Επεξεργαία: Ατελιέ/ LIFO
Επεξεργαία: Ατελιέ/ LIFO

 

Όσο κι αν η τέχνη δεν είναι ομοίωμα που απεικονίζει το υποκείμενο, όσο δίκιο κι αν είχε ο Hegel όταν επέκρινε την κοινή ρήση ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από το έργο του –συχνά είναι κάτι λιγότερο, τρόπον τινά το κενό κέλυφος αυτών που αντικειμενοποιεί μέσα στο έργο–, είναι εντούτοις αλήθεια ότι κανένα έργο τέχνης δεν μπορεί να είναι επιτυχές, παρά μόνον εφόσον το υποκείμενο το γεμίζει από μόνο του. Δεν είναι στο χέρι του υποκειμένου, ως οργάνου της τέχνης του, να υπερπηδήσει τα προκαθορισμένα γι' αυτό όρια που το αποχωρίζουν και που δεν είναι απόρροια φρονήματος και τυχαίας συνείδησης. Αυτή η κατάσταση επιβάλλει όμως στην τέχνη, καθώς είναι μια πνευματική υπόθεση και λόγω της αντικειμενικής της σύστασης, την υποκειμενική διαμεσολάβηση». Έχοντας στον νου αυτά τα λόγια του καλού του φίλου και ιδανικού συνομιλητή Τέοντορ Αντόρνo, ο Τόμας Μαν οικειοποιήθηκε τον μέχρι πρότινος τρισκατάρατο για τη γερμανική σκέψη σολιψισμό και έθεσε στο επίκεντρο των ιστοριών του το πρόσωπο: όχι ως απλό, ρεαλιστικό χαρακτήρα αλλά ως απαρχή όλων των ιστοριών, ως τον κεντρικό αφηγηματικό άξονα γύρω από τον οποίο ξεδιπλώνεται το σύμπαν. Αν ο Έγελος και η γερμανική φιλοσοφία επέμεναν στη λογική του απόλυτου πνεύματος και του τέλους της ιστορίας, ο προφανής μοντερνισμός –και ο βαθύς αντιολοκληρωτισμός– του Τόμας Μαν εντοπιζόταν στην κεντρική ανάδειξη του προσώπου. Και ποιο ήταν το πρόσωπο που πρωτοέσπασε την άτεγκτη δομή της αφήγησης, συγκεντρώνοντας πάνω του τα χαρακτηριστικά του γοητευτικού ήρωα της πιο συμπαντικής και καθολικής ιστορίας; Ο Ιωσήφ από τη Γένεση, το πρώτο «σύγχρονο» ίσως αφήγημα που εξηγεί την καταγωγή και τη λειτουργία του κόσμου.

 

Ο Ιωσήφ ήταν η πρώτη προσωποποιημένη εκδοχή της νεωτερικότητας, ως όμορφος, διορατικός, επίμονος και, κυρίως, αυτός που ανέτρεψε τα παραδεδομένα όρια της μοιρολατρίας.


Γι' αυτό και το μνημειώδες Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού, που εκτείνεται σε τέσσερις ογκώδεις τόμους και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg και τη σειρά Orbis Literae (σε απόδοση-έργο ζωής του Λευτέρη Αναγνώστου), δεν συνιστά μόνο το magnum opus του Τόμας Μαν, το έργο που βρέθηκε στην καρδιά τού έτσι κι αλλιώς μεγαλειώδους συγγραφικού του έργου. Είναι και η απόπειρα να ενωθούν οι πολύπτυχες εκδοχές των πραγμάτων και του κόσμου, οι διαφορετικές αφηγηματικές νόρμες-μύθος, ο θρύλος, η βιβλική ιστορία, πραγματικά περιστατικά, η ανθρωπογεωγραφία, μέσα από την προβολή ενός προσώπου. Καμία ιστορία μέχρι τότε και κανένας μύθος –ούτε καν ο παντοτινός θρύλος της Γαίας και η ιστορία του Αβραάμ– δεν μπόρεσαν να ενσωματώσουν τα κραταιά χαρακτηριστικά που έκαναν τον Ιωσήφ το θελκτικότερο ίσως πρόσωπο της σύγχρονης εξιστόρησης. Από τη στιγμή που οι άνθρωποι ανακάλυψαν το μεταίχμιο ανάμεσα στην αρχαιότητα, τον σύγχρονο κόσμο και τον θεό, ο Ιωσήφ ήταν ο δικός τους τρόπος να οραματιστούν την υπερβατική τους θέση στην τριμερή αυτή εξήγηση της δημιουργίας του κόσμου: ο Ιωσήφ ήταν η πρώτη προσωποποιημένη εκδοχή της νεωτερικότητας, ως όμορφος, διορατικός, επίμονος και, κυρίως, αυτός που ανέτρεψε τα παραδεδομένα όρια της μοιρολατρίας. Δεν δέχτηκε την καταδικαστική συνθήκη της μοίρας όταν βρέθηκε ριγμένος σε ένα πηγάδι από τους ίδιους τους αδελφούς του, ούτε ένιωσε την οιμωγή της σκλαβιάς. Εναντιώθηκε στο πεπρωμένο του και, το βασικότερο, αφουγκράστηκε την ασυνείδητη ροή των γεγονότων. Γνωρίζοντας, δηλαδή, τη συμβολική δύναμη των ονείρων –κι εδώ είναι εμφανείς οι παραπομπές του Μαν στον Φρόιντ–, ο Ιωσήφ αψήφησε παντοιοτρόπως το μένος της κυριολεξίας: η ικανότητα της ερμηνείας των ονείρων είναι που του χάρισε τελικά την ελευθερία. Κι αυτό το ζείδωρο χάρισμα αποκωδικοποίησης των σημείων και όχι η τυφλή υπακοή σε ό,τι αυτά ορίζουν ταυτόχρονα τον μετέτρεψε στον πρώτο μοντέρνο ήρωα της ιστορίας.


Με άλλα λόγια ο Ιωσήφ, ο αγαπημένος γιος του Ιακώβ και της Ραχήλ, δεν αφέθηκε να τον σπαργανώσει η φύση, παρά καταπιάστηκε δυναμικά με την εξήγηση της λειτουργίας της. Αναζήτησε τη γενεαλογία του πέρα από το προφανές και βάλθηκε να ερμηνεύσει ένα σύμπαν που μέχρι πρότινος αφηνόταν στις αλληγορικές και θεοκρατικές παραδοξότητες. Με αυτή την έννοια ήταν απόλυτα σύγχρονος: «Εδώ ο νεαρός Ιωσήφ ζαλιζόταν, ακριβώς όπως κι εμείς όταν γέρνουμε πάνω από το χείλος του πηγαδιού, και παρά τις μικρές και για μας ανάρμοστες ανακρίβειες που επέτρεπε στον εαυτό του ο νεαρός με το όμορφο και ωραίο κεφάλι, αισθανόμαστε κοντά του και σύγχρονοί του όσον αφορά τα βάραθρα του κάτω κόσμου και του παρελθόντος, στα οποία κοίταζε και αυτός ο μακρινός νέος. Ήταν ένας άνθρωπος όπως εμείς, έτσι μας φαίνεται, και παρά την πρωιμότητά του, απείχε όσο κι εμείς από τις απαρχές της ανθρωπότητας (για να μη μιλήσουμε για τις απαρχές των πραγμάτων γενικά), αν το δούμε από τη σκοπιά των μαθηματικών, καθώς αυτές πραγματικά χάνονται μες στις σκοτεινές αβύσσους του πηγαδιού». Το υποκείμενο αναδεικνύεται έτσι σε κεντρικό άξονα μιας συγχρονικής ερμηνείας, είναι το δυναμικό πρόσωπο που θα αντιταχθεί στις «πινακίδες της γνώσης ως σπέρματα μελλοντικής σοφίας» και θα δώσει τη δική του συγκαιρινή εξήγηση. «Είμαστε επιτόπου. Κοιτάξτε – μια διαυγής φεγγαρόλουστη νύχτα πάνω από το ειρηνικό τοπίο με τους λόφους! Νιώστε την ήπια δροσιά της καλοκαιρινής αστροφεγγιάς τούτης της ανοιξιάτικης νύχτας!».


Αυτό ακριβώς κάνει κι ο συγγραφέας ως αφηγητής της ιστορίας απέναντι σε μια θρησκευτική παρακαταθήκη που μέχρι τότε δεν έδινε σημασία σε εξηγήσεις και λεπτομέρειες: ξεκινώντας από την ανάλυση του ίδιου του ονόματος «Ιωσήφ» που ξεπέρασε «το αστρολατρικό πεδίο της παλιάς ανατολικής πατρίδας και των οικογενειακών αναμνήσεων» και φθάνοντας σε ψυχαναλυτικού τύπου προσεγγίσεις για την εμμονική αντίδραση της Μούτ-εμ-ενέτη, της συζύγου του Ποτιφάρ, του επικεφαλής των σφαγείων του Φαραώ στην υπηρεσία του οποίου βρέθηκε ο Ιωσήφ, η οποία τυφλώθηκε από την «ερωτοληψία» της για εκείνον και τον κατηγόρησε άδικα για βιασμό (εδώ ο Μαν, αλλάζοντας τον τρόπο της αφήγησης, εφευρίσκει τη διαλεκτική φόρμα για να ξεδιπλώσει την κρίσιμη μεταξύ τους συνεύρεση), ο Ιωσήφ επιμένει σε κάθε περίπτωση να έχει αυτός τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Όντας ο κραταιός παρατηρητής των πάντων έχει την τάση, όπως σοφά επισημαίνει ο συγγραφέας, «να αντλεί ένα όφελος από τη γενική δόμηση της σκέψης και μέσω του συνειδητού αυτοεπηρεασμού να θαμπώνει τους ανθρώπους». Η ψυχή του είναι το σώμα του και η δύναμή του η αμφιβολία, η οποία πηγάζει όχι τόσο από τη δύναμη του πνεύματος όσο από τις ορμές της σάρκας. Άλλωστε, το απόλυτο –της ομορφιάς, της λογικής ή της ισχυρογνωμοσύνης– υπάρχει για να αμφισβητείται πλήρως από τη διαρκή αμφισβήτηση που εδραιώνει η αρχή της υποκειμενικότητας. Με αυτή την έννοια, ακόμα κι «η ομορφιά δεν είναι ποτέ τέλεια κι αυτό ακριβώς ωθεί στη ματαιοδοξία, γιατί φοβάται πως υστερεί απέναντι στο ιδανικό που η ίδια έχει θέσει – κι αυτό είναι πάλι μια πλάνη, αφού το μυστικό της κατά βάθος συνίσταται στην έλξη που ασκεί η ατέλεια».

 

Η ατέλεια ικανοποιεί επομένως και δεν αναιρεί την αρμονία, μια διαπίστωση που επανέρχεται διαρκώς ως λάιτ μοτίφ στην καρδιά της αφήγησης του Μαν. Ο ίδιος αρέσκεται διαρκώς να το υπενθυμίζει στους τυφλωμένους από την Αλήθεια συμπατριώτες του –της Ομορφιάς, της Άριας Φυλής και του Κανόνα–, ακόμα και όταν καταδιώκεται τη δεκαετία του '40 από τους ναζί και καταφεύγει στη μακρινή Καλιφόρνια, συνεχίζοντας πυρετωδώς τη συγγραφή του Ιωσήφ. Μέσα από αυτή την αρχετυπική ιστορία ενός Εβραίου που μεταμορφώθηκε σε Αιγύπτιο, ο οποίος παράλληλα υπέστη όλο το μένος των φρικαλεοτήτων κυρίως από τα αδέλφια του, ο Τόμας Μαν δίνει τη δική του μετωνυμική και ειρωνική απάντηση στα γεγονότα της φρίκης. Με τη γνωστή στυλιστική δεινότητα απαντά στο μένος του φασισμού, χαρίζοντας στα κεφάλαιά του περιπαικτικούς τίτλους όπως «Η γλώσσα που πονούσε», «Το άνοιγμα των ματιών» και «Το σήκωμα του κεφαλιού». Όλα αυτά όμως δεν σημαίνουν ότι δεν αντιμετώπισε με βαθιά ενσυναίσθηση τον ναζισμό – εξού και το ότι επικαλείται τους αρχαίους μύθους για να θυμίσει ότι ακόμα και η πιο αρχέγονη, και όχι πρωτόγονη, όπως έκαναν οι ναζί, αντίδραση στα πράγματα συνιστά ένδειξη πολιτισμού και νεωτερικότητας. Χαρακτηριστική είναι η επίκληση της αιδούς με την αρχαιοελληνική σημασία της, «ως δισύλλαβης περιγραφής εκείνης της φρίκης που προκαλείται όταν το αρχέγονο σπάζει τα στρώματα του πολιτισμού μας, στην επιφάνεια του οποίου εξακολουθεί να δρα μόνο μέσα από μετριασμένους υπαινιγμούς και παραβολές». Οι συμπατριώτες του οφείλουν να μάθουν, οι σύγχρονοι να γνωρίζουν. Και ο Ιωσήφ ως ποδηγέτης, μαζί μέγας ερμηνευτής και σύγχρονος πλοηγός οφείλει να καταδείξει την ενότητα μέσα από την ετερότητα των πόλων – αυτός που βρέθηκε στα ουράνια από τα βάθη του πηγαδιού και από τη δουλεία στο απόγειο της εξουσίας. «Έτσι κι η ενότητα των δύο πόλων, του επίγειου και του ουράνιου, η παρουσία της σφαίρας που περιστρέφεται, η αμοιβαία υποκατάσταση του πάνω και του κάτω, έτσι ώστε το ένα να μετατρέπεται στο άλλο, οι θεοί να γίνονται άνθρωποι και οι άνθρωποι θεοί, ήταν και για τον Ιωσήφ κύρια βεβαιότητα της ζωής του». Η αρμονία αναδεικνύεται ως αμφιβολία και η ερμηνεία ως το απόγειο του υποκειμενισμού. Μέτρο των πραγμάτων ο άνθρωπος, όπως και να 'χει.