«Είχα υποστεί bullying από άλλους που έβλεπαν κάτι πρωτόγνωρο αλλά και από τον ίδιο μου τον εαυτό - η εικόνα που είχα για τον εαυτό μου δεν ήταν ωραία. Ήμουν χειρότερος από όσο ήθελα να είμαι.»  Φωτo: Άννα Καρμίρη / LIFO
«Είχα υποστεί bullying από άλλους που έβλεπαν κάτι πρωτόγνωρο αλλά και από τον ίδιο μου τον εαυτό - η εικόνα που είχα για τον εαυτό μου δεν ήταν ωραία. Ήμουν χειρότερος από όσο ήθελα να είμαι.» Φωτo: Άννα Καρμίρη / LIFO

 

Συναντήσαμε το Θοδωρή Αθερίδη μια ώρα πριν την τελευταία παράσταση του έργου «Πράματα και Θάματα» που ανέβασε στη Θεσσαλονίκη. Εξομολογητικός όσο ποτέ μίλησε για την ανάγκη να γράφει, να σκηνοθετεί και να παίζει ως κατάθεση της δικής του διαμορφωμένης άποψης, τη σημασία των καλών συνεργατών στις δουλειές του, την αλλαγή του μέσα στα χρόνια και την απόφαση να παρουσιάσει την εκπομπή, «Αργά». 

 

— Η παράσταση «Πράματα και θάματα» αναφέρεται στην παρακμή των αξιών, στην χειραγώγηση της τέταρτης εξουσίας, σε παιχνίδια συνωμοσίας. Η κρίση και οι συνέπειές της αποτέλεσαν πλούσιο υλικό;

Βέβαια. Θα σας πω κάτι, τώρα πια στα 50 μου χρόνια, έχω τακτοποιήσει το ακατάστατο δωμάτιο με όλα τα υλικά που υπήρχαν μέσα στο μυαλό μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου με φοβερό υλικό και ανακατωσούρα στα 35 μου χρόνια, που όταν έπρεπε να αναζητήσω κάτι στο μυαλό και στη ψυχή μου, έπρεπε να ψάχνω ανάμεσα σε πολλά πράγματα.

Τώρα, απλώς τακτοποίησα αυτό το δωμάτιο -δεν έχει αλλάξει το υλικό- και διαπίστωσα ότι ένας πολίτης σήμερα στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης όχι μόνο στην Ελλάδα, είναι παγιδευμένος μέσα στην έννοια των δράσεων και της πληροφορίας. Υπάρχει το εξής οξύμωρο: Μπορεί να πεθάνει κάποιος για μια ιδέα, που από παρεξήγηση αυτή η ιδέα να είναι μια λάθος ιδέα, άλλο να νομίζει ότι κάνει και άλλο να κάνει. Να θεωρείς ότι είσαι επαναστάτης και να παίζεις τον ρόλο ενός συστήματος. Αυτό, φιλτράροντας την πραγματικότητα που ζω στην Ελλάδα,  ήθελα να το παρουσιάσω στον κόσμο σαν τη δική μου πρόταση που από τον χώρο στον οποίο εργάζομαι, έχω την ελευθερία να το κάνω. Δεν πρέπει να πειθαρχήσω στις γραμμές ενός κόμματος που έχει μέσα από τις συλλογικές διαδικασίες που επιλέγει ένα σεβασμό σε μια κοινή γραμμή. Αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο στα 50 μου χρόνια να πω την άποψή μου, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί και εξελίσσεται μέσα μου.

 

Έχω μια δυσκολία που η ψυχοθεραπεία θα μπορούσε να μου δείξει ότι είναι ωραίο να θέτεις όρια στους άλλους, αλλά αδυνατώ να το κάνω. Στηρίζομαι στην ευγένεια, στην διακριτικότητα που οι ίδιοι διαθέτουν για να καταλάβουν ότι τα όρια πρέπει να τα θέτει ο καθένας μόνος του.

 

— Σκηνοθετείτε, γράφετε, πρωταγωνιστείτε. Η σκηνοθεσία προκύπτει από την καλλιτεχνική ωρίμανση του ηθοποιού;

Εξελίσσονται όλα, σε κάποια θα είσαι καλύτερος σε κάποια άλλα χειρότερος. Όλα είναι γλώσσα αφήγησης απλώς όταν κάποιος γράφει, σκηνοθετεί και παίζει, χρησιμοποιεί τρεις γλώσσες αφήγησης. Σαν να μιλάει ιαπωνικά, γαλλικά και γερμανικά. Ας υποθέσουμε ότι η σκηνοθεσία είναι τα ιαπωνικά, μπορεί εκεί να έχεις μεγαλύτερη έφεση απ’ ό,τι στα γαλλικά και τα γερμανικά, μπορεί να μην τα κάνεις καν ισότιμα ή να έχεις ταλέντο και στις τρεις γλώσσες. Αναμφισβήτητα είναι τρεις διαφορετικές. Η σκηνοθεσία προδιαθέτει σύνθεση και ανάλυση ταυτόχρονα. Πρέπει να είσαι σε θέση να αναλύεις και να μπορείς να συνθέτεις. Όσο καλύτερα μπορείς να το πράξεις αυτό, τόσο καλύτερα θα μιλήσεις σ’ αυτή τη γλώσσα.

Εκ των πραγμάτων έχω κάνει σκηνοθεσία και σε έργα που δεν ήταν δικά μου όπως, «Η στρίγγλα που έγινε αρνάκι», η «Ελένη» του Ευριπίδη, «Αλήτες Θεατρίνοι», «Θέλει η Ελλάδα να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει», «Θέλω να μείνω μόνος», της Δήμητρας Παπαδοπούλου, αναφέρω ενδεικτικά κάποια. Αν με ρωτήσετε πότε μου αρέσει περισσότερο η σκηνοθεσία είναι όταν έχει προηγηθεί η συγγραφή ενός δικού μου έργου όπου θέλω να συμπληρώσω την άποψη και σκηνοθετικά, να την περικυκλώσω δηλαδή. Είναι έκφραση στην ουσία που θέλω να αποτυπωθεί όπως την έχω στο μυαλό μου.

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν καλύτεροι σκηνοθέτες από μένα που δίνοντάς τους το έργο μου είναι πιθανό, δεν λέω ότι είναι σίγουρο, να κάνουν καλύτερη δουλειά από μένα. Δεν παίρνω το ρίσκο, θέλω να το αποτυπώσω όπως υπάρχει στο μυαλό μου. Αν ήμουν εκ προοιμίου σίγουρος ότι θα την έκαναν καλύτερα, δεν θα την έκανα εγώ. Η σκηνοθεσία έτσι όπως τουλάχιστον την κάνω εγώ, είναι μια διαδικασία σκλαβιάς, είναι δουλική. Εργάζομαι ασταμάτητα με τους ηθοποιούς, δεν απαιτώ, με καθοδηγούν και λειτουργώ ως αρωγός και αυτό με εξαντλεί.

 

«Δεν είχα τον πήχη ποτέ ψηλά με την πάρτη μου. Ήξερα ότι είμαι ένας ψυχαγωγός, κατάλαβα ότι έχω ένα ρόλο να διαδραματίσω στη ζωή μου, να ψυχαγωγήσω τον κόσμο.»  Φωτo: Άννα Καρμίρη / LIFO
«Δεν είχα τον πήχη ποτέ ψηλά με την πάρτη μου. Ήξερα ότι είμαι ένας ψυχαγωγός, κατάλαβα ότι έχω ένα ρόλο να διαδραματίσω στη ζωή μου, να ψυχαγωγήσω τον κόσμο.» Φωτo: Άννα Καρμίρη / LIFO

 

— Πολλές φορές επιλέγετε να συνεργάζεστε με οικεία και αγαπημένα σας πρόσωπα. Νιώθετε ασφάλεια;

Ειδικά τα θεατρικά πράγματα που αφορούν τη σεζόν από Οκτώβρη έως Πάσχα και αν σκεφτείτε ότι η γιορτή μου είναι το τελευταίο ψυχοσάββατο και θυμάμαι να λαμβάνω τα χρόνια πολλά μέσω μηνυμάτων μεταξύ απογευματινής και βραδινής παράστασης, σημαίνει ότι ζω στα θέατρα. Η καθημερινότητά μου είναι το θέατρο, δεν είμαι φεστιβαλικός, εμφανίζομαι και είναι σαν το τσαγκάρικο, ανοίγω το μαγαζί.

Μου είναι οδυνηρό ο θίασος να μην είναι αγαπημένος, να μην είναι άνθρωποι που ο ένας σέβεται τον άλλο και πρώτο μου μέλημα είναι η ποιότητα στην καθημερινότητα. Είναι μια τεχνική προσέγγιση ζωής και όχι της τέχνης καθεαυτής. Οφείλουμε αν θέλουμε να είμαστε καλλιτέχνες, να διατηρούμε αυτή την τάση και απέναντι στα πράγματα, να είμαστε καλλιτέχνες και απέναντι στη ζωή. Βέβαια, δεν μπορεί αυτό να συμβαίνει πάντα, έχω υποστεί πολλούς τρελούς και έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου, με τρελούς και τρελές δεν ξαναμπλέκω. Με εξαντλούν μ’ έναν τρόπο που νομίζω μου προκαλεί καρκίνο. Μου τρώει τα σωθικά. Δεν μπορώ να μαλώνω με τους ανθρώπους.

Έχω μια δυσκολία που η ψυχοθεραπεία θα μπορούσε να μου δείξει ότι είναι ωραίο να θέτεις όρια στους άλλους αλλά αδυνατώ να το κάνω. Στηρίζομαι στην ευγένεια, στην διακριτικότητα της ανατροφής ή της καλλιέργειας που οι ίδιοι διαθέτουν για να καταλάβουν ότι τα όρια θα πρέπει να τα θέτει ο καθένας μόνος του. Αν αναγκαστώ να θέσω όρια σε ανθρώπους ήδη έχω ξεκινήσει τη διαδικασία της καρκινογένεσης μέσα μου, ψυχικά και δεν το επιθυμώ καθόλου. Άρα, είναι ζωτικής σημασίας να φτιάχνω θιάσους που αγαπιούνται οι άνθρωποι μεταξύ τους.

 

— Ο απόλυτος παραλογισμός είναι η γενικότερη ατμόσφαιρα του έργου, είναι και η καθημερινότητα του σύγχρονου Έλληνα;

Νομίζω ναι. Η αντίφαση είναι στη ψυχή του καθένα και δεν κάνω λόγο για τις δημιουργικές αντιφάσεις, αλλά για το χαρακτηριστικό του μέσου Έλληνα πολίτη που αρνείται πεισματικά να ωριμάσει, να αποδεχτεί την ευθύνη που του αναλογεί. Αρνείται να αναλάβει ευθύνη. Η ευθύνη είναι πολύ όμορφο πράγμα καθαρά δημιουργικό, αξίζει να την αναλάβεις και ας αποτύχεις. Όλοι αρνούνται να αναλάβουν ευθύνες. Έχουμε τεράστια ευθύνη γι’ αυτό που ζούμε, ο καθένας σε προσωπικό επίπεδο. Όταν έχεις ένα σουβλατζίδικο και δεν κόβεις αποδείξεις, είσαι εγκληματίας στο βαθμό που σου αναλογεί, αλλά είσαι.

 

Ζηλεύω τα νέα παιδιά που βρίσκουν κεφάλαια για τις ταινίες τους, εγώ με τη δική μου ταινία δεν τα κατάφερα. Παρόλο που υπήρχαν γνωστά ονόματα, η Σμαράγδα Καρύδη, η Παναγιώτα Βλαντή, δεν μπόρεσα να βρω - χρηματοδότησα την ταινία μόνος μου με δυο φίλους.

 

— Τι μπορεί να πάθει ο άνθρωπος από έρωτα, κάνοντας λόγο για την τελευταία κινηματογραφική σας ταινία, «Από έρωτα».

Το πρώτο πράγμα που μπορεί να πάθει ο άνθρωπος από έρωτα, αν ξεκινήσουμε από τη θετική πλευρά, είναι να ανακαλύψει την ουσία και τη μαγεία της ζωής. Είναι ένας δρόμος για να καταλάβεις το Θεό. Έχω καταλάβει ότι όταν νιώθω ερωτευμένος, οι άνθρωποι που έχουν το χάρισμα να πιστεύουν πολύ δυνατά, αυτό το αίσθημα που νιώθω εγώ τώρα για μια γυναίκα, το ίδιο νιώθουν για το Χριστό. Αν κάποιος το κατανοήσει αυτό, θα καταλάβει την έννοια της θρησκευτικότητας μέσα του, της ανάγκης της μεταφυσικής, γιατί ο έρωτας είναι μεταφυσικός. Είναι απόλυτα μεταφυσικός, όπως το αίσθημα που συνδέει εμάς με το θείο. Από τον έρωτα θα καταλάβεις, την ουσία του νοήματος της ζωής, του Θεού και της δημιουργίας. Όλα αυτά πως θα ήταν δυνατό να μην αναλογούσαν στον παρονομαστή τους με τον αντίστοιχο πόνο; Όπου υπάρχει μια τεράστια χαρά, ένα αίσθημα πληρότητας, σκεφτείτε στο παρανομαστή του αυτό το κλάσμα, το αίσθημα κενού, ματαίωσης, τρύπας, αδειάσματος, απελπισίας, έχει.  Η ελπίδα νοείται στο να μην είναι καταστροφικός ο έρωτας αλλά να μετασχηματιστεί σε αγάπη, αρμονία. Ο θρησκευτικός έρωτας δοκιμάζεται συνέχεια.

Ο πάτερ Παΐσιος έχει πει, «και τι δε θα έδινα να ήμουν το γαϊδουράκι με το οποίο ανέβηκε ο Χριστός να μπει στα Ιεροσόλυμα». Είναι η απελπισία ενός ερωτευμένου. Όσο περισσότερο λατρεύεις το Θεό, τόσο περισσότερο κινδυνεύεις από το διάολο. Πιο ωραίο ψάρι να ψαρέψει ο διάολος είσαι εσύ κοντά στο Θεό και όχι αυτός που αδιαφορεί για το Θεό. Όλο αυτό ξεκινάει από το δυισμό με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα, τη μέρα και τη νύχτα, το καλό και το κακό, όλη αυτή η φιλοσοφία του Ντοστογιέφσκι στους αδερφούς Καραμαζώφ. 

 

— Πείτε μου την άποψή σας για τον κινηματογράφο στην Ελλάδα...

Δεν μπορώ να κοιτάξω τον κινηματογράφο στην Ελλάδα σαν ελληνικό, ο κάθε δημιουργός είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Ζηλεύω τα νέα παιδιά που βρίσκουν κεφάλαια για τις ταινίες τους, εγώ με τη δική μου ταινία, δεν τα κατάφερα. Παρόλο που υπήρχαν γνωστά ονόματα, η Σμαράγδα Καρύδη, η Παναγιώτα Βλαντή, ο Γιώργος Χρυσοστόμου, δεν μπόρεσα να βρω, χρηματοδότησα την ταινία μόνος μου και με δυο φίλους ακόμα. Πιστεύω ότι είναι μοναχικό σπορ ο κινηματογράφος.

Ακόμα και στην Ιταλία της σινετσιτά που έτυχε να υπάρχουν σπουδαίοι άνθρωποι μια εποχή άνθησης, δεν συγγένευαν μεταξύ τους, ο Φελίνι με τον Παζολίνι ή τον Αντονιόνι. Δεν μπορώ να δω τον ελληνικό κινηματογράφο ούτε σε άνθηση, ούτε σε παρακμή. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είναι μια ιστορία μόνη της στο σινεμά. Για τις προσπάθειες αντιγραφής κάποιων από κάποιους ούτε καν θέλω να τις συζητήσω.

Η σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελάριου σε κάποιες ταινίες ή του Ντίνου Δημόπουλου, του Κακογιάννη, συνδύαζαν το απόλυτα ελκυστικό για τον κόσμο και  το καλλιτεχνικό σαν κριτήριο. Είναι σπάνιο να το πετύχεις αλλά αυτό είναι το ζητούμενο. Ο κινηματογράφος της ταινιοθήκης έχει μια δική του πειραματική αξία αλλά μπορούμε να πούμε ότι μια τέχνη επιτελεί το έργο της όταν τη βλέπει ο κόσμος.

 

Με τη Σμαράγδα Καρύδη στα γυρίσματα της ταινίας "Από έρωτα"
Με τη Σμαράγδα Καρύδη στα γυρίσματα της ταινίας "Από έρωτα"

 

— Η δυναμική της κ. Καρύδη ταιριάζει μ’ αυτή μιας σύγχρονης μούσας;

Η Σμαράγδα υπήρξε σε πάρα πολλά έργα μου, στα πρώτα μου τέσσερα έπαιξε, οπότε υπήρχε μια συνωμοσία μεταξύ μας και για το τι θα της γράψω και τι θα είναι το έργο. Κάποια στιγμή, εντελώς ηθελημένα και με απόλυτη σκοπιμότητα, καταλάβαμε ότι αυτό το πράγμα δεν θα το αφήσουμε, θα το σταματήσουμε, όμως, μεταξύ μας, πριν αρχίζει και δείχνει ότι έχει κουράσει. Σαφέστατα είναι μούσα και μάλιστα για πολλούς ανθρώπους. Η τηλεόραση εμπνέεται από αυτήν, της προτείνουν πράγματα, θεατρικοί σκηνοθέτες την πιστεύουν πολύ, ο Κακλέας την ήθελε, ο Φασουλής, τώρα ένας Αμερικανός της πρότεινε το Sweet Charity.

 

Θυμάμαι κάτι συναισθηματικές τρύπες που είχα, ένα συναισθηματικό bullying που είχα υποστεί λόγω αναπηρίας με κρίσεις πανικού και φοβίες, μια εποχή που δεν ήταν της μόδας.

 

— Νιώθετε με την εκπομπή Αργά που κάνατε φέτος στην τηλεόραση πιο προβεβλημένος από ποτέ;

Γιατί το λέτε αυτό; Είμαι σε ένα κανάλι που δεν είναι πανελλαδικής εμβέλειας αλλά αυτή την  εκπομπή την ευχαριστήθηκα πολύ. Βρέθηκα με πολύ σημαντικούς ανθρώπους, τους γνώρισα, κάναμε πολύ ωραίες κουβέντες. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς δέχτηκαν να προβάλλουν αδυναμίες και είναι κάτι που με βρίσκει σύμφωνο γιατί απενοχοποιούν τον κόσμο και τους δίνουν κουράγιο. Όταν ένας άνθρωπος θαυμαστός βγάζει την αδυναμία του προς τα έξω, όλοι οι άνθρωποι που έχουν την ίδια αδυναμία, ταυτίζονται και λένε, «αφού αυτός τα κατάφερε, μπορώ και εγώ».

Είναι σχεδόν καθήκον για μένα, παρότι είναι δικαίωμα κάποιου να το κάνει ή όχι. Στα 50 μου χρόνια, σ’ αυτό το τακτοποιημένο δωμάτιο που σας είπα πριν έχω τακτοποιήσει και τις προσδοκίες μου. Δεν είχα τον πήχη ποτέ ψηλά με την πάρτη μου. Ήξερα ότι είμαι ένας ψυχαγωγός, κατάλαβα ότι έχω ένα ρόλο να διαδραματίσω στη ζωή μου, να ψυχαγωγήσω τον κόσμο. Είτε γαργαλώντας το γέλιο, τη σκέψη ή μέσα από κουβέντα που μπορώ να κάνω πριν κοιμηθεί ο άλλος, να χαζεύει και να χαλαρώνει.

 

— Άρα ήταν κοντά στη δική σας αισθητική αυτή η εκπομπή.

Ήταν κοντά σ’ αυτό που είμαι εγώ και αν δεν ήταν, δεν θα υπήρχε περίπτωση να μην τη φέρω στα δικά μου μέτρα. Δεν μπορώ στα 50 να παριστάνω ότι είμαι κάποιος άλλος, δε γίνεται.

 

— Είχατε λόγο στις επιλογές των καλεσμένων;

Έχω προτείνει αλλά ήταν 252 στο σύνολό τους οπότε πήγαινε και με βάση τη διαθεσιμότητά τους. Πολλούς από αυτούς τους χάρηκα πάρα πολύ γιατί τους ζήτησα να έρθουν και με χαρά άκουσα ότι για άλλους  όταν άκουσαν ότι θα είμαι στην εκπομπή θέλησαν να έρθουν και αυτό με τιμά.

 

— Αν δεν είχατε στο αυτί σας το Νίκο Μαστοράκη, θα κάνατε αυτές τις ερωτήσεις;

Όχι όλες. Η εκπομπή έπρεπε να είχε ένα γαργαλιστικό περιεχόμενο το οποίο ο Νίκος το είχε θέση και ως όρο. Πολλές φορές έχει συμβεί να διατυπώνω με άλλο τρόπο αυτό που θέλει να πω και έχει να κάνει και με ποιον άνθρωπο έχω απέναντί μου. Όταν έχω νέα δροσερά κοριτσάκια, τα οποία έχουν κάνει μόντελινγκ ή πλασάρουν μια σέξι εικόνα, μπορεί να είμαι πιο επιθετικός και ευθύς αν και δεν σας κρύβω ότι έχω κόρη και δεν μπορώ να προβάλω ως πρότυπα κορίτσια που εγώ δεν θεωρώ ως απόλυτα σωστό πρότυπο.

Παρόλ’ αυτά στο Δήμαρχο Αθηνών Γιώργο Καμίνη ή στο Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, δε μ’ αφορά να ρωτήσω κάτι γαργαλιστικό. Είμαι λίγο μπαλαντέρ και λίγο πόρνη σ’ αυτή την καρέκλα που κάθομαι. Κάθομαι σαν την πόρνη και προσπαθώ να εξυπηρετήσω αυτούς που έρχονται, κάνοντας μια κουβέντα άλλοτε πιο ουσιαστική άλλοτε χαλαρή ανάλογα με τον άνθρωπο. Δεν προσπαθώ να επιβάλλω τη δική μου προσωπικότητα αλλά να προσαρμόζω τη δική μου. Πιέστηκα κάποιες φορές στις ερωτήσεις, έδινα στον αέρα το Νίκο.

Το Νίκο Μαστοράκη τον τιμώ. Διάβαζα σε μια συνέντευξη στη LIFO ότι ο Παπαστεφάνου τον θεωρεί δάσκαλό του. Έχει προσφέρει πολλά στη ελληνική τηλεόραση, ο Νίκος Μαστοράκης, στην έννοια του ρεπορτάζ, από το μυαλό του και το δαίμονα που τον κυριεύει. Για όλα όσα επιβαρύνεται, ο καθένας γράφει τη δική του ιστορία αλλά καλό θα είναι να μην ισοπεδώνουμε όλους τους ανθρώπους. Ακόμα και αν υπάρχει κάτι σε κάποιον που δεν μας αρέσει δεν θα έπρεπε να επισκιάζει το κομμάτι σ’ αυτόν που μας αρέσει. Θα ήθελα να συνεχιστεί η εκπομπή και του χρόνου, δεν το γνωρίζω ακόμα, η πολιτική κατάσταση είναι τόσο ρευστή, δεν ξέρω αν θα υπάρχει το κανάλι του χρόνου, αλλά από το θέατρο και την τηλεόραση βιοπορίζομαι. Ανήκω στη γενιά εκείνων των Ελλήνων που αυτή τη στιγμή θα στηρίξω τη φορολογία. Ό,τι βγάζεις αυτά θα δώσεις, ανήκω στο ζωντανό κύτταρο της κοινωνίας που δίνει πολλά στην εφορία.

 

 Είμαι υπέρ να δημοσιοποιείς ένα πρόβλημα όταν είσαι δημόσιο πρόσωπο, όταν κάποιος σε γουστάρει και του πεις, «να σου πω φίλε, εμένα που με γουστάρεις, έπασχα από αυτό», λειτουργεί.  Φωτo: Άννα Καρμίρη / LIFO
Είμαι υπέρ να δημοσιοποιείς ένα πρόβλημα όταν είσαι δημόσιο πρόσωπο, όταν κάποιος σε γουστάρει και του πεις, «να σου πω φίλε, εμένα που με γουστάρεις, έπασχα από αυτό», λειτουργεί. Φωτo: Άννα Καρμίρη / LIFO

 

— Στην παράστασή σας διακρίνουμε πολλά ταλέντα…

Ένα παράδειγμα θα σου πω και θα τα καταλάβεις όλα. Όταν παρακολουθούσα τον α’ ημιτελικό Barcelona- Bayern,  ο τερματοφύλακας της Bayern, Neuer προκάλεσε την κοινή γνώμη, λέγοντας ότι τώρα θα δούμε ποιος είναι μέσα στο γήπεδο ο αρχηγός. Μετά το πρώτο γκολ του Messi, πετάχτηκα και άρχισα να βρίζω το Neuer γιατί θεωρώ ότι το να υποτιμάς ή να προκαλείς τον ταλαντούχο είναι ύβρις. Το ταλέντο πρέπει να το τιμούμε και να το σεβόμαστε γιατί και είναι δυσεύρετο και όταν συμβαίνει είναι αποκαλυπτικό. Έτσι έχω μεγαλώσει, δεν ξέρω αν αυτή την ανατροφή την έλαβα από τους γονείς μου ή αν την εμπεριείχα ως DNA αλλά είναι το μόνο πράγμα που με μαγεύει και με δαμάζει . Στο χώρο στον οποίο δουλεύω επιζητώ το ταλέντο και τους ταλαντούχος ανθρώπους γιατί πρώτα θαυμάζω το ταλέντο και μετά το χρησιμοποιώ στη δουλειά μου.

 

— Όταν περπατάτε στην πόλη σας, τη Θεσσαλονίκη, τι νιώθετε, πείτε μας και τα αρνητικά, υπάρχουν πολλά.

Έχω πολλές αναμνήσεις. Τα αρνητικά βιώματα επειδή λείπω 20 ολόκληρα χρόνια τα έχω ωραιοποιήσει. Θυμάμαι κάτι συναισθηματικές τρύπες που είχα, ένα συναισθηματικό bullying που είχα υποστεί λόγω αναπηρίας με κρίσεις πανικού και φοβίες, μια εποχή που δεν ήταν της μόδας. Ένιωθα θύμα κοροϊδίας, ήμουν φοβικό παιδί και οι φίλοι μου με κορόιδευαν γιατί δεν ήταν διαδεδομένο κάτι τέτοιο. Στα 15 μου χρόνια, δεν υπήρχαν ladoze, τα ψυχοφάρμακα ήταν για την τρέλα μόνο, δεν ξέρω πώς διαχειρίζονταν τέτοιες καταστάσεις, δεν είχα πάρει τότε κάποιο φάρμακο. Βίωνα όλη αυτήν την κατάσταση με μια ηρεμία και μια μοναξιά. Είχα υποστεί bullyingαπό τα παιδιά της ηλικίας μου, που έβλεπαν κάτι πρωτόγνωρο αλλά και από τον ίδιο μου τον εαυτό, τα μάτια μου, η εικόνα που είχα για τον εαυτό μου δεν ήταν ωραία. Ήμουν χειρότερος από όσο ήθελα να είμαι.

 

— Μιλήσατε ανοιχτά παλιότερα για το πρόβλημα εξάρτησης που είχατε, αυτό έκανε καλό σε σας ή στους άλλους;

Και σε μένα έκανε καλό. Όταν το είπα πρώτη φορά, ήμουν πολύ φρέσκος στην απεξάρτηση και λειτούργησε και ως δέσμευση, «εφόσον το είπα δημόσια, τώρα θα γίνω ρεζίλι αν με δουν με ένα ποτήρι στο χέρι», σκέφτηκα.  Όταν έγινε αυτό, βοήθησε εμένα αλλά σαφέστατα είχε έρθει πολύς κόσμος να ζητήσει συμβουλές από μένα, έχω στείλει πολύ κόσμο στους Ανώνυμους Αλκοολικούς, απενοχοποιώντας το. Είμαι υπέρ να δημοσιοποιείς ένα πρόβλημα όταν είσαι δημόσιο πρόσωπο, όταν κάποιος σε γουστάρει και του πεις, «να σου πω φίλε, εμένα που με γουστάρεις, έπασχα από αυτό», λειτουργεί.

 

— Θα σας ξαναδούμε στους Άγαμους Θύτες;

Με τους Άγαμους Θύτες ποτέ δεν είπαμε οριστικά αντίο. Το ’98 ήταν η τελευταία φορά που εμφανίστηκα μαζί τους, μετά έκαναν μια παύση και το 2004 που αποφάσισαν να ξαναπαίξουν εγώ είχα γράψει το πρώτο μου έργο. Μας πήγε βαλίτσα αυτό, κάθε φορά που εμφανίζονται οι Άγαμοι Θύτες, εγώ είμαι στο θέατρο. Κάπως έτσι έχω απομακρυνθεί.

 

 

 φωτογράφηση έγινε στην ιστορική Στοά Πελοσώφ, Τσιμισκη 22, στο Toms Flagship Store