ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΙΡΑΝ

Ο πατέρας μου, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος

Ο πατέρας μου, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος Facebook Twitter
2

Από τις εκδόσεις Κέδρος, κυκλοφόρησε συλλογή του Γιάννη Ρίτσου «Υπερώον». Τα ποιήματα γράφτηκαν την άνοιξη του 1985. Είναι μια από τις πενήντα ανέκδοτες συλλογές που άφησε πίσω του πεθαίνοντας ο Γιάννης Ρίτσος.Η ποιητική συλλογή Υπερώον γράφτηκε στην Αθήνα, απ' την 1 του Μάρτη ως τις 21 του ίδιου μήνα. Η Β' γραφή των ποιημάτων έγινε πάλι στην Αθήνα, απ' τις 6-29 του Απρίλη και στον Κάλαμο απ' τις 30 του Απρίλη ως την 1 του Μάη 1985. Η ανάγνωσή αυτών των κρυπτικών, εξομολογητικών, χαμηλόφωνων και με εξομολογητική διάθεση ποιημάτων, οδηγεί τον αναγνώστη στην απόλαυση.

«Ο Ρίτσος έγραφε νυχθημερόν», λέει η κόρη του, Έρη Ρίτσου. «Το αποτέλεσμα ήταν ότι μέσα σε μια χρονιά μπορούσε να έχει οριστικά τελειώσει τέσσερις ή πέντε ποιητικές συλλογές, οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να εκδοθούν. Γιατί ούτε εκδοτικός οίκος να υποστηρίξει κάτι τέτοιο υπήρχε, ούτε το αναγνωστικό κοινό ήταν εύκαιρο και διατεθειμένο να διαβάσει έναν ποιητή μέσα σε μια χρονιά. Κάθε φορά που τέλειωνε μια ποιητική συλλογή την καθαρόγραφε με τον ωραίο γραφικό του χαρακτήρα, με τα διακοσμητικά και την έβαζε στην άκρη. Μέσα στο χρόνο μπορούσε να βγάλει μια ή δυο ποιητικές συλλογές, ανάλογα με τη διάθεσή του και τι έκρινε τι ήταν πρόσφορο να βγει».

Ο πατέρας μου, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος Facebook Twitter
Υπάρχουν 8.000 σελίδες ποίησης του Ρίτσου, παρόλες τις καταστροφές του αρχείου του...

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΡΗ ΡΙΤΣΟΥ

Τι άφησε πίσω του ο πατέρας σας; Σας ρωτώ επειδή το αρχείο του καταστράφηκε δυο φορές.

Υπάρχουν 8.000 σελίδες ποίησης του Ρίτσου, παρόλες τις καταστροφές του αρχείου του. Έγιναν δυο μεγάλες, η μία μετά τα Δεκεμβριανά, -και ήταν ένα μεγάλο πλήγμα επειδή εκτός από τα ποιήματα καταστράφηκε και ένα μεγάλο μυθιστόρημα χιλίων και σελίδων και όλη η αλληλογραφία του με τον Παλαμά, τον Σικελιανό, την Πολυδούρη και ενθυμήματα της οικογένειάς του. Η δεύτερη καταστροφή του αρχείου του έγινε από τον ίδιο, την περίοδο της δικτατορίας, όταν βρισκόταν σε κατ' οίκον περιορισμό στη Σάμο, με γνωμάτευση ότι έχει έξι μήνες ζωή μπροστά του, θεωρούσε ότι δεν είχε χρόνο να τα επεξεργαστεί και δεν ήθελε να αφήσει ημιτελή και έσκισε άπειρες σελίδες.

H ποιητική συλλογή το Υπερώον, είναι γραμμένη το Μάρτιο του 1985. Ήταν μια εποχή τότε που άρχισε να φαίνεται όλη η ηθική κατάπτωση που βιώναμε στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα της εποχής εκείνης.

Γιατί αποφασίσατε να εκδώσετε το Υπερώον;

Επειδή έχουν περάσει είκοσι και χρόνια από το θάνατό του, διαβάζοντας κάποια που έχουν μείνει, στάθηκα σε αυτή τη συλλογή, το Υπερώον, γραμμένη το Μάρτιο του 1985. Ήταν μια εποχή τότε που άρχισε να φαίνεται όλη η ηθική κατάπτωση που βιώναμε στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα της εποχής εκείνης. Είχαν προηγηθεί τα κουτιά πάμπερς του Κοσκωτά, είχαν αρχίσει να βγαίνουνε στην επιφάνεια διάφορα φοβερά και τρομερά, ήταν η εποχή της εκλογής Σαρτζετάκη με τα γαλάζια ψηφοδέλτια και όλα αυτά. Διαβάζοντάς το, είχα την αίσθηση ότι υπάρχει πάρα πολύ μεγάλη συνάφεια με τη δική μας εποχή, τη σημερινή, που υπάρχει μεν η οικονομική κρίση, αλλά παράλληλα υπάρχει μια κρίση ηθική και αξιών. Αισθάνθηκα ότι η κρίση εκείνη, ήταν η γενεσιουργός αιτία της κρίσης της σημερινής. Θεώρησα λοιπόν ότι έχουν μια επικαιρότητα αυτά τα ποιήματα, παρόλο που στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ρίτσος γινόταν όλο και πιο αυτοβιογραφικός. Χωρίς ποτέ να αφήνει στην άκρη τις κοινωνικές διαστάσεις. Στο υπερώον υπάρχουν καίριες νύξεις σχετικά με το τι συμβαίνει τριγύρω.

Ο πατέρας σας, όπως λένε, έκανε τρεις και τέσσερις γραφές σε κάθε έργο του.

Ναι μεν ήταν πολυγραφότατος, αλλά ήτανε και τελειομανής. Πραγματικά, κάθε συλλογή του έχει τρεις και τέσσερις γραφές, πολλές φορές και περισσότερο. Πάντα το επεξεργαζόταν σχολαστικά. Ο ίδιος, έλεγε ως συμβουλή σε νέους ποιητές «γράψτε είκοσι σελίδες, σκίστε τις δεκαοκτώ, κρατήστε δύο». Επίσης ασχολιόταν με την επιμέλεια και την αισθητική. Ο τίτλος «Υπερώον» έχει φωτογραφηθεί όπως το είχε κάνει με τον δικό του γραφικό χαρακτήρα και στην έκδοση αυτή.

Ο πατέρας μου, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος Facebook Twitter
Μέχρι που να φύγω από την Ελλάδα ήξερα ότι ο μπαμπάς γράφει ποιήματα. Όταν ήμουνα μικρή ψιλοντρεπόμουν κιόλας. Δεν είναι δουλειά το να είσαι ποιητής. Δεν ήταν μαραγκός, εργάτης. Δηλαδή η μαμά σου σας θρέφει, έλεγαν...

Τι είναι αυτό που θυμάστε περισσότερο από τον πατέρα σας;

Τι θυμάμαι από τον μπαμπά; Η πιο έντονη ανάμνηση όταν ήμουν παιδί ήταν να έρχεται ο μπαμπάς από την Αθήνα στη Σάμο για διακοπές. Χριστούγεννα Πάσχα, καλοκαίρι. Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι ήταν η βαλίτσα του μπαμπά. Γιατί έφερνε από την Αθήνα πράγματα που δεν υπήρχαν. Περίμενα να δω το φορεματάκι μου έφερε ο μπαμπάς. Συνήθως οι πιο πολλές εικόνες που έχω είναι από θάλασσα. Επειδή τη λάτρευε τη θάλασσα, Μονεμβασίτης ών, γεννημένος μέσα στη θάλασσα, περνούσε πάρα πολλές ώρες στην παραλία πάντα με το μπλοκάκι του και πάντα γράφοντας. Του άρεσε πάρα πολύ το κολύμπι και θυμάμαι κάτι απίστευτες φουρτούνες στο Καρλόβασι, να βουτάει μέσα στα κύματα και να παλεύει, αλλά τον θαύμαζα και φοβερά πως τα κατάφερνε και προσπαθούσα και εγώ να τον μιμηθώ. Και το έκανα μέχρι προσφάτως. Άλλες εικόνες που έχω από τα πολύ μικρά μου χρόνια είναι ότι μας μάθαινε να χορεύουμε. Στην Αθήνα κυκλοφορούσαν όλοι οι καινούργιοι χοροί και όταν ερχότανε στη Σάμο μας έβαζε στη σειρά για να μας μάθει όλους τους τελευταίους χορούς, τσάρλεστον, τσα-τσα, μέχρι χάλι – γκάλι, μάντισον και μπόσα νόβα. Καθόταν και μου ζωγράφισε τα ζώα στο τετράδιό μου, το ελάφι, το λύκο και αργότερα θυμάμαι ότι στο δωμάτιό του παίρναμε όλα τα έπιπλα στην άκρη και βάζαμε τα χαρτιά της ζωγραφικής, ρίχναμε το μελάνι και άπλωνε και περιμέναμε να δούμε το σχέδιο. Και μετά έξυνε με ένα ξυραφάκι για να κάνει το σχέδιο.

Είχε χρόνο για άλλα πράγματα εκτός από τη γραφή;

Ναι. Παρόλο που έγραφε συνεχώς, διάβαζε πολύ ήταν ενημερωμένος για τα πάντα. Τον θεωρούσα ζωντανή εγκυκλοπαίδεια. Ήξερε τα πάντα. Κάναμε βόλτες στην παραλία και μου μιλούσε για τον υπαρξισμό, την ψυχολογία, τη ζωγραφική, ότι απορία είχα.

Και μια τελευταία ανάμνηση;

Τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά την μεταπολίτευση όταν το έργο του έγινε γνωστό στο πλατύ κοινό ο κόσμος άρχισε να τον αντιμετωπίζει σαν σταρ και θυμάμαι ότι σε κάποιες τέτοιες εκδηλώσεις που ο κόσμος τον χειροκροτούσε, αισθανόμουν περίεργα. Θυμάμαι τον παρακολουθούσα πάντα από μακριά και μου έκανε εντύπωση πόσο χαρά αντανακλούσε το πρόσωπό του. Γιατί ήταν ένας άνθρωπος που είχε υποφέρει πάρα πολύ στη ζωή του, είχε στερηθεί, είχε μείνει ορφανός από πολύ μικρό παιδάκι, η οικογένεια κατέρρευσε οικονομικά, είχε ζήσει απίστευτες φτώχειες, δυστυχίες, αρρώστιες, διώξεις, εξορίες φυλακίσεις.

Πιστεύετε ότι και το έργο του δίχαζε, δεν είχε αποδοχή καθολική;

Σε ότι αφορά το έργο του, οι μεν τον αγνοούσαν σχεδόν έκαναν σαν να μην υπάρχει, οι δε τον λοιδωρούσαν και έλεγαν «σιγά μην είναι ποίηση αυτή είναι συνθηματολογία» και φαινόταν ότι όλη αυτή η στέρηση τόσων χρόνων παρόλο που τον ίδιο δεν τον είχε επηρεάσει και ι ίδιος είχε πλήρη συνείδηση της σοβαρότητας της δουλειάς που κάνει. Φαίνεται πως αυτό σου αφήνει κάποια πικρία. 'Οσο και σίγουρος να είσαι, θέλεις να σου πει κάποιος και μπράβο. Και θυμάμαι τα τελευταία χρόνια ακτινοβολούσε χαρά το πρόσωπό του. Αυτή είναι η εικόνα που έχω. Νομίζω δοξάστηκε τελικά και αγαπήθηκε από τον κόσμο όσο κανένας άλλος ποιητής.

Τι σημαίνει να είσαι κόρη ποιητή;

Μέχρι που να φύγω από την Ελλάδα ήξερα ότι ο μπαμπάς γράφει ποιήματα. Όταν ήμουνα μικρή ψιλοντρεπόμουν κιόλας. Δεν είναι δουλειά το να είσαι ποιητής. Δεν ήταν μαραγκός, εργάτης. Δηλαδή η μαμά σου σας θρέφει, έλεγαν. Ουσιαστικά, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι είναι πέρα από το μέσο όρο, όταν πήγα στη Γαλλία και εκεί άρχισα να σκέφτομαι ότι δεν είναι συνηθισμένη περίπτωση. Αλλά όταν ζεις σε μια οικογένεια το θεωρείς εντελώς φυσιολογικό. Επίσης, όταν ήμουν μικρή δε θεωρούσα γοητευτικό το γράψιμο, προτιμούσα να γίνει ζωγράφος και μου είχε πει αυτό το πολύ γνωστό ότι «η ζωή αποφάσισε γιαυτόν». Ηταν ένας γλυκός και τρυφερός άνθρωπος. Είχε ένα σανιδάκι, το είχε και μαζί του στην εξορία. και όταν έγραφε το έβαζε στα πόδια του και καθόταν στο καθιστικό. Μόνο στη Σάμο τον θυμάμαι να κάθεται στο γραφείο του.

Ο πατέρας μου, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος Facebook Twitter
Φαλίτσα, Έρη και Γιάννης Ρίτσος
Ο πατέρας μου, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος Facebook Twitter
Ανέκδοτη φωτογραφία από το αρχείο της Έρης Ρίτσου
Ο πατέρας μου, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος Facebook Twitter
Ανέκδοτη φωτογραφία από το αρχείο της Έρης Ρίτσου

ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΕΡΩΟΝ

 

ΜΥΣΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

Ιδιοκτήτες της νύχτας –
άστεγα άστρα,
δυο δίφραγκα στην τσέπη μας,
το σφύριγμα του τραίνου κάτω απ' το πουκάμισό μας
κατάσαρκα.
Μοναχική ευτυχία,
κι ένα ποτήρι νερό
λάμποντας
μέσα στο κλειδωμένο σπίτι.

Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85

ΔΕΙΛΙ

Λιπόσαρκο δείλι. Ωστόσο
καλά χρωματισμένο.
Ωχρές και ρόδινες ανταύγειες
στις προσόψεις των σπιτιών.
Όταν θα φύγεις
μη μου πάρεις στη βαλίτσα σου
αυτά τα χρώματα τουλάχιστον.
Αλλιώς
πως θα περιμένω;

Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85

ΣΤΟ ΥΠΕΡΩΟΝ

Μετά την παράσταση
έμεινε κρυφά στο υπερώον
στα σκοτεινά.
Η αυλαία ολάνοιχτη.
Εργάτες της σκηνής,
φροντιστές, ηλεκτρολόγοι
ξεστήνουνε τα σκηνικά,
μετέφεραν στο υπόγειο
ένα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι,
σβήσαν τα φώτα,
έφυγαν,
κλείδωσαν τις πόρτες.
Σειρά σου τώρα,
χωρίς φώτα,χωρίς σκηνικά και θεατές,
να παίξεις εαυτόν.

Αθήνα, 4.ΙΙΙ.85

ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ

Η σόμπα σκούριασε.
Τα μπουριά ξεφλουδάνε.
Οι τοίχοι ραγίζουν.
Στο κάδρο
ένα δέντρο ολομόναχο
πράσινο ακόμη.
Πούλησες και το ρολογάκι του χεριού σου.
Νοθέψανε και τον καφέ.
Ένα τσιγάρο ξεχασμένο
καπνίζει στο σταχτοδοχείο. Λοιπόν,
τόσο μεγάλο κενό,
τόση στέρηση,
η ελευθερία;

Αθήνα, 9.ΙΙΙ.85

ΚΡΙΣΗ

Καιρός ναυτίας, - έλεγε -
δηλώσεις, τυμπανοκρουσίες, μετέωρα επίθετα,
νύχτες βαθιές, ξαγρυπνισμένες
μπροστά σ' έναν τεράστιον ουρανό, απόρθητον
από έλλειψη ενδιαφέροντος.
Έχω – είπε -
ένα χρυσό μαχαίρι. Δεν ξέρω
σε ποιον να το χαρίσω,
δεν ξέρω που να το καρφώσω.
Τ' άφησε στο τραπέζι.
Ύστερα, αφηρημένος, άρχισε να κόβει
τα φύλλα ενός βιβλίου, ακούγοντας έξω
τα βήματα των δυο πλανόδιων μουσικών.

Αθήνα, 18.ΙΙΙ.85

Βιβλίο
2

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΙΡΑΝ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

90’ με τη συντακτική ομάδα της «βλάβης»

Βιβλίο / Αυτή η παρέα φτιάχνει τη «βλάβη», το πιο φρέσκο έντυπο για το βιβλίο

Είναι millennials, πιστεύουν ακόμα στην αξία του τυπωμένου χαρτιού, δεν δέχονται διαφημίσεις, ξέρουν πολύ καλά το βιβλίο, δεν αναρτούν τίποτα στο internet γιατί θέλουν να σε δουν να ξεφυλλίζεις το περιοδικό τους. Και πολύ καλά κάνουν γιατί η «βλάβη» τους είναι ένας νέος τρόπος να μιλάς για το βιβλίο και για τον πολιτισμό.
M. HULOT
«Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Το πίσω ράφι / «Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Η Μαρία Μπέικου αφηγείται με τρόπο λιτό τη ζωή της στο «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ», τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα χρόνια της στην ΕΣΣΔ και τη σχέση της με μεγάλους Ρώσους καλλιτέχνες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ

σχόλια

2 σχόλια
Θυμάμαι, ήμουν μικρός με τους γονείς μου σε διακοπές, ένα καλοκαιρινό πρωινό τη δεκαετία τού ογδόντα σε μία πλατεία τού Αργοστολίου στην Κεφαλονιά όταν είδαμε μπροστά μας τον ποιητή με τη γυναίκα του και την κόρη του και τον χαιρετήσαμε αυθόρμητα σα να ήταν ένας πολύ κοντινός μας άνθρωπος. Ο πατέρας μου βέβαια τον θυμότανε από την εξορία, αλλά από σεμνότητα, αφού δεν ήταν μόνος του, δεν τού μίλησε για αυτά. Μετά μας είπε τις αναμνήσεις του. Ο Ρίτσος είχε πολύ εύθραυστη υγεία και οι συγκρατούμενοι για να τον προστατεύσουν είχαν αποφασίσει να μην τον αφήνουν να συμμετέχει στις αγγαρείες και τις χειρωνακτικές δουλειές. Ο ίδιος όμως δεν μπορούσε να το δεχθεί αυτό. Έτσι ήταν πάντα πρώτος σε κάθε δουλειά και η συμμετοχή τού έδινε ιδιαίτερη χαρά. Συγκεκριμένα ο πατέρας μου ανέφερε το κόψιμο των ξύλων σε ένα μέρος που λέγονταν Καψάλα σε κάποιο από τα νησιά τής εξορίας (νομίζω Ικαρία).