τιμ Μπέρτον έκανε πολλά φρύδια να ανασηκωθούν όταν ανακοίνωσε το όνομα του Ταϊλανδού Απιτσατπόνγκ Βερεσεθάκουλ και τον Θείο Μπούνμι, τον κορυφαίο από τους κρυπτικούς auteurs, που μόνο στο πλαίσιο του μύθου μπορεί να έχει σχέση με το σινεμά του Μπέρτον. Μόνο ο Κλιντ Ίστγουντ, το 1994, με την προτίμηση του στο Pulp Fiction του Ταραντίνο, στάθηκε πιστός στο ύφος που είχε υπηρετήσει και ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης. Και αν δεν προκάλεσε έκπληξη, τουλάχιστον προέβλεψε ένα είδος σινεμά που πρέσβευε ανανέωση και τελικά επηρέασε πολύ.

 

Mε την βράβευση του Γιώργου Λάνθιμου, επικυρώνεται η απόπειρα του να ξεφύγει από τα ελληνικά σύνορα και στρώνεται η καριέρα του, όπως εκείνος την επιθυμεί.


Λόγω λοιπόν του αστάθμητου αμερικανικού παράγοντα στην κορυφή των αποφάσεων για τα βραβεία του Φεστιβάλ Καννών, ήταν πολύ δύσκολο να γίνει ασφαλής πρόβλεψη για την ταινία που θα κέρδιζε φέτος. Η πρόγνωση ωστόσο είχε αρχίσει να δυσκολεύει από την σταδιακή διαπίστωση πως, ενώ το φεστιβάλ δεν ήταν κακό, στο μέτρο που οι ταινίες του διαγωνιστικού δεν απογοήτευσαν (πλην του Γκας Βαν Σαντ), καμία δεν ξεχώρισε καθαρά, και, κυρίως, σχεδόν κανένας σκηνοθέτης δεν έφερε στο φεστιβάλ την καλύτερη της καριέρας του. Ούτε το Youth του Πάολο Σορεντίνο είναι καλύτερο από την Μεγάλη Ομορφιά, ούτε το Κάρολ του Τοντ Χέϊνς πιό προκλητικό από το I'm not There ή το Safe, ούτε καν ο Αστακός πιό πλήρης και συμπαγής από τον Κυνόδοντα, την ίδια στιγμή που και οι τρεις αυτές ταινίες περιείχαν θαυμάσιες σκηνές, ιδέες και ερμηνείες, σε ύφος χαρακτηριστικό των σκηνοθετών τους.

 

Ακόμη και το φιλμ που τελικά πήρε τον Χρυσό Φοίνικα, το Dheepan του Ζαν Οντιάρ, δεν εντυπωσιάζει αμέσως, δεν σε κατακτά πάραυτα όπως ο Προφήτης, δεν σε ιντριγκάρει με την παράξενη ιδέα του Rust and Bone, ή με το πάθος του De Battre mon Coeur s' est arrete. Είναι όμως μια εξαιρετική ταινία και μια σωστή ανταμοιβή για έναν επίμονο και διαυγή σκηνοθέτη που έχει διακριθεί πολλές φορές στο παρελθόν, και στις Κάννες με σενάριο και μεγάλο βραβείο επιτροπής, αλλά και πολλάκις στα Σεζάρ. Και αντανακλά την ιδιαίτερη δύναμη του Οντιάρ στην αφήγηση και την σκηνοθετική υποστήριξη κάθε θέματος με το οποίο καταπιάνεται. Αυτή τη φορά, είπε την ιστορία τριών Ταμίλ εξόριστων από την βαρβαρότητα της Σρι Λάνκα σε ένα βίαιο προάστειο του Παρισιού, την προσαρμογή τους σε μια άθλια και υποτιμητική διαβίωση, επιτρέποντας μας να διακρίνουμε ψήγματα της καταπιεσμένης προσωπικότητας του άνδρα, της γυναίκας και της μικρής κοπέλας που προσποιούνται την οικογένεια για τυπικούς λόγους, σε ένα συγκινητικό και καθόλου "χαϊδευτικό" σενάριο, που μάλιστα δεν ευλογεί τον φημισμένο ανθρωπισμό της Γαλλίας, και εκθέτει πρωτότυπα. ρεαλιστικά και επιτέλους ουσιαστικά, την σύγχρονη κατάσταση των μεταναστών. Το Dheepan διαθέτει μεστότητα που μένει στο μυαλό και εξελίσσεται δημιουργικά, με ήρωα έναν στρατιώτη που καίει την στολή και το παρελθόν, για να καταλήξει στο περιθώριο, την παρανομία και το άντρο ναρκωτικών, σε ένα μέλλον που δεν θα ευχόταν ούτε στον εχθρό του. Μπρος γαλλικός γκρεμός και πίσω ασιατικό ρέμα...

 

Ο "Γιός του Σαούλ", από όλες τις ταινίες που είδαμε στο διαγωνιστικό, ήταν η πιό τραχιά και απρόσμενη εμπειρία. Αν και δεν καταφέρνει να κρατήσει την υπόσχεση της μέχρι το τέλος, ανατριχιάζει και προκαλεί θαυμασμό με ένα θέμα που όλο νομίζουμε πως έχει εξαντληθεί, αλλά δεν σταματά ποτέ να μας καθηλώνει...
Ο "Γιός του Σαούλ", από όλες τις ταινίες που είδαμε στο διαγωνιστικό, ήταν η πιό τραχιά και απρόσμενη εμπειρία. Αν και δεν καταφέρνει να κρατήσει την υπόσχεση της μέχρι το τέλος, ανατριχιάζει και προκαλεί θαυμασμό με ένα θέμα που όλο νομίζουμε πως έχει εξαντληθεί, αλλά δεν σταματά ποτέ να μας καθηλώνει...


Το Μεγάλο Βραβείο της επιτροπής πήγε στον πρωτάρη Ούγγρο Λάσλο Νέμες, ο οποίος με τον Γιό του Σαούλ περίμενα πως θα έπαιρνε τον Χρυσό Φοίνικα, κυρίως γιατί με το ασυμβίβαστο ντεμπούτο του βάζει τα γυαλιά στους φτασμένους, ανατρέπει το μοτίβο των Καννών πως μόνο οι δημιουργοί που έχουν αφομοιώσει και διατηρήσει τη μανιέρα τους αξίζουν την ύψιστη τιμή και επειδή οι αδελφοί Κοέν θα εκτιμούσαν μια επίμονη, τεχνικά αδαμάντινη, στοιχειωτική δουλειά που ταυτόχρονα αποτελεί μια εναλλακτική εκδοχή στην τραγωδία του Ολοκαυτώματος. Όχι πως δεν την ξεχώρισαν και δεν την βράβευσαν τελικά, αλλά ο Φοίνικας θα έμοιαζε με καλύτερο statement. Η ιστορία του Σαούλ που καθαρίζει πτώματα Εβραίων στο Άουσβιτς και βρίσκει τη σορό ενός παιδιού που ισχυρίζεται πως είναι ο γιός του, γυρίστηκε με επώδυνα κοντινά πλάνα στο πρόσωπο του ηθοποιού και ποιητή Γκέζα Ρόρινγκ, εμφατικά πλαιωμένα από τους πολυεπίπεδους ήχους και το ασφυκτικό τετράγωνο φορμάτ. Από όλες τις ταινίες που είδαμε στο διαγωνιστικό, αυτή ήταν η πιό τραχιά και απρόσμενη εμπειρία. Αν και δεν καταφέρνει να κρατήσει την υπόσχεση της μέχρι το τέλος, ανατριχιάζει και προκαλεί θαυμασμό με ένα θέμα που όλο νομίζουμε πως έχει εξαντληθεί, αλλά δεν σταματά ποτέ να μας καθηλώνει.


Το βραβείο της σκηνοθεσίας απονεμήθηκε σε έναν παλιό γνώριμο του φεστιβάλ, τον Ταιβανό Χου Χσιάο Χσιέν, που με τη Δολοφόνο ανέβασε κατά πολύ το συνήθως ταπεινό του μπάτζετ, κατέφυγε στην Ιστορία και το Μύθο και κατάφερε να υπογράψει ένα τελείως διαφορετικό wuxia, αντίθετο με τους βεβιασμένα γρήγορους ρυθμούς της περιπέτειας, εσωτερικό και πανέμορφο σε χρώματα και συνθέσεις, κάπως πολύπλοκο και ενίοτε ακαταλαβίστικο στην πλοκή, αλλά πάντως χαζευτικό και εντελώς κόντρα στη θεματική του Χου και την τυπολογία του είδους.

 

Ο Γιώργος Λάνθιμος με το βραβείο της επιτροπής. Φωτο: EPA/IAN LANGSDON
Ο Γιώργος Λάνθιμος με το βραβείο της επιτροπής. Φωτο: EPA/IAN LANGSDON


Για τον Αστακό τα είπαμε. Το μόνο που έχω να προσθέσω είναι πως με την βράβευση του Γιώργου Λάνθιμου, επικυρώνεται η απόπειρα του να ξεφύγει από τα ελληνικά σύνορα και στρώνεται η καριέρα του, όπως εκείνος την επιθυμεί. Το ιδίωμα του ξένου καστ (ένα ολισθηρό άλμα για πολλούς, ή μια δελεαστική παγίδα για να χάσουν την ψυχή και την καλλιτεχνική τους προσωπικότητα τους) το κατέχει πλέον, και αφήνοντας ανοιχτά τα ενδεχόμενα για τα επόμενα βήματα του, όπως δήλωσε έντεχνα στις ερωτήσεις για τις προοπτικές του, μπορεί να ορίσει το παιχνίδι των ταινιών πάντα με τους δικούς του όρους, αυτό που οι Αμερικανοί γενικά εννοούν ως final cut. Και εις ανώτερα!


Κι ενώ στις ανδρικές ερμηνείες ο πάντα αποτελεσματικός, και παρεξηγημένος λόγω των πολλών εμπορικών κωμωδιών που έχει γυρίσει, Βενσάν Λεντόν για το υπονταρντενικό Νόμο της Αγοράς του Στεφάν Μπριζέ, βραβεύτηκε ανάμεσα σε πολλούς ικανούς διεκδικητές (που θεωρητικά θα μπορούσαν να είναι από τον Μάϊκλ Φασμπέντερ ως Μάκβεθ, μέχρι τους ισάξιους Μάϊκλ Κέιν και Χάρβεϊ Καϊτέλ για το Youth, που μάλλον δεν εντυπωσίασε καθόλου την επιτροπή), στη γυναικεία ερμηνεία έγινε μακελειό! Η Ρούνι Μάρα μοιράστηκε το βραβείο, όχι με τη συμπρωταγωνίστρια της στο Κάρολ, την Κέϊτ Μπλάνσετ, δηλαδή την Κάρολ αυτοπροσώπως, αλλά με την Εμανυέλ Μπερκό, από το Mon Roi της Μαϊουέν! Η Μπερκό σήκωσε την αυλαία εκτός διαγωνιστικού με το Ψηλά το Κεφάλι, αλλά πρωταγωνίστησε και στο φιλμ της συναδέλφου της, δίπλα στον Βενσάν Κασέλ και μάλλον πρέπει να ξαφνιάστηκε, όπως φάνηκε από τη συγκίνηση της στην απονομή, με την επιλογή της, αν και στη Γαλλία είναι γνωστή κυρίως από την παρουσία της μπροστά από την κάμερα, με 14 ταινίες στο ενεργητικό της. Το θέμα είναι γιατί αγνοήθηκε από την επιτροπή η Μπλάνσετ. Μήπως παραείναι σπουδαία για να πάρει το βραβείο; Κι από πότε μπορεί κάποιος να κρίνει πως ένας ηθοποιός απλά δεν έχει ανάγκη ένα τρόπαιο ακόμη, γιατί έχει ήδη μαζέψει αρκετά; Αν είναι έτσι, να αφαιρέσουμε και το βραβείο Καννών της Μέριλ Στριπ και να ζητήσουμε από την Ζυλιέτ Μπινός και τον Σον Πεν να επιστρέψουν τα μισά από τα δικά τους, καθώς είναι οι μόνοι (πλεονέκτες), μαζί με τον Τζακ Λέμον αν δεν απατώμαι, που έχουν Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα, και τιμές από Κάννες, Βενετία και Βερολίνο! Η οφθαλμοφανής παράλειψη μου θυμίζει την αμίμητη προτίμηση της Βίρνα Λϊζι έναντι της Ιζαμπέλ Ατζανί, πριν από 21 χρόνια, εδώ στις Κάννες και δια χειρός Κατρίν Ντενέβ στην επιτροπή, όταν η Ιταλίδα δευτεραγωνίστρια κέρδισε την πρωταγωνίστρια και Βασίλισσα Μαργκό.


Φέτος, το σωστό θα ήταν να μοιραστεί το βραβείο στις δύο ερωτευμένες γυναίκες του φιλμ Κάρολ, σε ένα θεσμό, που αντίθετα από τα Όσκαρ, έχει τη δυνατότητα να μοιράσει τα βραβεία ερμηνείας (και όχι πλέον τον Χρυσό Φοίνικα βάση σχετικά πρόσφατης τροπολογίας του κανονισμού), αν φυσικά το επιθυμεί. Όπως αποδείχτηκε φέτος, το επιθυμούσε, αλλά το εκτέλεσε στραβά στραβά. Από την άλλη, η συγκεκριμένη επιτροπή δηλώνει πως η ουσιαστική ηρωίδα του Κάρολ είναι η νεαρή και άπειρη Τερέζ και ο τρόπος που την υποδύθηκε η Μάρα, αποκρινόμενη. Η Ρούνι Μάρα είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις του σινεμά: χωρίς να είναι ακριβώς χαμαιλέων, αν και μπορεί να σβήνει τον εαυτό της και να μεταμορφώνεται, χωρίς να επιβάλλεται, όπως η Μπλάνσετ, με την ισχυρή παρουσία και την ιδιαίτερη "φάτσα", λειτουργεί περισσότερο ως στυπόχαρτο, ένα άγραφο χαρτί όπου σχεδιάζεται μια συνισταμένη του δικού της χαρακτήρα και του ηθοποιού που ενεργεί πάνω στη βούληση της- κάτι που στους άνδρες έχει πετύχει μοναδικά ο Ματ Ντέϊμον, ένας Ρίπλεϊ σε πολλές παραλλαγές, αν τον παρατηρήσετε από την αρχή της καριέρας του μέχρι τον σοφέρ του Λιμπεράτσε, δίπλα και κόντρα στον σαρωτικό Μάϊκλ Ντάγκλας. Αυτού του τύπου οι ερμηνείες δύσκολα επισημαίνονται από τους κριτές και σε αυτό το πλαίσιο, οι αδελφοί Κοέν και οι φετινοί τους συνοδοιπόροι που αποφάσισαν για τα βραβεία στις Κάννες, είδαν το δύσκολο και το αποκάλυψαν στο κοινό. Ωστόσο, αφού μπορούσαν, έπρεπε να είχαν συνδυάσει τη Μάρα με την Μπλάνσετ. Γιατί, απλά, εκείνη ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της ταινίας του Τοντ Χέϊνς, ο οποίος θα είχε φύγει με τον Χρυσό Φοίνικα, σύμφωνα με τα γενικά προγνωστικά και το σκορ των κριτικών, αν η Ζωή της Αντέλ δεν ήταν τόσο πρόσφατη στη μνήμη των περισσοτέρων, και μάλιστα στο ίδιο φεστιβάλ.

 

H Ρούνι Μάρα, ο σκηνοθέτης Τόντ Χέινς και η Κέιτ Μπλάνσετ. Φωτο: EPA/SEBASTIEN NOGIER
H Ρούνι Μάρα, ο σκηνοθέτης Τόντ Χέινς και η Κέιτ Μπλάνσετ. Φωτο: EPA/SEBASTIEN NOGIER