Περίπολος στην πόλη, ΙΙΙ

 Χάος Χρόνος Χώρος

 

Το ταξίδι στο χώρο είναι ταξίδι στο χρόνο. Και το ταξίδι στο χρόνο είναι ταξίδι στο χώρο. Μαζεύουμε μαρτυρίες για την Πατησίων, για την Αιώνια Σύζυγο, για το Νέο Κέντρο του Κόσμου, για την Κυψέλη, για τη Φωκίωνος Νέγρη, για το Bar Au Revoir, γιατί όλη η ιστορία της Μεταπολεμικής Ελλάδας περνάει από το Bar Au Revoir. Άρα και η ιστορία η δική μας, η ιστορία της Μεταπολίτευσης, η ιστορία της Δεκαετίας του Ογδόντα, και κατόπιν η ιστορία της Δεκαετίας του Ενενήντα, όπως και η ιστορία της Δεκαετίας του Δύο Χιλιάδες. Ο γνωστός μας Μάνος Γιαννόπουλος πάλι μας προμήθευσε με ένα ντοκουμέντο που σχετίζεται με τον ψυχισμό μας. Από κείνο το βιβλίο, εκείνο το post-postmodern μυθιστόρημα, το μυθιστόρημα των απανωτών ύβρεων και των ακατάσχετων ατασθαλιών. Φωτοτύπησε, ο Γιαννόπουλος, και μας έστειλε την ακόλουθη σελίδα:

 

Ο Βελής, ο Νίκος Βελής, μπαίνει στο Au Revoir, και πάλι, και είναι δύο χιλιάδες έξι το έτος, και είναι Μάιος ο μήνας, και είναι ξημερώματα η ώρα, και είναι μαντάρα το μέσα του. Αλλά δεν είναι εμφανές αυτό το τελευταίο. Το βλέμμα του Βελή, όσο κι αν πίνει, δεν είναι κατατεμαχισμένο, δεν κάνει ζάπινγκ το βλέμμα του Βελή, είναι, ξέρει να είναι, σταθερό, ξέρει να μη δίνει λαβές το σταθερό βλέμμα του Βελή.

 

Το σταθερό βλέμμα του Βελή δεν θα ξαναδεί, και δεν θέλει να ξαναδεί, όλα όσα θέλουν να κάνουν το σταθερό βλέμμα του Βελή να πάψει να είναι σταθερό, ο Βελής είναι μέγας παλιομασκαράς, δεν είναι δυνατόν η κάθε τσούλα κατάσταση και η κάθε του δρόμου υπόσταση να απειλεί την σταθερότητα του βλέμματος του Βελή, όχι, ο Βελής, αφού έχει μπει στο Au Revoir, και αφού έχει καθίσει στην κλασική, κερδισμένη με εκατοντάδες χιλιάδες ουίσκυ, με εκατοντάδες χιλιάδες τσιγάρα, με εκατοντάδες χιλιάδες χαμόγελα και με εκατοντάδες χιλιάδες δευτερόλεπτα λεπτά ώρες, την κλασική, κερδισμένη επαξίως θέση του, στο πρώτο τραπέζι δεξιά όπως μπαίνουμε, στη γωνία, κολλημένος στην στιλβωμένη βαθύχρωμη καλαμωτή του Προβελέγγιου, με το σταθερό, είπαμε!, Βελήσιο Βλέμμα στραμμένο στην Πατησίων, την αιώνια σύζυγο, τον τάφο ονείρων αλλά και εφαλτήριο πράξεων, στο κέντρο του κόσμου, στον ομφαλό της γης, ο Βελής αφού έχει καθίσει και αφού έχει παραγγείλει το ιρλανδέζικο και αφού ανάψει το άφιλτρο και αφού έχει ευχαριστήσει στον κύριο Λύσανδρο, και αφού έχει ανταλλάξει μαζί του μερικές ωραίες κουβέντες, και αφού έχει εκ νέου στρέψει το βλέμμα του, το σταθερό, λέμε, στην Πατησίων, θα λάβει την απόφαση να ξεμπερδεύει με όλα όσα τον τελευταίο καιρό τον έχουνε μπερδέψει, ν’ αρχίσει τα χρατς και χρουτς στους Γόρδιους Δεσμούς, να κόψει κεφάλια, να κάψει γέφυρες, να βγει απ’ το τέλμα.

           

Βγάζει το σημειωματάριό του, γράφει: «Τέρμα. Τέρμα. Τέρμα. Να μην βρω κορίτσι να με τραβήξει, να με ρυμουλκήσει. Τι σκατά ηλεκτρολεττριστής είμαι; Πού το θυμήθηκα κι αυτό! Όχι, τέρμα. Θέλω δάκρυα για να έχω χαμόγελα. Θέλω κλάματα για να έχω γέλια. Θέλω ν’ αγαπήσω τα σκατά μου για να μπορέσω ν’ αγαπήσω και τα σκατά μιας γυναίκας. Της τελευταίας γυναίκας. Καυτή μονογαμία, ladies & gents. Καυτή μονογαμία, κι όχι κάπα κάπα κάπα, Κάθε Καρυδιάς Καρύδι, στη ζωή μου. Για να συνεχίσω να ζω όπως έχω ζήσει. Γι’ αυτό».

 

Συνεχίζεται. Αύριο: Στην Καλλιδρομίου τώρα!