[Aπό την Μάρω Αγγελοπούλου]

Δαγκεροτυπία του Μπαλζάκ, αγνώστου φωτογράφου. Παρίσι, 1842
Δαγκεροτυπία του Μπαλζάκ, αγνώστου φωτογράφου. Παρίσι, 1842

 

Μία λέξη έρχεται αναπόφευκτα στο νου με το άκουσμα του ονόματος Μπαλζάκ. Όγκος. Υπερμεγέθης και θεριακωμένος: στην εμφάνιση, στο καλλιτεχνικό του έργο και, βεβαίως, στις καταχρήσεις. Με πρώτη και καλύτερη τον καφέ, που συναγωνίστηκε ακόμα και τον σεξουαλικό του εθισμό σε τιτλούχες: μαρκησίες, δούκισσες, κοντέσες (όχι πως οι πεταχτούλες ανώνυμες με τα τροφαντά στήθη και τα κελαρυστά γελάκια τον χάλαγαν).


Ο καφές, αγαπητοί μου.


Άλλωστε, αυτός τον έστειλε στον τάφο.


Όλα τα κείμενα και οι πραγματείες που μιλούν για τη ζωή του, αποτυπώνουν αυτό το φιλόλαγνο πλάσμα, ως απολύτως εργασιομανές: τουλάχιστον 15 ώρες συγγραφής ημερησίως που συντηρούνταν όχι μόνο από το υπερκινητικό μυαλό του (κρατούσε σημειώσεις συνεχώς, ακόμα και σε χαρτοπετσέτες), αλλά κυρίως από τις 20 με 40 κούπες καφέ που επιτάχυναν τη διαδρομή της πένας στο χαρτί. Αξίζει, βεβαίως, να σημειωθεί ότι, τους καιρούς εκείνους, η αντίστοιχη σερβιρισμένη ποσότητα ήταν το ήμισυ μιας μέτριας σημερινής κούπας καφέ. Όχι πως αυτό, φυσικά, μειώνει το μέγεθος. Ο Μπαλζάκ είχε τη δική του πράσινη νεράιδα. Μόνο που ήταν καφέ. Και τον συντρόφευε ακαταπαύστως, επί δεκαετίες.


Έγραφε πάντα νύχτα. Ξυπνούσε στη 1 το πρωί και έγραφε μέχρι τις 8, κατεβάζοντας ολόκληρες κούπες μονορούφι, για να συνεχίσει μέχρι το απόγευμα και φτού κι απ' την αρχή. Κάπως έτσι κυοφόρησε 85 συγγράμματα σε 20 χρόνια. Θαμμένος πίσω από σελίδες που γέμιζαν αδιάκοπα σε εν δυνάμει αριστουργήματα και ανώδυνα ρομάντζα, βυθιζόταν στον εθισμό του, φτάνοντας στο σημείο-όταν πλέον δεν τον άγγιζε ο καφές ως ρόφημα-να καταναλώνει ολόκληρους κόκκους, ακόμα και τα κατακάθια του καφέ, μία «φρικτή και μάλλον βάναυση μέθοδος..» που πρότεινε αποκλειστικά σε δασύτριχους άντρες με περίσσιο σθένος (!;).


Αυτός ο ταγμένος στο νόμο της απληστίας, όπου το πολύ δεν είναι ποτέ αρκετό, κατέγραψε, περί τα 190 χρόνια πριν, το δίπολο χαράς-άλγους της εμμονής του στο δοκίμιο "The Pleasures and Pains of Coffee", ως μέρος της «ενισχυμένης» έκδοσης La Physiologie du Goût (μτφρ. «Η Φυσιολογία του Γούστου») του γάλλου γαστρονόμου Ζαν Ανθέλμ Μπριγιά- Σαβαρέν. Το πλήρες προσάρτημα, με τον υπότιτλο Trait6 des Excitants Modernes, ασχολείται με τον καφέ, το κρασί και τον καπνό. Εκεί βρίσκει έδαφος ο Μπαλζάκ και αναγορεύει τους λατρευτούς κόκκους σε όπιο της λογοτεχνίας, που μετουσιώνεται σε «... σπινθήρες που φωταγωγούν όλη τη διαδρομή μέχρι τον εγκέφαλο. Από εκείνη τη στιγμή, όλα βρίσκονται σε ταραχώδη κατάσταση. Οι ιδέες επιταχύνονται σαν τάγματα ενός μεγάλου στρατού στο θρυλικό πεδίο μάχης του, και ο πόλεμος μαίνεται. Μνήμες συσσωρεύονται, φωτεινές σημαίες υψώνονται. Το ιππικό της μεταφοράς αναπτύσσει υπέροχους καλπασμούς. Το πυροβολικό της λογικής πλησιάζει βιαστικά με βαγόνια που κροταλίζουν και φυσίγγια. Στη φαντασία, σκοπευτές κοιτούν και πυροβολούν. Ακολουθούν μορφές και σχήματα και χαρακτήρες. Το χαρτί απλώνεται με μελάνι-γιατί η νυχτερινή εργασία ξεκινά και ολοκληρώνεται με το χείμαρρο αυτού του μαύρου νερού, όπως μια μάχη αρχίζει και τελειώνει με μαύρη σκόνη».


Θα σημειώσει επίσης ότι «Ο καφές κάνει τους βαρετούς ανθρώπους ακόμη πιο βαρετούς», ενώ θα μνημονεύσει και τον Τζοακίνο Ροσίνι «Μου είπε ότι ο καφές είναι μια υπόθεση δεκαπέντε ή είκοσι ημερών. Όσο χρειάζεται για να γράψεις μια όπερα. Αν και ο χρόνος κατά τον οποίο κανείς απολαβάνει τον καφέ, μπορεί να επεκταθεί».


Δεδομένων των γαργαντουικών περιγραφών για τη λαιμαργία του, ένας καρδιακός θάνατος προαναγγελλόταν ήδη. Στις μνημειώδεις ιστορίες ανήκει και το –ατεκμηρίωτο παρά ταύτα- ιστορικό γεύμα, όπου ο συγγραφέας μόνος καταβρόχθισε 100 στρείδια Οστάνδης, δώδεκα παϊδάκια, μια πάπια με γογγύλια, δυο ψητές πέρδικες, μια πιατέλα από φρούτα, κρασί, λικέρ και... 30 δόσεις καφέ. Υπερβολικό; Ασυζητητί! Άλλωστε, αποδεδειγμένα, δεν υπήρχε χώρος ανάμεσα στον εαυτό του και την αντανάκλαση της ευφυΐας του, παρά μόνο για την αδηφαγία του, πλουμιστή και θηριώδης εν τω συνόλω. Κι ήταν αυτή η λαιμαργία, ιδίως η εμμονική του σχέση με τον καφέ («αυτή η μεγάλη δύναμη της ζωής μου! 30.000 φλιτζάνια καφέ ήπια όσο έγραφα την Ανθρώπινη Κωμωδία!») που τον έστειλε στον άλλο κόσμο σε ηλικία 51 ετών. Χορτάτο. Και σε παραλήρημα.

 

Ακριβώς, δηλαδή, όπως έζησε..