ΚΤΙΡΙΑΚΟ ΘΕΜΕΛΙΟ #21:

ΣΤΕΡΕΟ ΝΟΒΑ

  

 

 

Αναδημοσιεύεται από τον κτίρια τη νύχτα με την άδειά του

 

 

Αν κρίνω απ' όσα λένε για τις μουσικές μου, οι Στέρεο Νόβα μάλλον είναι για τους περισσότερους το πιο προφανές "κτιριακό θεμέλιο". Κάποιοι θα πουν ότι ίσως οφείλεται στο ότι έζησα πολύ κοντά με τους ΣΝ, όσο αυτοί ήταν ενεργοί. Μεγάλωσα στον Κολωνό, μια περιοχή κοντά στο κέντρο της Αθήνας, τις πρώτες μου βόλτες τις έκανα στην Ακαδημία Πλάτωνος, στο Μεταξουργείο και στο Θησείο, οι γονείς μου διασκέδαζαν σε ένα υπόγειο μαγαζί στην πλατεία Κουμουνδούρου, με πήγαιναν συχνά για λουκουμάδες στου Κτιστάκη -ένα στενόμακρο κατάστημα στην Αγ. Κωνσταντίνου, θυμάμαι ξημερώματα μες στην Κεντρική Αγορά, τις απογευματινές μυρωδιές απ' τα μπαχαράδικα της Ευριπίδου, το λεωφορείο 047 που έκανε τέρμα στην Μενάνδρου, τα κρεμασμένα παιχνίδια στη Ζήνωνος, τις βυσσινάδες με κέρμα κάτω από την Ομόνοια, τα κτίρια στα οποία είχαν εργαστεί οι δικοί μου (από εργοστάσια κι αποθήκες μέχρι αχανή γραφεία), τα σπίτια με φωταγωγό, την κίνηση απ’ τον Κηφισό που με νανούριζε τα βράδια, τα τρόλεϊ και τους κινηματογράφους της Λένορμαν, το Καπνεργοστάσιο, τις συχνές νυχτερινές διαδρομές διασχίζοντας τους σιδηροδρομικούς σταθμούς Λαρίσης και Πελοποννήσου, ένα διανυκτερεύον καφενείο στην πλατεία Αττικής που ξημερώναμε έφηβοι. Δεν ήταν όμως ακριβώς αυτό.

 

Χρειάστηκε να ακούσω τις λέξεις του ΚΒ στην εφηβεία μου για να ευθυγραμμιστώ με αυτές τις καθημερινές αστικές εικόνες, που ως τότε προσπερνούσα ως κάτι απολύτως φυσικό και δεδομένο. Ήταν οι εικόνες ενός κέντρου από χρόνια εγκαταλελειμμένου απ' όλους, μιας πόλης που ασχήμαινε μέρα με τη μέρα, κόντρα σε ό,τι είχαμε δει να προβάλλεται ως "ωραίο", παραστάσεις που είτε δεν τους δίνεις σημασία είτε θες να "δεις" πίσω από αυτές για να ανακαλύψεις έναν άλλο αθέατο κόσμο που εικάζεις ότι θα είναι καλύτερος από αυτόν.


Ήδη ένιωθα ότι περπατώντας σε κάποια δρομάκια με έπιανε πάντα ένα σφίξιμο, μάλλον λόγω κάποιας ιστορίας που έζησα εκεί ή σε κάποια άλλα μέρη ήμουν ευδιάθετος χωρίς να υπάρχει "εμφανής" λόγος, αλλά ήταν τα κείμενα του ΚΒ που μου έδειξαν ότι αυτές οι εικόνες κρατάνε πια τα κλειδιά που ξεκλειδώνουν τις μνήμες και τις σκέψεις που κουβαλάμε. Είναι οι δρόμοι και τα κτίρια που φυλάνε τις ιστορίες που ζούμε. Ένας κοινόχρηστος καμβάς ορατός σε όλους, αλλά με παραστάσεις που φανερώνονται ξεχωριστά στον καθένα, με προσωπικό μυστικό κωδικό.

 

Και κάπως έτσι αποδέχτηκα ότι καλώς ή κακώς αυτό είναι το φυσικό μου περιβάλλον κι ότι δεν έχει νόημα να προσπαθώ να το παρουσιάσω ωραιοποιημένο ούτε να το κρύψω, αλλά και -κυρίως- ούτε να το περιφέρω αυτάρεσκα ως κάτι εξαντρίκ που έχει μια σκοτεινή γοητεία. Και μέσα σε αυτό το τοπίο, να τοποθετήσω τον εαυτό μου, τους γύρω μου και τα όνειρά μου, παλεύοντας να ζήσω κάπως καλύτερα.

 

Το σημερινό κτιριακό θεμέλιο θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε τραγούδι τους, αλλά "θα θυμάμαι πάντα" εκείνο το ξημέρωμα σε ένα σπίτι στο Περιστέρι, όπου μετά από μια νύχτα καταστροφής, με όλους να κοιμούνται χωρισμένοι στα δωμάτια σε λιγότερο ή περισσότερο περιστασιακούς συνδυασμούς ζευγαριών, τριγύρω σε συσκευασίες τα απομεινάρια των προηγούμενων ωρών, όλα με άλλο φως, λιγότερο τεχνητό, λιγότερο ερωτικό. Μια φίλη με νωχελικές κινήσεις πατάει το play του κασετοφώνου κι εγώ ακούω την Μοτοκούζι για πρώτη φορά στη ζωή μου. Δεν προλαβαίνω όλους τους στίχους, αλλά νιώθω ότι οι ΣΝ με κάθε λέξη και κάθε μελωδία (αχ εκείνη η γραμμή στο synth στο 02:25) αποτυπώνουν όλες τις αποχρώσεις αυτής της στιγμής, όπως ο Hopper το φως των δωματίων.

 

Βρίσκομαι ακόμα σε εκείνο το σπίτι που είναι πια ένα ξεχασμένο σημείο στον χάρτη της Αθήνας, είμαι 19 και σκέφτομαι ότι αξίζει να ζω για να συναντήσω κάποτε ένα κορίτσι που να θέλω να του πω:

 

"Αν κλέβαμε το Volvo απ' την άλλη άκρη του δρόμου,
θα έφευγες μαζί μου μέχρι το τέλος του κόσμου;"