“Είναι μια εποχή που γδέρνει τον εαυτό της”

“Είναι μια εποχή που γδέρνει τον εαυτό της” Facebook Twitter
"Εμένα με λένε Γιάννη. Γράφω ποιήματα..."
0

O οίστρος του κακού χασάπη αιματοκύλησε το νόημα. (Και) Ο ποιητής φέρνει τον τρόμο στις κοινωνίες. Ή έστω την αμηχανία. Είναι το μεγάλο ξεβόλεμα, το πρόβλημα που πρέπει να κουκουλωθεί. Η δίψα είναι θρησκεία ολόκληρη κι η νοσταλγία πριόνι. Τίποτα δεν σβήνεται απόλυτα. Παραμένει ένα ελάχιστο, ένα αδιόρατο ίχνος. Ο χρόνος είναι τρισυπόστατος, κι είναι αμαρτία να τον φτωχαίνουμε. Σήμερα (που) γδέρνονται τα πάντα. Αξίες, συνειδήσεις, άνθρωποι. Είναι μια εποχή που γδέρνει τον ίδιο της τον εαυτό. «Γιατί το πρόβλημα, κύριοι, δεν είναι να σώσεις τον κόσμο, αλλά να τον σώσεις την ερχόμενη Πέμπτη».

Ο ποιητής Γιάννης Στίγκας στο LIFO.gr, σε μια συνέντευξη με προμετωπίδα.

Ανάμεσα στις ερωτήσεις παρατίθενται στίχοι από την τελευταία του ποιητική συλλογή “Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος. 

στραβά που σ' έραψα στραβά
στραβά θα με ξηλώσεις.

 

 

Τελικά, ποιος έφαγε τον κύβο Ρούμπικ;

Δεν θα σας απαντήσω. Ο τίτλος της συλλογής είναι γριφώδης. Ας σεβαστούμε τον γρίφο, δηλαδή να μπούμε μέσα του χωρίς καμία έτοιμη απάντηση. Διαφορετικά, θα χάναμε την μισή –και βάλε- μαγεία.

Μη μου γρυλίζεις ρε
εγώ μπορώ και μ’ ένα bic
να γίνομαι κανένας. (Κύκλωπας)

Η γραφή απαιτεί εκμηδένιση;

Σαφέστατα. Απόλυτη εκμηδένιση κάθε ματαιοδοξίας, πόζας, μελούρας, σοβαροφάνειας, ακαδημαϊκής αποβλάκωσης, ο κατάλογος είναι μακρύς. Η ποίηση δεν τα σηκώνει αυτά. Είναι ζόρικη. Θέλει γυμνότητα. Θέλει αίματα.

η δίψα
δεν είναι καύλα
να σου τη σβήνει άλλος
είναι θρησκεία ολόκληρη
-αλλά ας μη μιλήσουμε καλύτερα γι’ αυτά-
το τι δεν κάνεις στις παρθένες
αυτό κι αν είναι θρυλικό. (Ο Δράκουλας)

Χρειάζεται να σβήνεται η δίψα; Πού πηγαίνει η δίψα όταν σβήνεται;

Θέλω η δίψα να παραμένει δίψα. Γιατί είναι κινητήριος δύναμη. Αφήστε που πιστεύω ότι τίποτα δεν σβήνεται απόλυτα. Παραμένει ένα ελάχιστο, ένα αδιόρατο ίχνος. Αν όμως κάνω λάθος και τα πράγματα, εν τέλει, σβήνονται απόλυτα, τότε δεν με νοιάζει πού πάνε.

Πρώτα οι ουλές,
λίγο μετά ο έρωτας.
Μάλλον, μας βάλαν την καρδιά ανάποδα. (Η νύφη του Φράνκενσταϊν)

Μπορεί να υπάρξει έρωτας χωρίς τραύμα;

Ο Ρίτσος γράφει ότι καθένας πορεύεται μόνος του στον έρωτα, στην δόξα και στον θάνατο. Κι επειδή συμφωνώ απόλυτα μαζί του, θα σας απαντήσω αυστηρά προσωπικά. Ότι έχω μια αξιοθαύμαστη ικανότητα επούλωσης. 

Γιατί τόσες ραφές χωρίς κανένα σχέδιο
ένα της πλάκας ή
ένα δικό μου όνομα
-ας γράφατε
μονάχα τ’αρχικά έστω μια τρίλιζα
(στο ύψος της καρδιάς)
-κι έννοιας σας, κύριε-
γνωρίζω εγώ να χάνω. (Φράνκενσταϊν ή Καλύτερα άτιτλο)

Πώς μπορεί κανείς σήμερα να μην αλλοτριωθεί και να ‘χει ένα "δικό του όνομα";

Πάλι μόνο προσωπικά μπορώ να απαντήσω. Εμένα με λένε Γιάννη. Γράφω ποιήματα.

Είναι ο ποιητής ένας άλλος Φρανκενστάιν;

Και βέβαια είναι. Ο κατ’ εξοχήν Φρανκενστάιν. Γιατί φέρνει τρόμο στις κοινωνίες, αν όχι τρόμο, τουλάχιστον αμηχανία. Ο ποιητής είναι το μεγάλο ξεβόλεμα, το πρόβλημα που πρέπει να κουκουλωθεί. Είναι ασύμφορος. Μιλάω για κοινωνίες μικροαστικές σαν την δική μας. Αν δεν συμφωνείτε με την παραπάνω προσέγγιση, τότε κρατήστε το εξής : Ότι, όπως κι ο Φρανκενστάιν, ο ποιητής φέρει κάποιες ουλές.  Άλλες φανερές, άλλες κρυφές. Εγώ έχω μία στο αριστερό μου μάγουλο, αφήνω γένια και δεν πολυφαίνεται.

 
 
γιατί από ‘δω και κάτω
αρχίζει η ιστορία με τα λέπια
με τη σφιχτή σου παρθενιά
τον πόνο του παράξενου
Πάλι καλά
πάλι καλά
αλλιώς θα σ’ έπαιρνε ο Ηλίας
ο Μπάμπης
ο Γεράσιμος
θα ‘κανες τέσσερα παιδιά
δουλειά στο σούπερ μάρκετ
από Δευτέρα ως Σάββατο
την Κυριακή να βγαίνουν οι ρυτίδες
τα περιττά κιλά
το θάμπωμα
Ποιος ναυτικός θα σ’ ήθελε, μωρή;
θα νοσταλγούσες τρομερά τη θάλασσα
κι η νοσταλγία
είναι πολύ πριόνι
μάτια μου
θα σ’ έκοβε στα δυο συνοπτικά
χωρίς πελάγη κι επιμύθια
και χρατς
και χρουτς
και τέλος. (Γοργόνα ή ο Γεράσιμος)

Πώς ξεφεύγει κανείς από την ξέρα της νοσταλγίας;

Δεν νοσταλγώ σχεδόν ποτέ –ή μάλλον καλύτερα- γυρίζω την πλάτη μου στην όποια νοσταλγία. Δεν αρνούμαι το παρελθόν –αλλά πώς να το κάνουμε- ο χρόνος είναι τρισυπόστατος, κι είναι αμαρτία να τον φτωχαίνουμε. Προτιμώ τα ανοιχτά πελάγη, για χάρη ενός διαρκούς γίγνεσθαι. Για τα μεγάλα βάθη.

Πρώτη φορά
βλέπω ορίζοντα
να γδέρνεται
(από μόνος του)
πατόκορφα
Εντός ελάχιστων λεπτών
Ακολουθεί η Αθήνα. (Ο αόρατος άνθρωπος ή Σχέδιο για μια επανάσταση)

Είναι μια εποχή που το νόημα γδέρνεται πατόκορφα; 

Γδέρνονται τα πάντα. Αξίες, συνειδήσεις, άνθρωποι. Είναι μια εποχή που γδέρνει τον ίδιο της τον εαυτό. Αυτό από μόνο του είναι ένα νόημα. Ματοβαμμένο μεν, αλλά νόημα. Είναι ο οίστρος του κακού χασάπη. Η ανθρωπότητα το έχει ξαναζήσει.  Πρέπει- πάση θυσία- να το γκρεμίσουμε. Δεν ξέρω πώς. Ξέρω γιατί. Τα λέει κι ο Ρίτσος: «Ο κόσμος είναι πλουσιότερος από τους εκμεταλλευτές του». Από την άλλη, όποτε σκέφτομαι αυτά τα πράγματα, με στοιχειώνει ο στίχος του Λειβαδίτη: «γιατί το πρόβλημα, κύριοι, δεν είναι να σώσεις τον κόσμο, αλλά να τον σώσεις την ερχόμενη Πέμπτη». Σήμερα που σας γράφω είναι Δευτέρα, μέχρι την Πέμπτη δεν περιμένω και πολλά. Ευτυχώς, οι Πέμπτες θα συνεχίσουν να έρχονται, τουλάχιστον έτσι ελπίζω. 

Ο Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε ιατρική. Το 2004 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Η αλητεία του αίματος. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές: Η όραση θ’ αρχίσει ξανά, (2006, Κέδρος), Ισόπαλο τραύμα (2009, Κέδρος), Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο (2012, Μικρή Άρκτος), Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο (2014, Μικρή Άρκτος). Έχει συμμετάσχει σε διάφορα διεθνή φεστιβάλ ποίησης. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, γερμανικά, αγγλικά, ισπανικά, σουηδικά, βουλγάρικα και σέρβικα.

 

 

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η Αθήνα που αγαπάμε υπάρχει ακόμη ή έχει γίνει τουριστική βιτρίνα;

Βιβλίο / Υπάρχει η Αθήνα που αγαπάμε ή είναι μόνο για τουρίστες;

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο ΕΚΠΑ, Δημήτρης Πλάντζος, μιλά για το βιβλίο του «Συνέβη στην Αθήνα», που φέρνει στο φως άγνωστες πλευρές της πόλης και καταγράφει τις αλλαγές στις γειτονιές, που γίνονται όλο και πιο ξένες στους ίδιους τους κατοίκους τους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Η (διαρκώς) απρόβλεπτη ζωή και έργο της Αν Κάρσον

Βιβλίο / Αν Κάρσον: «Οι άνθρωποι που αγαπάμε, ποτέ δεν είναι όπως τους επιθυμούμε»

Η Καναδή συγγραφέας, που τιμήθηκε με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας, άλλαξε τον χάρτη των παγκόσμιων γραμμάτων με την ξεχωριστή γραφή της. Κινήθηκε με απαράμιλλη άνεση ανάμεσα στην ποίηση, το δοκίμιο και το λιμπρέτο, πλάθοντας ένα προσωπικό λογοτεχνικό σύμπαν, όπου η ειρωνεία συνυπάρχει με την ομορφιά και το προσωπικό πένθος συνομιλεί με την οδύνη των κλασικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Βιβλίο / Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Στην «Εκλεκτή των θεών», η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας εμπνέεται από τον βίαιο εκχριστιανισμό της Ευρώπης, και γράφει ένα πρωτότυπο, σκωπτικό και συγκινητικό μυθιστόρημα για την εξουσία και την εμμονή που οδηγεί στο ιδεολογικό μίσος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ;

Το πίσω ράφι / Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ρωτά: Τι κάνεις αν βρεις 350.000 ευρώ;

Στο μυθιστόρημά του «Η πόλη και η σιωπή», ο διακεκριμένος συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπου που παλεύει να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026)

Guest Editors / Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026): Η γυναίκα που μελέτησε πώς πενθούν οι Έλληνες

Καθηγήτρια επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην Έδρα Σεφέρη του Χάρβαρντ, η επιδραστική ερευνήτρια της ελληνικής γραμματείας έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη.
ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ