Καταπλακωμένη από τα αναρίθμητα λογοτεχνικά βραβεία μια λιγότερο γνωστή αρετή του Φίλιπ Ροθ ήταν η καθηγητική του οξυδέρκεια. 

 

Λένε ότι ο Ροθ ήταν μανούλα -καπως στριφνή, αλλά μανούλα- στο να εξηγεί, να μεταβολίζει τα νοήματα και να παίρνει θέση ανάμεσα σ' αυτά και τους φοιτητές του. 

 

Ο κόσμος των ιδεών και της γλώσσας δεν είναι ένα μέρος στο οποίο μπορεις να σταθείς χωρίς απλές, χειροπιαστές εξηγήσεις ούτε χωρίς πάθος και ο Ροθ μπορεί να ενέπνεε φόβο λόγω φήμης, αλλά ήταν έξοχος διερμηνέας σ' αυτό τον κατακλυσμιαίο τόπο. 

 

Βέβαια, λένε επίσης ότι βαριόταν τρομερά το καθηγητηλίκι, αλλά για όσο καιρό χρειάστηκε να το υπηρετήσει στο Πεν ή στο Πρίνστον, τον ακαδημαϊκό του ρόλο τον αντιμετώπισε ανθρώπινα, με σχετική ταπεινότητα και με μικρές δόσεις χιούμορ, όσες χρειαζόταν δηλαδή για να μιλά για τον Γκογκόλ, τον Τολστόι ή τον Τόμας Μαν, χωρίς να βλέπει τους φοιτητές του να λιποθυμούν από θανατηφόρα βαρεμάρα.

 

Παρακολουθούσα τις προάλλες στην τηλεόραση –νομίζω σε κρατικό κανάλι- έναν κυρ καθηγητή. Ορκίστηκα να μην βαρεθώ, να ακούσω μέχρι το τέλος, να μην εκνευριστώ από τους διπλωματικούς ελιγμούς και τις νοηματικές σάλτσες. Φευ. Δεν ήταν η πρώτη φορά που την πατούσα. 

 

Σε κάθε περίπτωση, εκείνοι ήξεραν ότι είχαν να κάνουν με έναν σούπερ σταρ της λογοτεχνίας που τύχαινε να τους διδάσκει και να τους βαθμολογεί κιόλας και εκείνος, τελειώνοντας το μάθημα συνέχιζε το επόμενο βιβλίο του ή ολοκλήρωνε κάποιο άρθρο που θα αναστάτωνε πάλι το σύμπαν, χωρίς να τους παρακαλά δουλικά ή να τους εξαγκάζει (καταχρώμενος την καθηγητική εξουσία) να αγοράσουν το επόμενο πόνημά του.

 

Και μόνο επειδή θίξαμε εδώ τα της αρθρογραφίας του Ροθ, ας το πούμε κι αυτό, ότι σίγουρα δηλαδή δεν είχαμε να κάνουμε με ισαποστάκια, με ένα μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας του ’60 ή του ’70 που κυνηγούσε τις δημοσιεύσεις σε ΜΜΕ για να έχει να επιδεικνύει μια κάποια κινητικότητα, ως ακαδημαϊκός εργάτης ή ως καθηγητής αξιώσεων.

 

Για να το πούμε απλά: ο άνθρωπος δεν φοβόταν τη σύγκρουση. Δεν την επεδίωκε, αλλά δεν τη φοβόταν κιόλας. Για παράδειγμα, κάποτε είχε γράψει στο New York Books Review κάτι για τις διακρίσεις εναντίον Εβραίων στον ασφαλιστικό κολοσσό που λεγόταν Metropolitan Life και ακολούθησε κλασικό σύστριγγλο από την πλευρά της εταιρείας που θιγόταν. Αλλά τέλος πάντων, αυτός ήταν ο Ροθ, ως άνθρωπος των γραμμάτων, πλασμένος και από τη ζωή και όχι αποκλειστικά από τη διανοουμενίστικη αποστείρωση.

 

[Σ.Σ.: Ένα μέρος της εν λόγω κόντρας του Ροθ με την ασφαλιστική, στην οποία εργάστηκε για χρόνια ο πατέρας του μπορεί να εντοπίσει κανείς στο βιβλίο του «Η Πατρική Κληρονομιά», εκδόσεις Πόλις].

 

Γιατί, όμως, τέτοιο κόλλημα με τον Ροθ και τα χαρίσματά του ως καθηγητή και αρθρογράφου;

 

Παρακολουθούσα τις προάλλες στην τηλεόραση –νομίζω σε κρατικό κανάλι- έναν κυρ καθηγητή. Ορκίστηκα να μην βαρεθώ, να ακούσω μέχρι το τέλος, να μην εκνευριστώ από τους διπλωματικούς ελιγμούς και τις νοηματικές σάλτσες. Φευ. Δεν ήταν η πρώτη φορά που την πατούσα. Φαντάζομαι δεν είμαι (η) μόνη.

 

Συμβαίνει σε περιόδους κρίσεων να θες από κάπου να πιαστείς, κάτι να διαβάσεις που θα σε πάει παρακάτω, να ακούσεις, όχι τόσο μία συμβουλή -προσωπικά απεχθάνομαι βαθιά τους επαγγελματίες συμβουλάτορες-, αλλά μια φωτισμένη κουβέντα.

 

Περιμένεις μία κάπως πιο καθαρή ματιά, κάποιον με πέντε φακούς παραπάνω να φωτίσει ένα κομμάτι της «εξίσωσης», αυτού του αβάσταχτου που ζούμε τώρα και που δεν λέμε να χωνέψουμε. Λίγη γνώση για το μοίρασμα της οποίας έτσι κι αλλιώς αμείβεται ο ακαδημαϊκός αρθρογράφος.

 

Αντ’ αυτού στρογγυλάδες. Χρόνια τώρα το ίδιο βιολί. Με λιγοστές εξαιρέσεις η σκληροπυρηνική καθηγητοσύνη μοιάζει με εκείνους τους ανόητους που αρέσκονται να ακούν τη φωνή τους, γι’ αυτό μιλάνε αβάσταχτα πολύ. Κατεβατά αμβλύνσεων, κουραστική παράθεση εννοιών χωρίς διερμηνεία, συμπέρασμα κανένα. Γενικότητες με υπογραφή. Βαρετές αναλύσεις που συνήθως χαϊδεύουν κάποιο αυτί. Έκθεση ιδεών ενίοτε με πάτρονα. Όταν δεν συμβαίνει τίποτα απ’ όλα αυτά μιλάμε για στυγνές δημόσιες σχέσεις.

 

Γκαλά και σουαρέ –σπανιότερα τηλεοπτικές εκπομπές- για νέα συγγράμματα. Ομιλίες από πολιτικούς για το πόσο χρειαζόταν η κοινωνία ένα τέτοιο πόνημα (σ.σ.: καθόλου!). «Ζυμώσεις» απολύτως άσχετες με την ακαδημαϊκή ζωή, αλλά τόσο απαραίτητες για την ανέλιξη και την αναγνώριση της υπογραφής του ακαδημαϊκού.

 

Μέσα στα χρόνια οι φοιτητές, κυρίως αυτοί που δεν έχουν όρεξη ή έστω τα φόντα για «υψηλές» παρέες,  έχουν ρίξει –στα κρυφά- άπειρο γέλιο με τον τάδε μισογύνη που έχει αρθρογραφήσει για την πατριαρχία ή με τον επαγγελματία εχθρό του συστήματος που ως ακαδημαϊκός δάσκαλος έχει φιλήσει κάθε λερωμένη ποδιά για να εξυπηρετηθεί το προσωπικό όραμα ανέλιξης του στους πανεπιστημιακούς κύκλους.

 

Και κατά καιρούς έχουν γραφτεί πολλά συγγράμματα με βαριά υπογραφή, για τα οποία ξενύχτησε ως επί το πλείστον το φοιτηταριό και άπειροι επιμελητές, διορθωτές, 45 μάστορες και 60 μαθητάδες σε ρόλο ghost writer.

 

[Ακόμη θυμάμαι την απηυδισμένη επιμελήτρια μίας περιπτωσάρας που εμ, δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη, εμ, την ενοχλούσε κάθε τρεις και μία για να περάσουν «από πάνω» με... καλολογικά στοιχεία τις κοινότοπες διατυπώσεις του, προκειμένου να φαντάζουν πιο δυσνόητες και πιο εντυπωσιακές. Η απόγνωση του να ρίχνεις νερό στον μύλο της καθηγητικής βλακείας είναι ισοδύναμη με το να την ανέχεσαι σε χρόνο ανύποπτο, να την παρακολουθείς δηλαδή σε μία τηλεοπτική εκπομπή, λόγου χάριν].

 

Τρίζουν τα κόκαλα του Καστοριάδη, κάπου ξαποσταίνει σκασμένο στα γέλια το φάντασμα του Αθανασιάδη, που αμφότεροι μπορούσαν να τεμαχίσουν την πιο δύσκολη έννοια σε κομματάκια και να την καταλάβει ακόμη και η τελευταία γραία σε κάποιο καντούνι της Κέρκυρας. Γιατί μέσα σ’ όλα αυτά τα φαιδρά εκείνο που χάνεται και εξαφανίζεται πιο νικημένο απ’ οτιδήποτε άλλο είναι το μεγαλείο της απλότητας. Η αξία του να εξηγείς το πιο σύνθετο, το πιο ακαταλαβίστικο πράγμα με τρόπο που μπορεί να γίνει κατακτημένη γνώση απ’ όλους, είτε είναι απόφοιτοι Δημοτικού είτε ομότιτλοι σου, που λέει ο λόγος.

 

Αν κάποιοι αναζητούν το μυστικό της παγκόσμιας επιτυχίας ενός Γιουβάλ Χαράρι θα την εντοπίσουν ακριβώς εκεί, στην απλότητα με την οποία εξηγείται ό,τι πιο δύσκολο, η ιστορία του ανθρώπου, για παράδειγμα, αλλά και άλλα με τα οποία πολλοί καταπιάστηκαν, αλλά τελικά έπεισαν τον απλό αναγνώστη να παρατήσει το βιβλίο τους και να ανοίξει την τηλεόραση.

 

Αν πάλι, κάποιος δεν θέλει να είναι τόσο αυστηρός, θα δεχθεί ότι η εκλαϊκευμένη επιστήμη κατά το παρελθόν έχει υποστεί εντονότατη κριτική και οι υπηρέτες της απώλεσαν την ακαδημαϊκή αίγλη τους, όταν αποφάσισαν να ακολουθήσουν την καριέρα του μπεστ-σελερίστα.

 

Ωστόσο, ο πανεπιστημιακός δάσκαλος στην Ελλάδα, ειδικά τα τελευταία χρόνια, είναι μια οντότητα βαθιά εγκλωβισμένη στον μικρόκοσμό της, αλλά και στο σύστημα. Έχει να κάνει συγκεκριμένα βήματα για να διακριθεί, σα να διαβάζει ένα εγχειρίδιο επιτυχίας που του προτείνει συγκεκριμένα κουμπιά να πατήσει για να αναγνωριστεί, ανεξαρτήτως ταλέντου, νοημοσύνης, μεταδοτικότητας.

 

Και φυσικά, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Με σημαντικές έρευνες, με πολλή πολλή δουλειά, με σπουδαία συγγράμματα, κάποτε ακομμάτιστες και παραγωγικές, κάποτε πολιτικοποιημένες, αλλά αντικειμενικές και ψύχραιμες. Μιλάμε, όμως, για εξαιρέσεις που γνωρίζουν ότι δεν απευθύνονται αποκλειστικά στον αποστειρωμένο κύκλο τους. Που γνωρίζουν ότι η κοινωνία και βλέπει και ακούει και –ω, ναι, τι έκπληξη!- τους κρίνει, ακόμη και ενστικτωδώς για όσα στέργουν να τής προσφέρουν. Όσο για τον κανόνα, αν τολμήσεις να τον κρίνεις, θα σού επιτεθεί με το οικείο όπλο αυτών των κύκλων. Ποιος είσαι εσύ και κρίνεις; Τι σπούδασες, είπαμε; Εδώ ανοίγει τα σαλόνια του γι’ αυτούς ο Τάδε της Σορβόνης και μιλάς εσύ;

 

Ναι, δυστυχώς, μιλάς εσύ, ο ακαδημαϊκά τυφλός, ο ενδεχομένως αγράμματος, όταν ακούς ασυναρτησίες και φυσικά η τύφλωση και η απορία σου παραμένει: πώς γίνεται και αυτοί που κρατάνε τα «φώτα», όταν αποφασίζουν να γράψουν ή να μιλήσουν στον απλό κόσμο, να μη μπορούν να φωτίσουν, ούτε το αποθηκάκι του σπιτιού τους;