O φωτογράφος Bruce Gilden έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην αναζήτηση μιας άλλης αισθητικής. Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 60 όταν ο γεννημένος στο Μπρούκλιν, Gilden έστρεψε την προσοχή του στους πιο εκκεντρικούς λουόμενους και τουρίστες της παραλίας. Το αποτέλεσμα ήταν μια φρέσκια ματιά στην κουλτούρα της παραλίας και από αυτό το έργο του αναγνωρίστηκε ως ένας από τους καλύτερους φωτογράφους του δρόμου.

 

Μέλος του Magnum από το 1998, ο Gilden μόλις κυκλοφόρησε ένα βιβλίο που λέγεται Face και περιέχει μια σειρά από κοντινά πορτρέτα – από μια ηλικιωμένη γυναίκα στην Αγγλία που φοράει μπικουτί μέχρι έναν έφηβο από την Aϊοβα με το πρόσωπο του γεμάτο με ακμή. Οι εικόνες  λένε μια ολόκληρη ιστορία και δεν περιγράφουν μόνο μια φευγαλέα στιγμή. Ο δημιουργός μιλάει sto Dazed and Confused για μια συγκεκριμένη αγαπημένη του εικόνα που τράβηξε καθώς ετοίμαζε το βιβλίο.

 

«Δυσκολεύομαι λίγο να δείξω αυτήν την φωτογραφία που αγαπάω πολύ. Νομίζω είναι κάτι που θα ενοχλήσει κάποιους ανθρώπους αλλά για μένα αυτό την κάνει πιο μοναδική επειδή θεωρώ ότι υπάρχει ομορφιά παντού. Η Leonilda ζούσε σε ένα βοηθητικό κέντρο στο Μαϊάμι και είναι το πιο γλυκό και καλό άτομο που έχεις συναντήσει ποτέ σου. Κάθε πρωί που πήγαινα εκεί μου ζητούσε να της αγοράσω μια Sprite ή  κάτι γλυκό. Της έλεγα ότι θα το έκανα αλλά αφού μου το ζήτησε και δεύτερη φορά της είπα:"Άκου Leonilda, πρέπει να μου πεις τι θέλεις, μπορώ να σου αγοράσω μόνο ένα από τα δύο".

 

 

 

Έτσι της αγόρασα αυτό που ήθελε και ήταν ευτυχισμένη – ήπιε την Sprite μετά το πρωινό της. Αγαπούσε την μουσική και τραγουδούσε πάντοτε. Την ρώτησα μια μέρα αν έχει πάει ποτέ σε μια συναυλία και μου απάντησε αρνητικά. Αισθάνθηκα τόσο άσχημα που αν ξαναγυρίσω ποτέ και έχω χρόνο θα την πάω σε μια συναυλία. Και αυτό θα είναι κάτι, να πάμε μαζί σε μια συναυλία. Την είδα έτσι και τράβηξα την φωτογραφία. Δεν της ζήτησα να κάνει κάτι. Έχω μια σειρά από φωτογραφίες της – 4-5 είναι αρκετά καλές – και αν είχα την ευκαιρία, θα ήθελα να κάνω ένα βιβλίο με την Leonilda αλλά δεν ξέρω αν είναι ακόμη εκεί επειδή έχω να πάω εδώ και 2 χρόνια. Τα σχήματα είναι καταπληκτικά και το χρώμα πάνω της είναι υπέροχο – αλλά ορισμένοι θα έχουν πρόβλημα με την φωτογραφία. Την δείχνω κάθε φορά που κάνω μια διάλεξη απλά δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να την χρησιμοποιήσω.

 

Ο κόσμος ταυτίζεται με αυτούς που βρίσκονται κοντά του, δεν είναι όλοι περίεργοι να βγουν προς τα έξω στον κόσμο και να δουν ανθρώπους που είναι λίγο ξεχωριστοί. Για μένα ήταν εύκολοι επειδή οι γονείς μου ήταν έτσι. Συνήθιζα να λέω ότι θα μου άρεσε να κοιμηθώ σε αυτό το μέρος το βράδυ επειδή αισθάνομαι άνετα εκεί. Οι άνθρωποι είναι αληθινοί, αυτό που νοιώθουν είναι αυτό που λένε. Μου αρέσουν οι άνθρωποι με τους οποίους έκανα φιλίες εκεί και ήταν ευλογία που τους γνώρισα. Φυσικά, δεν είναι όλοι καλοί και καλοπροαίρετοι αλλά δεν διαφέρει από την κανονική κοινωνία. Δεν ισχυρίζομαι ότι είμαι ανθρωπιστής και το κάνω αυτό επειδή το κάνω καλά. Πιστεύω ότι όποιος έχει μια κάμερα και λέει ότι είναι ανθρωπιστής, ίσως πρέπει να την παρατήσει και να βοηθήσει τον κόσμο άμεσα.

 

Όταν τραβάω φωτογραφίες, φωτογραφίζω τον εαυτό, δεν με νοιάζει τι σκέφτεται ο καθένας. Δεν σκέφτομαι αν θα τους φανεί σκληρό. Κάποιος μπορεί να είναι 200 κιλά και να μην τον φωτογραφίσω, κάποιος μπορεί να έχει τρύπες στο εσώρουχο του και να μην τον βγάλω φωτογραφία. Ο κόσμος που έχει πρόβλημα με αυτού του είδους τις εικόνες πρέπει να ψάξει βαθιά στην ψυχή του επειδή διάφοροι άνθρωποι βρίσκουν την ομορφιά σε διαφορετικά μέρη και αυτό είναι που με κάνει έναν καλλιτέχνη ή ένα φωτογράφο. Βλέπω πράγματα που ένα κανονικό άτομο δεν θέλει να κοιτάξει ή δεν θέλει να δει. Μπορεί να έχεις ένα ζωγράφο ή ένα φωτογράφο που φωτογραφίζει τοίχους και ποιος νοιάζεται για τους τοίχους γενικά; Αλλά ίσως αυτοί οι τοίχοι κάνουν τις πιο όμορφες φωτογραφίες. Το ίδιο ισχύει και εδώ. Είναι μια σκληρή εικόνα, ξέρεις. Θα την κρεμάσω στον τοίχο μου επειδή έχει μια φοβερή ιστορία – και μου αρέσουν οι ιστορίες».