«Πάω στοίχημα ότι αυτή έχει δει ό,τι πρωτοποριακό υπάρχει. Γερμανικά, λονδρέζικα αβάν γκαρντ.» λέει ο συνοδός μου. «Πόσο χρονών είναι;» συνεχίζει.

Ρε η Λένα ξέρει να ζει. Είναι ξανθιά αλλά είναι μαύρη. Όπως στον αμερικανικό νότο όπου οι μαύροι χόρευαν, τραγουδούσαν, δημιουργούσαν, ζούσαν ενώ οι λευκοί καθωσπρεπίζονταν, ακκίζονταν, νοιάζονταν για τη γνώμη του κόσμου. Γνώρισα την Κιτσοπούλου στην Έκθεση Βιβλίου Σαλονίκης. Είχε διαβάσει το «Χάπι Λου» χρόνια πριν, είχα διαβάσει μόλις τις «Νυχτερίδες». Γελούσαμε ώρες. Το γέλιο της αντηχούσε βροντερό όπως η φωνή της χθες στην παράσταση. Κάναμε σχέδια για Βερολίνα, Σαντορίνες, Μυτιλήνες. Δεν τις πήγαμε, όπως συμβαίνει συνήθως.

Στην παράσταση έκλαψα: Να είσαι δεκάξι και να σε υποχρεώνουν σε σεξ. Ακόμα κι αν είσαι ερωτευμένη με τον τύπο, παθαίνεις λαλά που σε ακολουθεί μια ζωή. Γίνεσαι πουτάνα. Ή ανοργασμικιά.  Η καλλιτέχνης. Μάλιστα. Αυτό γίνεσαι. Η κακοποίηση δεν τελειώνει ποτέ, επαναλαμβάνεται, δουλεύει από κάτω σα σαράκι - σαν την κυτταρίτιδα που σχολίασε άστοχα ο διπλανός μου. Κι εσύ την κάνεις ταινίες. Πίνακες. Βιβλία. Σεμέν. Ξέρω γω μερακλήδικους μουσακάδες. Τσιμπούκια. Να είσαι δεκάξι, γεμάτη ελπίδα, έρωτα, εμπιστοσύνη και μάτια τεράστια που θέλουν να τα χωρέσουν όλα. Και να σου κάτσει ένας συναισθηματικά παγερός, αποπλανητικός κούκλος. Και να τον πιστέψεις. Και να μην ξαναπιστέψεις τίποτα πια. Αυτό συμβαίνει στον Ξενόπουλο, αυτό συμβαίνει και σε κάθε εποχή. Επαναλαμβάνω, σε κάθε εποχή. Μπορείς να καταστραφείς ψυχολογικά σε κάθε εποχή. Μάλιστα. Και σε κάθε ηλικία. Μπορείς να ξανακαταστραφείς. Ειδικά αν έχεις καταστραφεί μικρή, αρκεί γι’ αυτήν την ενσάρκωση. Αυτό λέει η Λένα. Κι όταν ουρλιάζει άξαφνα στον προδότη, τον αλήτη, σαν να έχει πάθει κρίση, σα να είναι στα πρόθυρα του ψυχιατρείου, είμαι μαζί της, όλες είμαστε εκεί, θέλουμε να ουρλιάξουμε από κάτω, διότι, γαμώ τον αλήτη μου, δεν το κάναμε, δεν τον βάλαμε ποτέ τον τύπο στη θέση του – ο τύπος ζει και βασιλεύει. Παρότι από ηθοποιηλίκι ντιπ, αισθάνομαι ότι αυτό το συγκεκριμένο σημείο του ρόλου το μπορώ, μπορώ να βγάλω αυτό το συγκεκριμένο μπινελίκι, ουρλιαχτό, γαμωσταυρίδι που είναι κορυφαία στιγμή του έργου. Θα ‘θελα. Το οφείλω στον εαυτό μου: Πότε γίνεσαι γυναίκα; Όταν ξεπερνάς το κοριτσάκι που είσαι και διεκδικείς τη ζωή. Και αποδίδεις στο μαλάκα τα δέοντα: το μπινελίκι που του πρέπει.

Και αντηχούσε δραματικά ο Βοσκόπουλος – ή μήπως ήταν Πουλόπουλος; Κι όλοι παίζανε τέλεια: κι εκείνο το αγγελάκι που βαρούσε αριστερά δεξιά τους πάντες - αλλά μερικοί, οι μαλάκες δηλαδή, είχαν ασπίδα. Γιατί ρε κύριος κρατάς ασπίδα στον έρωτα; Από πού κι ως που; Πού ζεις; Μέσα στο κεφάλι σου και στο πουλί σου. Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις. Κερδίζεις ξερά γαμήσια. Χάνεις ουσία, να το ξέρεις. Το να ξαναπιστέψεις στον έρωτα, με κίνδυνο να ξαναπέσεις ενδεχομένως στα σκατά, είναι πλούτος. Έκτος αν είσαι σαν τη Ρόζα Στάγκα, αποσταθεροποιημένη, αυτοκαταστροφική, Ξενοπουλική, ευαίσθητη και φοράς ήδη νυφικό, στα καπάκια με το φουστάνι Έιμι Γουαινχάουζ. Τότε βγάζεις μια πιστόλα και την μπουμπουνίζεις στην κεφάλα σου την ξερή. Που δεν έμαθε να μην εμπιστεύεται. Που ξαναδόθηκε, η βλαμμένη. Η Ρόζα Στάγκα: πίστεψε, ρε παιδί μου. Στον έρωτα, στη ζωή. Στον άνθρωπο. Στον τραπεζικό υπάλληλο. Που έχει για θεό το χρήμα. Που μεταξύ ευτυχίας και ασφάλειας προτιμάει τη δεύτερη. Γι’ αυτό έγινε τραπεζικός, Ρόζα - αλλιώς θα ήταν κιθαρίστας. Έχουν μπέσα οι τράπεζες; Α ρε Ρόζα. Καλά σου έλεγε η μάνα σου, να παραμείνεις στο χρήμα. Θα είχες μια στεγνή ζωή, ξερά γαμήσια θα γέμιζαν τη νύχτα σου, θα άδειαζαν την ψυχή σου. Αποφεύγω τη λέξη ψυχή, ακούγεται μπανάλ, μεταφυσική. Αλλά ταιριάζει εδώ. Ψυχή. Αυτή η πεταλούδα που φτερουγίζει πάνω από τον κώλο σου. Πάνω από την κυτταρίτιδα. Πάνω απ’ όλα. Γιατί η έλλειψη κυτταρίτιδας δεν παίζει ρόλο στη ζωή. Η έλλειψη καβατζώματος, η έλλειψη δηλαδή της τετράγωνης, ισοπεδωτικής, χρηματοοικονομικής λογικής - που διέπει αυτή τη στιγμή τον δυτικό κόσμο, τους φιλελεύθερους, την Ελλάδα, τα κομμωτήρια, τα απλωμένα βρακιά - είναι που τελικά σε σκοτώνει.