Στο μετρό, νωρίς το απόγευμα. Μπροστά μου μπαίνουν δύο κυρίες κάπως μεγάλης, κάπως απροσδιόριστης ηλικίας. Ταλαιπωρημένες φυσιογνωμίες, από αυτές που ασυναίσθητα συνδέεις με το μεροκάματο, τη σκληρή δουλειά, τη δύσκολη ζωή. Τις ακούω να συζητούν για τα βάσανά τους, τις οικονομικές δυσκολίες, την αγωνία τους για τα βασικά. Λένε πόσο δύσκολα τα βγάζουν πια πέρα, πώς τα έξοδα τρέχουν, πόσο φοβούνται το τι θα γίνει μετά. Η συζήτηση, χαμηλόφωνη, παραπονεμένη, τραβάει και μου παίρνει μερικά δευτερόλεπτα να καταλάβω τη συνέχεια. Γιατί η μία μόλις έχει αρχίσει να παραπονιέται για το κόστος της νομιμοποίησης του ημιυπαίθριού της, που «είναι μόνο 1,40, ούτε καν ενάμισι μέτρο» και η άλλη της έχει απαντήσει σε αντίστοιχο τόνο, αναφέροντας το δράμα που ζει, καθώς πρέπει να πληρώσει για το αυθαίρετο εξοχικό της.

 

Βρισκόμαστε σ’ αυτό που ονομάζεται μετα-βιομηχανική εποχή. Μεταμοντέρνα εποχή. Στον 21ο αιώνα. Στην εποχή της μεγάλης κρίσης του νέο-καπιταλισμού, της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην εποχή της τεχνολογίας. Της αφθονίας και των ανισοτήτων. Στην Ελλάδα, που ακριβώς βρισκόμαστε; Η μόνη απάντηση που βρίσκω είναι ‘στην εποχή του σουρεαλισμού’.

 

Το 2011 λοιπόν τελειώνει και δε μπορούμε καν να πούμε «επιτέλους», καθώς τίποτε δεν τελειώνει εδώ. Στο κέντρο περπατάς προσπαθώντας να μην πατήσεις τους άστεγους. Στα προάστια βλέπεις μαμάδες που πηγαίνουν με το PT Cruiser να παραλάβουν το παιδί τους από το δημοτικό παιδικό σταθμό (για τον οποίο υπάρχει περιορισμός εισοδήματος για να σε δεχτούν). Στο ενδιάμεσο παλινδρομούμε ανάμεσα στη γκρίνια για τις τιμές της μαναβικής και στην αγορά ενός χριστουγεννιάτικου δέντρου διακοσίων ευρώ. «Να σου πω κάτι, Σίσσυ; Είναι πολύς ο κόσμος που δεν έχει πρόβλημα. Τα εστιατόρια και οι καφετέριες είναι συνέχεια γεμάτες κόσμο» ακούω τη μια μέρα. «Θέλω να σου πω ότι έχω να πληρωθώ από το Σεπτέμβριο» ακούω την άλλη.

 

Υπάρχουν μέρες που κι εγώ βαριέμαι να τα σκέφτομαι, κουράζομαι να προβληματίζομαι, μπουχτίζω να γκρινιάζω και να μεμψιμοιρώ. Υπάρχουν και άλλες μέρες, που νευριάζω, που αγανακτώ και μερικές ακόμη που τα παίρνω, όχι μόνο με όσα συμβαίνουν, αλλά και με όσους ενοχλούνται γιατί, θυμίζοντάς τα, τους ενοχλώ. Ακούγοντας όμως να πρωταγωνιστούν στις ειδήσεις τα «σενάρια διαδοχής» ή τα «σενάρια εκλογών» δε μπορώ να κάνω πως δεν καταλαβαίνω, γίνομαι έξαλλη. Αυτό είναι το θέμα που μας καίει, αυτά είναι τα προβλήματα τα οποία καλείται η βουλή να επιλύσει, γι’ αυτές τις ειδήσεις πρέπει να ενημερωθεί το κοινό;

 

Το 2011 λοιπόν τελειώνει και πολύ φοβάμαι ότι όπου να’ ναι θα αρχίσουν οι ευχές για το νέο έτος, οι δηλώσεις, ο σουρεαλισμός. Δεν ξέρω σε ποια γωνιά να καθίσω, γιατί όταν δε μιλάω με λένε ‘ελαφριά’ (και είμαι) και όταν μιλήσω μου λένε ότι όλο γκρινιάζω και χαλάω το πνεύμα των ημερών. Νομίζω ότι αυτό που φέτος με εκφράζει καλύτερα, είναι αυτό που διάβασα προχθές σε φωτεινή επιγραφή έξω από εταιρία ανακύκλωσης στο Μαρούσι: Δευτέρα, 19/12, 15°C, Καλό Πάσχα. Επιτέλους λίγος ψυχαγωγικός σουρεαλισμός.