Οι Ciccada, ως ηχητικός κόσμος, έρχονται από πολύ παλιά, από το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, όταν οι μεγάλες μπάντες του πρώιμου progressive έδιναν τη σκυτάλη στις τότε νεότερες, στους Fruupp, τους Gryphon και τους Greenslade ας πούμε.
Οι Ciccada, ως ηχητικός κόσμος, έρχονται από πολύ παλιά, από το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, όταν οι μεγάλες μπάντες του πρώιμου progressive έδιναν τη σκυτάλη στις τότε νεότερες, στους Fruupp, τους Gryphon και τους Greenslade ας πούμε.

 

Το δεύτερο άλμπουμ των Ciccada έχει τίτλο “The Finest of Miracles” και κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό σε CD από το ιταλικό prog label Fading (τυπώθηκαν και βινύλια από την Missing Vinyl). Το συγκρότημα το θυμόμαστε από το προηγούμενο CD/LP του “A Child in the Mirror” (2011) και βεβαίως από τις λίγες, αλλά πολύ επιλεγμένες live παρουσίες του, που καταγράφηκαν (και αυτές) μεταξύ των «γεγονότων» του ελληνικού prog rock.

 

Mε τη γνωστή από παλιά τριπλέτα, δηλαδή την Ευαγγελία Κοζώνη τραγούδι, τον Νικόλα Νικολόπουλο φλάουτο, τενόρο σαξόφωνο, recorders, όργανο, μέλοτρον, synth, πιάνο, ηλεκτρικό πιάνο, glockenspiel και τον Γιώργο Μούχο κιθάρες, φωνητικά, συν τον ντράμερ-περκασιονίστα Γιάννη Ηλιάκη να συμπληρώνει ως βασικό μέλος το κουαρτέτο, συν μια ομάδα guests σε βιολί, μπάσο, πιάνο, τσέλο, κλαρινέτο, μπάσο κλαρινέτο (ανάμεσά τους και ο μπασίστας των φημισμένων Σουηδών Änglagård Johan Brand), συν το Suono Brass Quintet (δύο τρομπέτες, τρομπόνι, γαλλικό κόρνο, τούμπα), οι Ciccada είναι φανερό πως διαθέτουν πια όλα τα ενορχηστρωτικά μέσα προκειμένου να παρουσιάσουν τις συνθέσεις τους όπως ακριβώς εκείνοι τις φαντάζονται και τις σχεδιάζουν, αδιαφορώντας για το… κόστος.

 

Και δεν εννοώ το οικονομικό σώνει και καλά, αλλά το αισθητικό. Το να είσαι όσο complex, απαιτητικός και… αργός χρειάζεται, σε μιαν εποχή όπου τα κοντέρ είναι στο κόκκινο και η ευκολία… θεός. Η βιασύνη και η προχειρότητα δεν είναι η αντίληψη του prog rock…

 

Οι συνθέσεις των Ciccada, είτε 7λεπτες και 8λεπτες, είτε πιο σύντομες στο χρόνο, διαμορφώνονται με την ίδια κατά βάση complex progressive λογική. Κομμάτια, που δεν κρύβουν τις «κλασικές» ή μπαρόκ αναφορές τους, στηριγμένα συχνά σε διάφωνες συγχορδίες, με συνεχείς αλλαγές ρυθμού και τέμπο και με αρμονική ολοκλήρωση, που θα μπορούσε να αφορά σε chamber music.

 

Οι Ciccada, ως ηχητικός κόσμος, έρχονται από πολύ παλιά, από το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, όταν οι μεγάλες μπάντες του πρώιμου progressive έδιναν τη σκυτάλη στις τότε νεότερες, στους Fruupp, τους Gryphon και τους Greenslade ας πούμε. Βεβαίως υπήρχαν πάντα οι Yes, οι Curved Air και οι Strawbs, όμως το «νέο αίμα» ήταν εκείνο, που επέκτεινε τον κάπως… underground ήχο, σε πιο mellow και ρομαντικές καταστάσεις. Νομίζω πως οι Ciccada γουστάρουν πολύ αυτή την πρώτη-ύστερη prog περίοδο (1973-75) και τα διδάγματα εκείνης μεταφέρουν στο σήμερα – κάτι που οπωσδήποτε πρέπει να τονιστεί.

 

 

 

Οι συνθέσεις του γκρουπ (οι περισσότερες ανήκουν στο δίδυμο Μούχος-Νικολόπουλος) είτε είναι 6λεπτες, 7λεπτες και 8λεπτες, είτε πιο σύντομες (3λεπτες και 4λεπτες) διαμορφώνονται με την ίδια πολυδιάστατη λογική. Κομμάτια, που δεν κρύβουν τις «κλασικές» ή μπαρόκ αναφορές τους, αρθρωμένα (συχνά) μέσω ενός διάφωνου συγχορδιακού λόγου, με συνεχείς, αλλαγές (ρυθμικές, τέμπο) και με αρμονική ολοκλήρωση, που θα μπορούσε να αφορά σε chamber music. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο οι σολιστικές απόπειρες είναι απολύτως ελεγχόμενες και συνήθως μικρής ή και πολύ μικρής διάρκειας, αφού το άπαν κινείται μέσω της συνολικής και συγκροτημένης παρουσίας και όχι κάποιων αυθόρμητων και ανεξήγητων εκρήξεων.

 

Θέλω να πω πως το “The Finest of Miracles” απαιτεί το χρόνο του για να εμπεδωθεί, όπως το χρόνο τους απαιτούσαν τα άλμπουμ των Renaissance, των Spirogyra και των Refugee εκείνης της παλιάς εποχής. Βεβαίως υπάρχουν συνθέσεις, όπως η θαυμάσια 9λεπτη “Around the fire”, που μπορεί να γίνουν άμεσα αποδεκτές ακόμη και από ένα μετρίως εξασκημένο prog αυτί, και άλλες, όπως η 8λεπτη “Eternal” και η 6λεπτη εισαγωγική “A night ride”, που απαιτούν ακρόαση υπό συνθήκες. Υπάρχει βεβαίως και το πενταμερές “The finest of miracles”, που είναι από μόνο του… μισό άλμπουμ και που εμπεριέχει δύο tracks με ελληνικά λόγια («Όπως πέφτουν τα φύλλα», «Τραγούδι για ένα νησί»), την αξιέπαινη προσπάθεια, να το πούμε, των Ciccada να δημιουργήσουν «δικά μας» στιχουργικά πατήματα, που να συνάδουν με τους κανόνες του euro-prog.

 

Εκείνο που θέλω να τονίσω, πριν δώσω το λόγο σε δύο μέλη του γκρουπ, είναι πως οι Ciccada σ’ εξαναγκάζουν, με τον τρόπο τους, να επικεντρωθείς προς μιαν ακροαματική κατεύθυνση, που μπορεί να λειτουργήσει «σωστά» μόνον υπό όρους. Έχω αυτή την εντύπωση…

 

Καλό στερεοφωνικό, πρέπον volume, βαθύς καναπές, το booklet και το cover ανά χείρας, κανα ποτό παραδίπλα… Έως εκεί. Βυθίζεσαι, συγκεντρώνεσαι, ακούς κι απολαμβάνεις. Τούτα εφάρμοσα και δεν βγήκα χαμένος…

 

 

 

Από μια παλιότερη κουβέντα μας με τον συνθέτη και πολυοργανίστα των Ciccada Νικόλα Νικολόπουλο...

 

— Ο χώρος των Ciccada είναι το progressive rock και folk. Πώς καταστρώνονται οι συνθέσεις σας;

Η μουσική γράφεται βασικά από εμένα και τον Γιώργο Μούχο. Κάποια μέρη προκύπτουν από πρόβες με τα παιδιά, αλλά τις περισσότερες φορές φέρνουμε κομμάτια, έτοιμα, για να παιχτούν. Υπάρχουν βέβαια, πάντα, και οι δημιουργικές επεμβάσεις τού ενός στις συνθέσεις του άλλου. Επίσης υπάρχουν πολλά σόλι, σαν μέρη της μουσικής δομής, όχι όμως αυτοσχεδιασμοί, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου μειονέκτημα. Παίζουμε ροκ μουσική δωματίου!


— Τι ακριβώς βρίσκουν οι Ciccada σ’ αυτόν τον ήχο, που έχει 40+ χρόνια ιστορία και κυρίως πόσο μπορεί να ξεφύγει από τις παρακαταθήκες, ώστε να πάει παρακάτω;

Θα συμφωνήσω ότι ο ήχος μας παραπέμπει στον ήχο των progressive συγκροτημάτων των seventies. Όμως οι επιρροές έχουν φιλτραριστεί καλά, κι η μουσική που βγαίνει είναι αυθεντική και ειλικρινής. Είναι καρπός δουλειάς και μελέτης πολλών ετών, συνοψίζοντας τις εμπειρίες και τ’ ακούσματα καθενός από εμάς. Θεωρώ, μάλιστα, ότι είναι πολύ πιο σύγχρονη και συναρπαστική από πολλές «μοντέρνες» δημιουργίες του σήμερα.


— Πώς είναι η κατάσταση στο χώρο του progressive rock εδώ και στο εξωτερικό;

Έξω γίνονται πολλά και ωραία πράγματα. Το progressive rock διανύει περίοδο αναγέννησης τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν σκηνές σε διάφορες χώρες με αξιόλογα συγκροτήματα και ενημερωμένο κοινό, μικρά και μεγάλα φεστιβάλ, labels, περιοδικά και άλλα. Οι Ιταλοί ειδικά, το λέω επειδή εκεί βγαίνουν τα CD μας, έχουν τρομερή παράδοση και αγάπη στο είδος. Διαθέτουν δε ακόμα και σήμερα πολλούς αξιόλογους μουσικούς και σχήματα. Να αναφέρω ενδεικτικά τους Watch, DFA, Garamont, Yugen, Paolo Botta... Επίσης η AltrOck/Fading είναι μια ποιοτική και ανερχόμενη δισκογραφική εταιρεία που υποστηρίζει σθεναρά το ιταλικό και όχι μόνο progressive γίγνεσθαι.

Και στην Ελλάδα υπάρχει κάποιο κοινό, επειδή όμως συναυλιακά τα πράγματα είναι χαμηλά, όλοι ανατρέχουν στις ακροάσεις κατ’ οίκον, στο ένδοξο παρελθόν. Πάντως είναι ελάχιστοι οι μουσικοί που παίζουν με γνώση και αφοσίωση το στυλ, ενώ δεν υπάρχουν και πολλοί άνθρωποι που να ενδιαφέρονται για να την προωθήσουν. Εκείνο που θα ήθελα είναι να υπάρξουν, κάποια στιγμή, progressive φεστιβάλ και στη χώρα μας...

 

— Όταν ακούω τους Ciccada ανακαλώ στη μνήμη μου ιστορικά συγκροτήματα όπως τους Strawbs, τους Gryphon, τους Fruupp ή ακόμη και τους Yes. Να πούμε μερικούς αγαπημένους δίσκους εκείνης της σκηνής;

Τι να πρωτοδιαλέξει κανείς! Ας πω όμως τους Gryphon και το άλμπουμ τους “Midnight Mushrumps”, τους Strawbs και το “Grave New World”, τους Renaissance με το “Turn of the Cards”, τους Jethro Tull φυσικά με το “Thick as a Brick”, τους Gentle Giant με το “In a Glass House”, το “The Snow Goose” των Camel, το “Phantasmagoria” των Curved Air , το “À L'Olympia” του Alan Stivell… είναι τόσα πολλά…

 

Ciccada (από αριστερά): Ευαγγελία Κοζώνη, Γιάννης Ηλιάκης, Γιώργος Μούχος, Νικόλας Νικολόπουλος
Ciccada (από αριστερά): Ευαγγελία Κοζώνη, Γιάννης Ηλιάκης, Γιώργος Μούχος, Νικόλας Νικολόπουλος

 

Και ο ντράμερ Γιάννης Ηλιάκης…

 

— Να ξεκινήσουμε από τη συμμετοχή σου στους Ciccada, το λέω επειδή είσαι νεότερο μέλος…

Έμαθα τους Ciccada από ένα δικό σου άρθρο στο «Jazz & Τζαζ» όταν ακόμη είχαν το demo.

 

— Δεν το ήξερα! Είναι αλήθεια πως είχα γράψει για ένα demoτου γκρουπ το 2009, κάτι που συνέβαινε σπάνια στο περιοδικό. Ήταν τόσο καλό!

Στην συνέχεια ήρθα σ’ επαφή με τον Νίκο Νικολόπουλο επειδή μου άρεσε η μουσική τους, κυρίως, όμως, γιατί σε μια φωτό τον είδα να φοράει μια μπλούζα με το logo των Magma! Εγώ βεβαίως τρελαμένος με το συγκεκριμένο γκρουπ (και με το zeuhl γενικότερα) σε ταξίδι μου στο Παρίσι το 2005 προσπάθησα να συναντήσω/ να γνωρίσω τον Christian Vander (σ.σ. o θρυλικός ντράμερ των Magma), πράγμα που δεν ήταν δυνατό τελικά, κάνοντας πάντως ένα μάθημα με το πνευματικό παιδί του τον Simon Goubert. Πρότεινα λοιπόν του Νίκου να κάνουμε ένα project σε zeuhl/RIO/ avant prog κατεύθυνση. Έτσι, λοιπόν, κάνοντας αραιά πρόβες (έμενα στην Κρήτη τότε) μου πρότεινε σε κάποια φάση να παίξω μαζί τους. Κάπως έτσι μπήκα στους Ciccada και μάλιστα με τον Νίκο γράψαμε και το “The statement”, που μπήκε σε μια συλλογή της γαλλικής εταιρείας Musea σχετική με τον H.P. Lovecraft (σ.σ. το 3CD “The Stories of H.P. Lovecraft: A SyNphonic Collection” του 2012).

 

— Πώς βλέπεις το progressive rock στην Ελλάδα σήμερα;

Γενικά νομίζω πως δεν υπάρχει αυτό που λέμε «σκηνή» στο συγκεκριμένο ύφος, μιας και δεν υπάρχει το κοινό, ενώ και μια μπάντα δύσκολα θα γεμίσει ένα μεγάλο χώρο, ή θα γίνει ένας πραγματικός θόρυβος γύρω απ’ αυτήν. Είμαστε λίγο σ’ ένα κενό, θα έλεγα, ενός δυνατού εμπορικά και καλλιτεχνικά ονόματος, που να παρασύρει την κατάσταση και ν’ αναδείξει το τι μπορεί να προσφέρει ένα μοντέρνο prog γκρουπ στη μουσική σκηνή της χώρας. Το κοινό, όπως και μερικά μέσα, παραμένουν σ’ ένα κάπως underground επίπεδο. Μιλάμε πάντως για ένα μικρό αλλά φανατικό κοινό, όπως είναι όλοι αυτοί οι fans του prog rock. Από ’κει και πέρα υπάρχουν αρκετές μπάντες που τα τελευταία χρόνια δείχνουν επαγγελματισμό, κατάρτιση, αξιοπρεπέστατους δίσκους, δίνοντας φοβερά live.

Είδα π.χ. το live “A journey to prog” με τους Verbal Delirium, Mother Turtle και Poem, και μετά από λίγες μέρες το live του Νικήτα Κίσσονα με τους Methexis κι έπαθα σοκ. Μιλάμε για ΑΡΤΙΟΤΗΤΑ! Αλλά και αν το «ανοίξουμε»… λίγο π.χ. οι Borderline Syndrome ή οι Misuse, έχουν ενδιαφέροντα πράγματα να πουν.

Πολύ γενικά μιλώντας θα έλεγα πως το progressive στοιχείο στο ροκ είναι μια διάσταση δεδομένη. Το βρίσκω δηλαδή πολύ λογικό άνθρωποι που μεγαλώσαμε με το ροκ, να θέλουμε ν’ «ανοίξουμε» τον ήχο, να πειραματιστούμε, να ξεφύγουμε ίσως και από το ροκ, όντας πάντα ροκ! Το θέμα, τώρα, της επιστροφής στο παρελθόν και το να κοπιάρω π.χ. τους Yes ώστε να είμαι prog δεν μου λέει και πολλά. Το άλλο ενδιαφέρον ζήτημα είναι το πώς διαχέονται prog στοιχεία σε άλλες μουσικές. Μεγάλη συζήτηση κι αυτή...

 

— Σκοπεύετε να δώσετε κάποια live το επόμενο διάστημα;

Μετά την πολύ πετυχημένη συναυλία μας τον Μάη ετοιμαζόμαστε πυρετωδώς για το Σεπτέμβριο. Θέλουμε να έχουμε έτοιμο όλο το υλικό του άλμπουμ, συν μερικά ακόμη κομμάτια, όπως και κάποιες διασκευές. Στο τελευταίο live παίξαμε instrumental. Γενικά μας απασχολεί το θέμα της φωνής, όμως τίποτα δεν είναι βέβαιο ακόμη… Είναι ένα ζήτημα αυτό που θα πρέπει να το επιλύσουμε...