Tα 10 (+1) αγαπημένα μου βιβλία: Γλυκερία Μπασδέκη

 Tα 10 (+1) αγαπημένα μου βιβλία: Γλυκερία Μπασδέκη Facebook Twitter
0

 


Έχω αφήσει έξω Κάλβους και Καρούζους και Κακναβάτους. Ούτε τον Νίκο-Αλέξη, ούτε τον κύριο Ντίνο, ούτε τις Παραλογές σε επιμέλεια Ιωάννου. Ως και τον «Γιατρό Ινεότη» δεν έβαλα στα δέκα. Γιατί τα δικά μου δέκα είναι αυτά που ταξίδεψαν, ποδοπατήθηκαν, χάθηκαν, ξαναβρέθηκαν πιο πολύ απ'όλα. Αυτό ήταν το κριτήριο.Η εμμονή, η τρέλα, το άγριο κόλλημα μ' αυτά τα βιβλία. Τα περισσότερα είναι ξεχαρβαλωμένα από καβγάδες, χυμένους καφέδες, λαδιές φαγητού. Δεν με νοιάζει. Τα αγαπώ γιατί αυτά είναι εγώ κι εγώ είμαι αυτά.(Και, φυσικά, εκτός συναγωνισμού, κλεμμένο 10+1, τα «Άπαντα του Κόντε», αέναη προίκα μου από έναν θείο Αλέξανδρο που δεν γνώρισα ποτέ.)

 

1.

«Μ' ένα στεφάνι φως» της Τζένης Μαστοράκη

Μετά τον Γενάρη του ενενήντα, που σκόνταψα στο φως της, τίποτε δεν ήταν ίδιο. Κυρίως εγώ. «Μικρό μου, μήτε απ' τα πουλιά και μήτε – (...)». Βυθισμένη στο κάτοπτρο - Τζένη Μαστοράκη, μαγεμένη στο φως της, τελειωμένη στα χεράκια της.
Το «Στεφάνι» είναι όλα τα ποιήματα που γράφτηκαν και θα γραφτούν.
«(...) σαν ερπετό, μεγάλη σαύρα που βουτά, θα / 'ρθει, μετά την αγωνία στα στενά, σώμα καμένο / και χλωρό κεφάλι, θαρθεί, κατάχλωρος απ' τη / φωτιά, κι ό,τι εξαντλεί ,σαΐτα, βόλι και κακό / φιλί/ /ο μάγος έρωτας, ο τρόμος έρωτας το φέρνει πάλι».
Μόνο θαυμασμός και ευγνωμοσύνη. Μόνο.

 

2.

«Η φάρσα» της Έρσης Σωτηροπούλου 

Το συγκλονιστικότερο μυθιστόρημα της νεότερης ελληνικής. Η Ρένα και η Τίτι με όπλο ένα ακουστικό τηλεφώνου γαζώνουν την ηλιθιότητα του έθνους. Η Σωτηροπούλου με άφησε παγωτό να σκουπίζω σάλια μπροστά στον πλέον αχαλίνωτο λεκτικό ερεθισμό.

3.

«Άννα, να ένα άλλο» της Μαρίας  Μήτσορα

Η «Πρώτη μέρα έξω» ξεκινάει με τη φράση: «Κάποτε με λέγανε Κώστα και πήγαινα συνέχεια σινεμά». Το «Ποσοστό συμμετοχής» ξεκινάει με τη φράση «Το πρωί της κηδείας του πατέρα μου ο ουρανός ήταν μεξικάνικο μπλε». Η Μήτσορα, το μακρινό 1978, μας είχε στείλει όλους να μαζεύουμε βρούβες. Λίγα βιβλία μ' έχουν συγκλονίσει τόσο, λίγα διηγήματα διαθέτουν τέτοια σπάνια γλωσσική θερμοκρασία.

 

4.

«Ο κ. ΄Ιβο / Το ιδιωτικό αεροπλάνο»του Βασίλη Στεριάδη

Αγάπησα με τρέλα την ποίηση του Στεριάδη. Αυτό όμως το βιβλιαράκι με τις δύο πρώτες του συλλογές καθόρισε το βλέμμα και τη γλώσσα μου. Κλαυσίγελως, ψευδοηρωισμός και μπουρλέσκο στην πλέον διαστρεβλωτική διαχείριση. Αν τον προλάβαινα ζωντανό, θα του έλεγα απλώς: «Κύριε Μπίλι, με τρελάνατε εξάπαντος και ολωσδιόλου». Θα χαιρόταν πολύ πιστεύω.

5.

«Τζούλια» του Γιάννη Ζέρβα

«Ίσως έφταιγε που ψάρεψα το μπωλ μόνο και μέσα / από ένα τοπίο φράουλες / ή έντυσα το κεφάλι μου μ' έναν ταχύ αυτοκινητόδρομο / πολλαπλών κατευθύνσεων (...)».
Αυτοί οι στίχοι από την απολογία της Τζούλιας με κυνηγάνε από το 1989 – τότε έπεσε στα χέρια μου αυτό το κόσμημα (που γράφτηκε στα 1983). Χρόνια ήμουν η Τζούλια που δεν μπορούσε να είναι η Τζούλια, ακόμη δεν έχω ξεπεράσει στίχους όπως: «(...) η Τζούλια / είναι μια οθόνη που μετατοπίζεται κι όποτε φεύγει / κλείνει πίσω της την πόρτα».

«Ίσως έφταιγε που ψάρεψα το μπωλ μόνο και μέσα / από ένα τοπίο φράουλες / ή έντυσα το κεφάλι μου μ' έναν ταχύ αυτοκινητόδρομο / πολλαπλών κατευθύνσεων (...)».
Αυτοί οι στίχοι από την απολογία της Τζούλιας με κυνηγάνε από το 1989 – τότε έπεσε στα χέρια μου αυτό το κόσμημα (που γράφτηκε στα 1983). Χρόνια ήμουν η Τζούλια που δεν μπορούσε να είναι η Τζούλια, ακόμη δεν έχω ξεπεράσει στίχους όπως: «(...) η Τζούλια / είναι μια οθόνη που μετατοπίζεται κι όποτε φεύγει / κλείνει πίσω της την πόρτα».

6.

«Σκοτεινά Τοπία» του Γιώργου - Ίκαρου Μπαμπασάκη

Τα «Σκοτεινά Τοπία» του Μπαμπασάκη είναι το Rosso Antico, oι θρυλικές εκδόσεις Ερατώ του Μανουσάκη,το Flower, ο κύριος Λώρας. Είναι η διακειμενικότητα με την καταραμένη Πατησίων και τα ποιήματα του Σταθόπουλου και του Τζώρτζη. Είναι μια εποχή που καθόρισε ο Καρούζος και ο Tom Waits, είναι η φασαριόζικη στέψη μιας παρέας ως κέντρο του κόσμου στα σκοτεινά τέλη των θεοσκότεινων '80s.

7. 

«Τα ποιήματα μιας αρσενικής πόρνης» του Ιγνάτη Χουβαρδά

Τα ποιήματα μιας αρσενικής πόρνης (μαζί με τα «Ροζ σκηνικά» που είχαν κυκλοφορήσει το 1987, λίγους μήνες πριν δηλαδή) ήταν η μονότονη και επαναληπτική σερενάτα για τη σεξουαλική απουσία. Μελαγχολική και εμμονική ποίηση που με τάραξε. Το «Η Στέλλα θέλει πολύ» τελειώνει έτσι: 
«(...) κι η πόλη δεν αποτελείται / από δρόμους, πολυκατοικίες, μαγαζιά / και πάρκα / αλλά μέρη που προσφέρονται».

8.

«Τα ζώα της Κυριακής» του Γιάννη Τζανετάκη

«(...) Και βλέπω από τις τρύπες κι είναι μέρα / και λέω, παιδί μου, από ποια Φινλανδία / και σε ποιο άρωμα της τρέλας φεγγοβόλησες».
Κάτι τέτοιους στίχους του Τζανετάκη διάβαζα και μετά έπαιρνα τηλέφωνα σ' όλα τα ταξιδιωτικά γραφεία να κλείσω μία άνευ επιστροφής για Ελσίνκι. ΄Εγινε κι αυτό γκράφιτι, σουβέρ, σαΐτα. Αγαπήθηκε, σχίστηκε, ξανααγοράστηκε.

9.

«Ο φύλακας στη σίκαλη» του J.D. Sallinger

Χόλντεν Κώλφηλντ: ο φίλος μου κάλπης, ο πιτσιρίκος και τα ρέστα. Εγώ πάντα το Φοιβάκι του κι αυτός στην άκρη του γκρεμού να με φυλάει. «Gin a body meet a body / Comin thro' the rye» στο πιο τρυφερό μυθιστόρημα ανυπακοής. Η μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη (φαινομενικά αξεπέραστη από το 1977, που πρωτοεκδόθηκε στα ελληνικά) θα ξεπεραστεί τριάντα επτά χρόνια μετά από την ίδια την Τζένη Μαστοράκη. Η νέα μετάφραση με τίτλο «Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης» είναι υπόδειγμα γλωσσικής παιδείας και λεκτικού ενστίκτου - «Όνειρα γλυκά, μαβλάκες!».

10.

«Το ηλεκτρικό πρόβατο» του Philip Dick

Ο απόλυτος ρομαντισμός κρυμμένος στην πιο θλιμμένη ερωτική ιστορία επιστημονικής φαντασίας, αυτή του Ρικ και της Ρέιτσελ. Ο Ντικ είναι υπεύθυνος για την αγάπη μου στις ρέπλικες και στις ερειπωμένες πόλεις. Ο Ντικ είναι επίσης υπεύθυνος για τον μόνιμο θυμό μου με τον Πλάστη, την πολιτική και τον θάνατο.

10 + 1.

«Άπαντα» του Διονυσίου Σολωμού

Εδώ άλαλα τα χείλη.
«Βλέπεις τούτους τους τάφους; καμμιά μέρα / εδώ μέσα και συ θε να κοιμάσαι / έως όπου ψηλά θέλει βουίση / η σάλπιγγα η στερνή να σε ξυπνήση».
Προσκυνάς, ανάβεις κεράκι και μετά πας να πιείς κολόνια.

______

H Γλυκερία Μπασδέκη είναι ποιήτρια και θεατρική συγγραφέας. Στo LIFO.gr διατηρεί την στήλη Crying Game

 

Επιμέλεια: Μαρκέλλα Ανδρικάκη

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μάκης Μαλαφέκας, συγγραφέας

Οι Αθηναίοι / Μάκης Μαλαφέκας: «Τα social media παράγουν ακατάσχετα μέσους όρους»

Από τα παιδικά χρόνια στη Νεάπολη Εξαρχείων και τα πρώτα διαβάσματα μέχρι τις σπουδές στο Παρίσι και τη συγγραφή αστυνομικών, ο γνωστός συγγραφέας μιλάει στη LiFO για τη χαρά της δημιουργίας, την επιτυχία του «Deepfake» και για το πόσο μοιάζει στον ήρωά του Μιχάλη Κρόκο.
M. HULOT
Εκδοτικός χάρτης του φθινοπώρου

Βιβλίο / Όλα τα σημαντικά βιβλία του φθινοπώρου

Από τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, τον Σαλμάν Ρούσντι και τον Τζο Νέσμπο, έως τον Κώστα Ταχτσή, την Τζένη Μαστοράκη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και την αλληλογραφία Θεοτοκά–Σεφέρη, πολυαναμενόμενοι τίτλοι, αλλά και βιβλία-σταθμοί, διαμορφώνουν το εκδοτικό τοπίο τους τρεις επόμενους μήνες.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Βιβλίο και ανάγνωση: Πώς θα αντισταθούμε στις ψηφιακές και AI Σειρήνες; / Βιβλίο στον καιρό της AI: Λιγότερη γκρίνια, περισσότερη δράση

Οπτική Γωνία / Θα λέμε στο ΑΙ να διαβάσει για εμάς τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι;

Φεστιβάλ Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως, αδαείς μαθητές, ψηφιακές σειρήνες, το Book Club της Ντούα Λίπα, η Αδιάβα-σ-τη Αθήνα και ώρα για δράση. Πώς θα γίνει πιο ελκυστική η ανάγνωση;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Όταν ο Λέοναρντ Κοέν ζούσε ως ερωτοχτυπημένος μοναχός

Το πίσω ράφι / Όταν ο Λέοναρντ Κοέν ζούσε ως ερωτοχτυπημένος μοναχός

Δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, θυμόμαστε τον Καναδό δημιουργό μέσα από τις μπαλάντες, τις προσωπικές εξομολογήσεις και τα αυτοσαρκαστικά σκίτσα της ποιητικής συλλογής «Το βιβλίο του πόθου».
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Γκλόρια Στάινεμ, 1934–2026: Η όμορφη δυσκολία του φεμινισμού

Απώλειες / Γκλόρια Στάινεμ (1934–2026): Μια φωτογενής κυρία μέσα στο χυμαδιό της Ιστορίας

Η Γκλόρια Στάινεμ έγινε το κομψό πρόσωπο ενός κινήματος που ήταν πολύ πιο άγριο, πολυφωνικό και δύσκολο από την εικόνα της. Ακριβώς γι’ αυτό η ζωή της παραμένει συναρπαστική: μέσα της χωρούν η απελευθέρωση και ο συμβιβασμός, οι γυναίκες που βρήκαν φωνή και εκείνες που χάθηκαν πίσω από τη διάσημη λεζάντα.
ΠΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ