Δεν ξέρουμε αν το 2022 θα είναι εκλογική χρονιά. Θα είναι όμως η χρονιά που θα κριθούν οι εκλογές, καθώς στη διάρκειά της θα εδραιωθεί ή θα αποδομηθεί το εκλογικό αφήγημα καθενός από τους πρωταγωνιστές της πολιτικής μας ζωής. Και οι εκλογές κατά κανόνα κρίνονται στην πειστικότητα των αφηγημάτων.

 

Ας δούμε, λοιπόν, τα στοιχήματα των δύο μεγάλων κομμάτων, αλλά και του ΚΙΝ.ΑΛ. τη χρονιά που ξεκινάει. 

 

Για τη ΝΔ το επόμενο τρίμηνο θα είναι πιθανότατα το δυσκολότερο της θητείας της. Κι αυτό επειδή θα κληθεί να διαχειριστεί μια διπλή κρίση: την υγειονομική, με την εξάπλωση της Όμικρον, και τη διεθνή ενεργειακή, που έχει συμπαρασύρει τις τιμές αρκετών προϊόντων.

 

Ο συνδυασμός αυτός αναμφίβολα θα πιέσει την κυβέρνηση, η οποία έχει αρχίσει να εμφανίζει δείγματα φθοράς. Αν όμως καταφέρει να τα διαχειριστεί ικανοποιητικά και βγει από αυτήν τη στενωπό, διατηρώντας το προβάδισμά της, θα μπει στον τελευταίο γύρο πριν από τις εκλογές ως ισχυρό φαβορί, με την πίεση να μεταφέρεται πλέον στην απέναντι πλευρά. 

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από πλευράς του, πρέπει να λύσει το στρατηγικό του πρόβλημα, καθώς σήμερα μοιάζει να έχει βαλθεί να επιβεβαιώσει τη γνωστή φράση σχετικά με το τι σημαίνει «να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα, κάνοντας ακριβώς τα ίδια πράγματα». Δύο χρόνια ακολουθεί μια συγκεκριμένη τακτική και η δική του φθορά είναι μεγαλύτερη από της κυβέρνησης!

 

Το πλεονέκτημα της ΝΔ είναι ότι, παρά τις αδυναμίες της, έχει πράγματα να πει. Υπάρχουν στοιχεία που στηρίζουν το κυβερνητικό αφήγημα και τομείς που οπτικοποιούν την πρόοδο που η ίδια επικαλείται. Η οικονομία έχει ισχυρό ρυθμό ανάπτυξης, ο οποίος, αν και δεν έχει περάσει (ακόμα) πλήρως στην πραγματική οικονομία, σίγουρα δεν δικαιολογεί αντιπολιτευτικές υπερβολές. Η οικονομική στήριξη σε πολίτες και επιχειρήσεις λόγω πανδημίας αλλά και ενεργειακής κρίσης είναι η μεγαλύτερη που έχει δοθεί ποτέ. Η ανεργία είναι στο χαμηλότερο ποσοστό της δεκαετίας. Η ψηφιοποίηση του κράτους γίνεται αισθητή στην καθημερινότητα των πολιτών. Σ

 

ε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ασφάλειας η κυβέρνηση έχει κάνει κινήσεις (εξοπλιστικά, ελληνογαλλική συμφωνία, προστασία συνόρων, κ.λπ.), των οποίων η αποδοχή υπερβαίνει την εκλογική επιρροή της ΝΔ. Αυτοί είναι οι λόγοι που εξακολουθεί να υπερέχει του ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως ο Μητσοτάκης έναντι του Τσίπρα, καθιστώντας (ακόμα τουλάχιστον) διαχειρίσιμες τις όποιες αδυναμίες της, όπως η έλλειψη ψυχικών ταυτίσεων με πιο ασθενή οικονομικά στρώματα, η μικρή επιρροή στις μικρότερες ηλικίες αλλά και τα επικοινωνιακά «φάλτσα» στελεχών της.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από πλευράς του, πρέπει να λύσει το στρατηγικό του πρόβλημα, καθώς σήμερα μοιάζει να έχει βαλθεί να επιβεβαιώσει τη γνωστή φράση (που κακώς αποδίδεται στον Αϊνστάιν) σχετικά με το τι σημαίνει «να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα, κάνοντας ακριβώς τα ίδια πράγματα». Δύο χρόνια ακολουθεί μια συγκεκριμένη τακτική και η δική του φθορά είναι μεγαλύτερη από της κυβέρνησης!

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ βάζει «όλα του τα αυγά σε ένα καλάθι», ποντάροντας στην αποτυχία της κυβέρνησης και σε μια μεγάλη κρίση που θα τη συμπαρασύρει και θα ανοίξει τον δρόμο για τη δική του επέλαση. Ακολουθεί μια στρατηγική «ρεσάλτου», αντίστοιχη με εκείνη της «αντιμνημονιακής» περιόδου, με υψηλή ένταση και μετωπική αντιπολίτευση σε όλα τα πεδία. Με την ουσιώδη διαφορά ότι από τότε έχουν αλλάξει πολλά.

 

Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάστηκε ως κυβέρνηση, άρα οι υποσχέσεις δυσκολεύουν. Τότε η οικονομία είχε 7% ύφεση και η κοινωνία κλυδωνιζόταν, σήμερα έχουμε 7% ανάπτυξη και μια κοινωνία που θέλει να τελειώνουν οι περιπέτειες και να βρει την ησυχία της. 

 

Αν, λοιπόν, το επόμενο τρίμηνο η πανδημία αρχίσει να υποχωρεί και ο κόσμος επιστρέψει στις συνήθειές του, αν με την επιδότηση στους λογαριασμούς ρεύματος η πίεση νοικοκυριών και επιχειρήσεων γίνει διαχειρίσιμη, αν το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών αυξηθεί έστω λίγο, λόγω μείωσης φόρων και ασφαλιστικών εισφορών και διπλής αύξησης κατώτατου μισθού, αν ο τουρισμός πάει καλά και αν δεν έχουμε τίποτα πυρκαγιές όπως πέρυσι, ο ΣΥΡΙΖΑ τι θα έχει να αντιτάξει; Τα τραγούδια του… Μιθριδάτη; Τις βρισιές κατά του πρωθυπουργού; Την παροξυσμική ένταση κάποιων κομματικών στελεχών του και διαφόρων περσόνων του διαδικτύου (που πλέον δίνουν ξεκάθαρα αυτοί τη γραμμή και όχι ο κ. Τσίπρας), που απωθούν κόσμο με τον φανατισμό τους; Αλήθεια, τι θα προβάλει; Στρατηγικές αποφάσεις που πήγαν κόντρα στη μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων; Τα νέα στελέχη που δεν έχει αναδείξει; Το δικό του πολιτικό rebranding, που με εξαίρεση κάποιες (πετυχημένες) εικαστικές εφαρμογές ουσιαστικά δεν έχει συντελεστεί; 

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εγκλωβιστεί σε μια στρατηγική όπου η δική του εκλογική επιτυχία περνάει μόνο μέσα από την αποσταθεροποίηση της χώρας. Και αυτό δυσκολεύει τις προοπτικές του όσο η κατάσταση στη χώρα παραμένει διαχειρίσιμη. Με αποτέλεσμα το μόνο που του μένει να είναι η πλειοδοσία σε υποσχέσεις και ένα αόριστο αίτημα για μια «προοδευτική διακυβέρνηση» που ουσιαστικά τον καθιστά «όμηρο» του ΚΙΝ.ΑΛ. και του κ. Ανδρουλάκη. Γιατί αν αυτοί αρνηθούν κάθε συνεργασία, τουλάχιστον όσο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πρώτο κόμμα, του αποστερούν κάθε προοπτική εξουσίας, γεγονός που θα λειτουργήσει άκρως αποσυσπειρωτικά.

 

Αυτό ακριβώς θα είναι το ζήτημα που θα κληθεί να διαχειριστεί μέσα στο 2022 και ο νέος πρόεδρος του ΚΙΝ.ΑΛ./ΠΑΣΟΚ, ο κ. Ανδρουλάκης. Τι θα κάνει το αρκετά αυξημένο ποσοστό του, που οι ψηφοφόροι φαίνονται διατεθειμένοι να του δώσουν.

 

Η μέχρι τώρα γραμμή του κ. Ανδρουλάκη περί πολιτικής αυτονομίας ήταν σωστή για τις εσωκομματικές εκλογές. Δεν αρκεί όμως. Τώρα πρέπει να απευθυνθεί στη μεγάλη δεξαμενή δυνητικών ψηφοφόρων που θέλουν το ΠΑΣΟΚ κόμμα εξουσίας και όχι διαμαρτυρίας ή ετεροπροσδιορισμού. Και αυτό απαιτεί σαφή προγραμματική πρόταση και κυρίως μια πολιτική πλατφόρμα που θα υπερβαίνει τον κομματικό μικρόκοσμο και θα επανατοποθετεί το Κίνημα ως κεντρικό πολιτικό «παίκτη». Δεδομένου μάλιστα ότι σύντομα ο κ. Ανδρουλάκης θα αρχίσει να δέχεται πιέσεις από τους δύο μεγάλους, προκύπτει ξεκάθαρα ποια θα είναι η δική του άσκηση ισορροπίας για το 2022.

 

Συνοψίζοντας, οι προκλήσεις στις αρχές του 2022 για τους τρεις σημαντικότερους παίκτες είναι συγκεκριμένες: ο ένας απλώς να μη χάσει την μπάλα τώρα στα τελειώματα, ο δεύτερος να βρει κάτι να πει, αντί να βρίζει, και ο τρίτος να ισορροπήσει ανάμεσα σε τζαρτζαρίσματα που θα δεχτεί εκ δεξιών και εξ ευωνύμων.