ΣΣ + ΧΧ + ΒΒ = LOVE

 

 

Από μία φίλεργη κι επιμελή μοίρα καμωμένη, όχι μονάχα ήταν στα μέτρα τα δικά του, αλλά και οι δυο τους, σχηματίζοντας μία και μοναδική σκιά, ήσαν φτιαγμένοι για να ταιριάξουν σε κάτι που δεν ήταν απολύτως κατανοητό, ήταν όμως θαυμάσιο και καλοπροαίρετο, και τους περιέβαλλε διαρκώς [Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, TheGift]

 

* * *

 

Ερωτευμένοι συγγραφείς. Όπου ο πόθος και το πάθος γίνονται μύθος. Όπου οι δύο γίνονται ένα, μέσα από τις λέξεις και τις πράξεις. Ακόμα και στα ονόματα παιζόταν το παιχνίδι του σμιξίματος και η έλλογη τρέλα του να γίνονται ένα τα δύο.

 

 

ΣΣ / Σάμιουελ & Σουζάν

 

 

 

Ο Σάμιουελ και η Σουζάν. Ο Μπέκετ και η Ντεσεβό-Ντυμενίλ. Γνωρίστηκαν κάτω από συνθήκες μυθιστορηματικές. Ένας τύπος, διασαλευμένος μεν που άκουγε στο όνομα Νουνεχής (!) δε, μαχαίρωσε δίχως λόγο τον Μπέκετ, αργά βράδυ, σ’ ένα μπαρ στο Παρίσι. Η Ντεσεβό-Ντυμενίλ βρήκε τον Μπέκετ τυχαία σωριασμένο στο λιθόστρωτο, με τα έντερα χυμένα έξω από την κοιλιά. Τον περιμάζεψε, του έσωσε τη ζωή, έγιναν αχώριστοι. Μισό αιώνα μαζί.

 

Τα δυο Σ, Σάμιουελ & Σουζάν τα έκαναν σχεδόν όλα μαζί. μπήκαν μαζί στην Αντίσταση κατά των Γερμανών, και μάλιστα λίγο έλειψε οι κατακτητές Ναζί να συλλάβουν και να θανατώσουν τον Μπέκετ. Τη γλίτωσε παρά τρίχα, κυριολεκτικά. Άντεξαν πολλές κακουχίες, γνώρισαν μαζί την ένδεια, την αφάνεια, τη δόξα, το Νόμπελ, την ευμάρεια. Η Σουζάν στάθηκε πάντα στο πλευρό του Σάμιουελ. Για ένα διάστημα, μάλιστα, εργάστηκε ως μοδίστρα για να εξασφαλίσει τα λιτά γεύματα και το λυτό ουίσκι του συγγραφέα. Φρόντισε πολύ για την κλονισμένη του υγεία στα χρόνια της συμβίωσής τους.

 

 

 

Ο Μπέκετ ήταν πολύ διακριτικός, ένας τρομερά δυναμικός άνθρωπος που όμως φρόντιζε να επιμένει στους χαμηλούς τόνους, και να παραμένει στην αφάνεια. Είχε συνάψει και άλλες ερωτικές σχέσεις όσο ήταν με τη Ντεσεβό-Ντυμενίλ, αλλά μερίμνησε ώστε να μη μαθευτεί το παραμικρό όσο ζούσε. Μαιτρ της στρατηγικής της σιωπής στο έργο του, ο Νομπελίστας συγγραφέας εφάρμοσε αυτή τη στρατηγική και στη ζωή του: για ένα διάστημα συνδεόταν ερωτικά με τρεις διαφορετικές γυναίκες, αλλά καμία δεν έμαθε, δεν υποψιάστηκε, ούτε καν διαισθάνθηκε τις σχέσεις του Μπέκετ με τις άλλες!

 

 

 

 

 

* * *

 

ΧΧ / Χάμετ & Χέλμαν

 

 

 

Ο Ντάσιελ Χάμετ, πατέρας του σκληρού αστυνομικού και νουάρ μυθιστορήματος, ήταν μεσόκοπος (για κείνη την εποχή), κοντά σαραντάρης, όταν γνώρισε τη θεατρική συγγραφέα Λίλιαν Χέλμαν – που την έκανε πασίγνωστη η κινηματογραφική ταινία του Φρεντ Τσίνεμαν Τζούλια, όπου την Χέλμαν την ενσάρκωνε η μεγίστη Τζέιν Φόντα.

 

Όταν γνωρίστηκαν, ο Χάμετ είχε παραιτηθεί από το περιβόητο Πρακτορείο Πίνκερτον, είχε κάνει πολλά μεροκάματα ως ιδιωτικός ντετέκτιβ, είχε παντρευτεί, είχε κάνει παιδιά, είχε χωρίσει, είχε γράψει τα κορυφαία έργα του, το Γεράκι της Μάλτας, τον Κόκκινο Θερισμό, το Γυάλινο Κλειδί, την Κατάρα των Ντέιν. Τα δύο Χ, Χάμετ και Χέλμαν, συνευρέθηκαν, συνδέθηκαν, συνεργάστηκαν. Όπως και οι Σ&Σ, έτσι και οι Χ&Χ, στάθηκαν ο ένας στο πλευρό του άλλου, αντιμετωπίζοντας τόσο τις αντιξοότητες όσο και τις καλές στιγμές με χιούμορ και σθένος.

 

 

 

Ο Χάμετ είχε δημοσιεύσει σχεδόν το σύνολο των αφηγημάτων του το θρυλικό περιοδικό Black Mask / Μαύρη Μάσκα. Η Χέλμαν ήταν δραματουργός, αριστερή έως κομμουνίστρια, δυναμική. Επηρέασε καταλυτικά τον Χάμετ, ο οποίος συνδύασε την αταλάντευτη ηθική του με μια αριστερίζουσα φιλοσοφία ζωής. Το τίμημα ήταν δραματικό: ταλαιπωρίες, διώξεις, φυλακίσεις, και ανεπανόρθωτος κλονισμός της υγείας του. Εντέλει, ο θάνατος, στις 10 Ιανουαρίου του 1961.

 

Ο Χάμετ απαθανάτισε το στυλ της σχέσης του με την Χέλμαν στο μυθιστόρημά του Ο Αδύνατος Άντρας, το πιο νωχελικό και αμέριμνο αστυνομικό μυθιστόρημα που έχει γραφτεί ποτέ. Ουσιαστικά, δεν είναι παρά ένα πολυσέλιδο loveletter του συγγραφέα Χάμετ στην δραματουργό Χέλμαν.

 

* * *

 

ΒΒ / Βλαντιμίρ & Βέρα

 

 
 

 

Ω χαρά μου, πότε θα ζήσουμε μαζί, σ’ ένα όμορφο μέρος, μ’ ένα σκύλο να γαβγίζει έξω από το παράθυρό μας; Χρειάζομαι τόσο λίγα: ένα μελανοδοχείο, και ηλιαχτίδες να πέφτουν στο δάπεδο, ω, ναι, κι εσένα. Αλλά αυτό το τελευταίο δεν είναι διόλου μικρή υπόθεση. [Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, στη Βέρα Σλόνιμ, 19 Αυγούστου 1924 ]

 

Η Βέρα Εβσέεβνα Σλόνιμ και ο Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Ναμπόκοφ, δύο εξαίσια πείσμονες άνθρωποι, συναντήθηκαν και σε χρόνο μηδέν διαπίστωσαν ότι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον, συναντήθηκαν και σε χρόνο μηδέν μάγεψαν ο ένας τον άλλον, συναντήθηκαν και σε χρόνο μηδέν αποφάσισαν να τιμήσουν το πλούσιο συναίσθημα που τους κυρίευσε, να αναγάγουν σε τέχνη υψηλή την καθημερινή τους ζωή, να μοιραστούν τα πάντα.

 

 

 

Ο Arthur Rimbaud διακηρύσσει στην ποιητική του σύνθεση Μια Εποχή στην Κόλαση ότι οφείλουμε να επανεπινοήσουμε τον Έρωτα. Ο Hegel στα νεανικά του γραπτά από την περίοδο της Φρανκφούρτης, διατείνεται ότι στην Αγάπη το διαχωρισμένο υπάρχει ακόμη αλλά υπάρχει ως ενωμένο και όχι πλέον ως διαχωρισμένο, καθότι στην Αγάπη, και στον Έρωτα, το Ζωντανό συναντάει το Ζωντανό. Ο e. e. cummings, με ακαριαίο ποιητικό τρόπο, διαβεβαιώνει ότι το Ένα δεν είναι το μισό του Δύο αλλά τα δύο μισά του Ένα. Η ερωτική ιστορία της Βέρας και του Βλαντιμίρ είναι μια θαυμάσια πραγμάτωση τούτων των τριών καταστατικών αποφάνσεων, τούτων των τριών προγραμματικών ρήσεων, τούτων των τριών μελωδιών που συνθέτουν τον Χάρτη της Τρυφερότητας.

 

 

 

Η Βέρα και ο Βλαντιμίρ έγιναν όντως Ένα, έγιναν ο/η ΒΝ, ένα ανοξείδωτο μονόγραμμα, χρυσό σε κόκκινο βελούδο, αδιάσπαστο, άφθαρτο, ανόλεθρο. Παίζοντας διαρκώς και διακαώς με τις μεταμφιέσεις, τους αντικατοπτρισμούς και τις διαθλάσεις, ακούγοντας και συνθέτοντας αδιάκοπα τη Μουσική του Ζώντος, καταπώς έλεγε ο Raoul Vaneigem, μετατρέποντας μαγικά κάθε στιγμή τα χρώματα σε αρώματα, τα θάματα σε οράματα, τις έξεις σε λέξεις και τις λέξεις σε έλξεις, τους ιβίσκους σε υποσημειώσεων αστερίσκους, τον λόγο της τέχνης σε τέχνη του λόγου, το ημερολόγιο σε ιμερολόγιο, ξανά και ξανά, δεκαετίες ολόκληρες έλλογου πάθους και παθιασμένης λογικής, με την πραγματικότητα να απαιτεί πάντα το φόρεμα των εισαγωγικών, να γράφεται «πραγματικότητα», ώστε, στα κρυφά και με μειδιάματα συνωμοτικά και ανοίγοντας ακόμα ένα μπουκάλι εξαίρετο κρασί, να γίνεται για τους δύο που είναι ένα, για τους δύο που είχαν έγχρωμη ακοή και μουσική όραση, Πραγματικότητα με Π περήφανα κεφαλαίο, μπόρεσαν να δώσουν μιαν άλλη παλλόμενη και πλέουσα και πλούσια διάσταση στη λέξη Έρωτας, στη λέξη Αγάπη, στη λέξη Λατρεία.

 

 

 

Η Β και ο Β αισθάνονταν τις λέξεις μετεωριζόμενες και σε τεχνικολόρ, έλεγαν, ποτέ ασπρόμαυρες. Ο Β έλεγε ότι το βάδισμα της Β είχε το χρώμα του εωθινού ουρανού, ενώ η Β έλεγε ότι ο Β απολάμβανε τη μουσική χρωματικά. Ο Β έλεγε ότι η Β ήταν γι’ αυτόν ό,τι η γη για τον Ανταίο, ενώ η Β έλεγε ότι ο Β δεν ισούται παρά με το στυλ του, το οποίο είναι μοναδικό και ανυπέρβλητο. Ο Β έλεγε ότι η Β ήταν ένας άγγελος με χρυσαφένια φωνή, ενώ η Β έλεγε ότι ο Β είχε απόλυτο δίκιο όταν υποστήριζε ότι ο μυθιστοριογράφος είναι ο μεταφραστής του Θεού. Μαζί έλεγαν ότι το γράμμα «μ» του Β ήταν φαιορόδινο, ότι το γράμμα «μ» της Β ήταν γαλάζιο, ενώ το γράμμα «μ» του γιου τους, του Ντμίτρι, ήταν ροδοκύανο. Μαζί έλεγαν ότι, ναι, έζησαν δεκαετίες μες στην ένδεια, αλλά ήταν μια σικ ένδεια, μια περήφανη ένδεια, μια χρυσή ένδεια. Ήσαν συναισθητικοί και οι δύο, μια σπάνια ποιητική ιδιότητα, ένα ονειροφόρο χάρισμα, και ήσαν ικανοί να καβγαδίζουν ενώ προγευματίζουν σχετικά με το τι χρώμα είναι η Δευτέρα και τι γεύση έχει η νότα μι ύφεση. Ο Β και η Β ήσαν ένα δίδυμο ιδιοφυές εγώ, και ο Β έστελνε καθημερινώς ερωτικές επιστολές στη Β ακόμα και μετά τα εβδομήντα τους, ενώ δεν σταμάτησε ποτέ να συνθέτει ερωτικά ποιήματα και να τις τα δωρίζει, στολίζοντας την κάμαρά της με πλήθος από τα αγαπημένα της άνθη, τις ορχιδέες.