Ένοικος, Ι

 Τρανός, 97

Δεν είχες κανέναν λόγο να πας στον Ένοικο αν δεν ήσουν από κείνους που τους είχε παίξει η ζωή στα ζάρια τρεις και πέντε και δεκαεφτά φορές, και είχε χάσει και τις τρεις και τις πέντε και τις δεκαεφτά φορές.

 

Δεν είχες κανέναν λόγο να πας και να μεθύσεις στον Ένοικο αν δεν μπορούσες να πας και να μεθύσεις οπουδήποτε αλλού ιδίως in dürftiger Zeit.

 

Δεν είχες κανέναν λόγο να πας στον Ένοικο να καβγαδίσεις για τη σπουδαιότητα των χαϊκού εάν δεν ήσουν ψυχή τε και σώματι (ιδίως σώματι) προετοιμασμένος να παίξεις μπουνιές την επομένη καβγαδίζοντας για την σπουδαιότητα των χαϊκού και μάλιστα υποστηρίζοντας, μες στην μη-νηφάλιο μέθη σου, τις απολύτως αντίθετες απόψεις και strong opinions από εκείνες που με φωνή στεντόρεια (ό,τι πρέπει για χαϊκού!) υποστήριζες την προηγουμένη.

 

Δεν είχες απολύτως κανέναν λόγο να πας στον Ένοικο εάν δεν πήγαινες ήδη τριακόσιες συναπτές νύχτες και δεν ήσουν σίγουρος ότι θα εξακολουθήσεις να πηγαίνεις άλλες τριακόσιες αλλεπάλληλες νύκτες.

 

Δεν είχες κανέναν λόγο να πας στον Ένοικο εάν ήσουν απολύτως σίγουρος ότι έχεις δίκιο.

 

Δεν είχες λόγο κανέναν να πας στον Ένοικο, και να πηγαίνεις στον Ένοικο, εάν δεν ήσουν απολύτως σίγουρος ότι έχεις δίκιο – σε ορισμένα ζητήματα, τουλάχιστον, όπως π.χ. ότι η σάρκα είναι η ορατή ψυχή, όπως είχε επιμείνει κάποτε ο Παπαγιώργης, ή ότι η κλωστή σου κρέμεται από μια ζωή, όπως διατεινόταν ψιθυριστά ο Αρανίτσης, ή ότι κατέρχεσαι (δεν πέφτεις), σύμφωνα με την αρνητική διαλεκτική του Σταθόπουλου, ή ότι δεν είναι ζωή αυτή που κάνουνε οι άλλοι, όπως διαλαλούσε ο Μπαμπασάκης, ή ότι η Κυψέλη είναι το Κέντρο του Κόσμου, κατά την βελούδινα χαμηλόφωνη απόφανση και απόφαση του Βακαλόπουλου.

 

Δεν είχες ούτε θα έχεις ποτέ κανέναν απολύτως λόγο να πας στον Ένοικο εάν δεν έχεις μάθει να δεξιώνεσαι αυτόν εδώ τον θησαυρό, τούτο εδώ το θάμα, αυτών εδώ των στίχων: «Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει,/ κι η χτίσις έγινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει».

 

Συνεχίζεται. Αύριο: Ένοικος, ΙΙ