Ο «κουλ χιπστεράς» που απασχολεί τους ντόπιους συγγραφείς

Ο «κουλ χιπστεράς» που απασχολεί τους ντόπιους συγγραφείς Facebook Twitter
Η συζήτηση γύρω απ’ τον εξευγενισμό στην Αθήνα έχει υπάρξει ιδιαίτερα έντονη τα τελευταία χρόνια, κι έτσι ήταν αναμενόμενο ότι η πεζογραφία θα ασχολούνταν μ’ αυτήν τη θεματική. Εικονογράφηση: bianka/ LIFO
0


«AU REVOIR, ΑΣΟΕΕ, Πεδίον Άρεως, Πολυτεχνείο. Στρίβεις Στουρνάρη από Εξάρχεια. Λαμαρίνα και μπάτσοι. Νεότευκτες πανσιόν με ψαγμένα ονόματα, gastro-bar και νεο-καφενεία. Όλα στην υπηρεσία σας/τους. Θεματικό πάρκο Αθήνα. Ανθίζουν οι εντεπρενέρς και η νέα αντιπαροχή συλλαβίζεται με τρία γράμματα. Σομελιέ Κόκα-Κόλας προτείνουν το κατάλληλο σεβίτσε για καπνισμένο ουίσκι, μετά το brunch. Στην πόλη αυτή, μόνο τα αδέσποτα σκυλιά είναι ακόμη καθαρά στις προθέσεις».¹

Πράγματα που μας είναι πάνω-κάτω γνωστά. Όλοι έχουμε δει τις αλλαγές στην πόλη. Οι περισσότεροι έχουμε ακούσει για το gentrification/εξευγενισμό. Τα συμπτώματά του –οι ανακαινισμένες πανσιόν, τα gastro-bars κι οι σομελιέ– είναι παντού τα ίδια. Το βασικό μοτίβο αφορά την «ανάπλαση» του αστικού τοπίου, τη μαζική αγορά και αναβάθμιση ακινήτων που αλλάζει τον χαρακτήρα των γειτονιών. Η εκάστοτε γειτονιά «ομορφαίνει», γίνεται «κουλ», φέρνει τουρίστες και επενδυτές και πάντοτε ακριβαίνει. Το αποτέλεσμα είναι ο εκτοπισμός των ντόπιων (που δεν μπορούν πια να πληρώσουν το νοίκι) και η διάλυση κοινοτήτων.

Η συζήτηση γύρω απ’ τον εξευγενισμό στην Αθήνα έχει υπάρξει ιδιαίτερα έντονη τα τελευταία χρόνια, κι έτσι ήταν αναμενόμενο ότι η πεζογραφία –η κατεξοχήν αναστοχαστική τέχνη, που απορροφά το σήμερα και το ξερνά ως μύθο– θα ασχολούνταν μ’ αυτήν τη θεματική. Στη νουβέλα Ματαδόρ, που κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιούλιο, ο αφηγητής του Βαγγέλη Μαρινάκη δηλώνει ότι «η πόλη δεν σε ρωτάει καθώς μεταμορφώνεται σε τεμαχισμένο Airbnb».

Η αισθητική του εξευγενισμού βασίζεται σε μια προσομοίωση αυθεντικότητας. Συχνά, αυτή περιλαμβάνει (ακριβείς) απομιμήσεις του λαϊκού, της αντι-κουλτούρας, του «συνοικιακού» και του εργατικού.

Παράλληλα, όμως, σημειώνει πως ο εξευγενισμός δεν είναι τόσο μια καινούργια διαδικασία όσο μια αναβάθμιση της άγριας τουριστικοποίησης της Ελλάδας, η οποία «από το ’60 κι έπειτα, σχεδόν πάντοτε, διαγράφει τους ίδιους φαύλους κύκλους. Μόνη διαφορά μας, σήμερα, ότι έχουν προστεθεί στο παλμαρέ οι mixologists, οι σομελιέ νερού […] και ότι τους μάγειρες τους λέμε σεφ».²

Το μυθιστόρημα Deepfake του Μάκη Μαλαφέκα, που κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάιο, εξετάζει μια διαφορετική πτυχή του εξευγενισμού. Συγκεκριμένα, σκιαγραφεί τον τρόπο με τον οποίο ο εξευγενισμός λειτουργεί μέσα απ’ τις ίδιες τις επιθυμίες των ανθρώπων, μέσα από τη λαχτάρα μικροαστικών και μεσοαστικών υποκειμένων για κάτι το «αυθεντικό». Έτσι, ένα «ανεξερεύνητο» μέρος τραβάει κόσμο που αναζητεί το «ακατέργαστο» και ο οποίος, καθώς έρχεται –ακριβώς επειδή έρχεται– σκοτώνει την αυθεντικότητα κι εξωθεί τον χώρο στην τυποποίηση και τη μαζική παραγωγή.

Ο Μιχάλης Κρόκος, αφηγητής του Deepfake, το αναγνωρίζει αυτό. Αράζει στο self-service του Hondos Center στην Ομόνοια (μια μικρή όαση μέσα στην πόλη του εκσυγχρονισμού), χαζεύοντας τους άλλους θαμώνες, «ζευγαράκια άλλης εποχής» και «παππούδες με σπράιτ», όταν βλέπει «τον έναν κουλ χιπστερά […] με τη βερμούδα και το φαρδύ πουκάμισο και τα κοκάλινα γυαλιά Έλτον Τζον να αγναντεύει μελαγχολικά το υπερπέραν, σημάδι ότι σε τρεις μήνες ο ένας θα ’χει γίνει πέντε και σύντομα θα πέσει κι αυτό το κάστρο».³

Η αισθητική του εξευγενισμού βασίζεται σε μια προσομοίωση αυθεντικότητας. Συχνά, αυτή περιλαμβάνει (ακριβείς) απομιμήσεις του λαϊκού, της αντι-κουλτούρας, του «συνοικιακού» και του εργατικού. Στο διήγημα «Καφέ Κ» από τη συλλογή Δέρμα, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του ’22, η αφηγήτρια της Βίβιαν Στεργίου περιγράφει ένα «κουλ» καφέ στο εξευγενισμένο ανατολικό Βερολίνο. Στέκεται στο ντύσιμο των θαμώνων, το επιτηδευμένο τους στυλ που προσπαθεί να μοιάσει σε χειρωνακτικούς εργάτες.

Σχολιάζει το πέτσινο μπουφάν ενός θαμώνα που της τη δίνει: «Το πέτσινο μπουφάν κοστίζει τουλάχιστον δύο φορές τον κατώτατο μισθό ενός εργάτη πρώην σοβιετικής χώρας, απ’ αυτούς που όλη μέρα διαλύουν το Βερολίνο σε μικρά κομμάτια και ροζ υπέργειους σωλήνες, για να το ξανασυνθέσουν υπομένοντας τον βίαιο ήχο που κάνει το τρυπάνι, εισπνέοντας αυτήν τη σκόνη που θα καθίσει σε κόκκους στα πνευμόνια τους και θα τους εξοντώσει».[4]

Η αγαπημένη μου, όμως, λογοτεχνική αναμέτρηση με τον εξευγενισμό είναι το διήγημα «Ενάντια στη Νύχτα» του Ρένου Μάρτη, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του ’23 στο δεύτερο τεύχος της Βλάβης.[5] Ο αφηγητής του Μάρτη είναι ένα νυχτοπούλι που αγαπά το σκοτάδι και θεωρεί ότι ένας βραδινός περίπατος είναι το «απολαυστικότερο και πιο τζάμπα πράγμα στον κόσμο». Κάποια στιγμή, βγαίνοντας απ’ το σπίτι του, τυφλώνεται απ’ το «λευκό φως ενός προβολέα» και ανακαλύπτει πως «ο Δήμος αποφάσισε ν’ αλλάξει τις λάμπες για λόγους οικονομίας, οικολογίας, αειφορίας».

Η επέλαση των LED φανοστατών –ένα έργο «ανάπλασης»– λούζει τους δρόμους με ασφυκτικό φως, κάνοντας τα πάντα μετρήσιμα και σαφή. Ο απεγνωσμένος αφηγητής δεν αντιδρά, γιατί ελπίζει πως θα επέμβουν οι «ειδικοί» για ν’ αναστρέψουν την κατάσταση και να επαναφέρουν τον θερμό φωτισμό. Όμως, οι ανακριτικοί προβολείς συνεχίζουν ν’ απλώνονται και κατακτούν όλο και περισσότερες περιοχές της Αθήνας. Τελικά, το νυχτοπούλι-αφηγητής αποδέχεται πικρά τον θρίαμβο της Προόδου και αναγνωρίζει, στα φώτα της ανάπλασης, «την όψη του μέλλοντος: άγρυπνο και συνάμα νωχελικό, ανοίκειο και συνάμα διαυγές, προηγμένο μες στην ασχήμια του, καταναγκαστικά ασφαλές∙ η απόχρωσή του ψυχρή, το υλικό του ημιαγώγιμο. Θα ζήσουμε ενάντια στη Νύχτα!».


[1] Βαγγέλης Μαρινάκης, Ματαδόρ, εκδ. Κάππα Εκδοτική, 2024, σ. 57.
[2] Ό.π., σ. 36.
[3] Μάκης Μαλαφέκας, Deepfake, εκδ. Αντίποδες, 2024, σ. 32.
[4] Βίβιαν Στεργίου, Δέρμα, εκδ. Πόλις, 2022, σ. 67.
[5] Ρένος Μάρτης, «Ενάντια στη Νύχτα», στο «Βλάβη 2», εκδ. Αντίποδες, 2023, σ. 98-100.  

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Οπτική Γωνία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τρεις αυτοκτονίες και μια κοινωνία που τις προσπερνά τόσο εύκολα

Οπτική Γωνία / Τρεις αυτοκτονίες και μια κοινωνία που τις προσπερνά τόσο εύκολα

Ένας κτηνοτρόφος που έχασε το βιος του, ένας πατέρας που έχασε το παιδί του και ένας έφηβος που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Άνθρωποι που δεν άντεξαν άλλο και δεν ζητούν τη λύπη μας αλλά την προσοχή μας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Ιράν: Μουλάδες τέλος;

Οπτική Γωνία / Εξέγερση στο Ιράν: Μουλάδες τέλος;

Θα γίνει ο μαζικός ξεσηκωμός που συνταράσσει για δεύτερη συνεχόμενη εβδομάδα το Ιράν η ταφόπλακα της Ισλαμικής Δημοκρατίας; Πολλοί το επιδιώκουν, προπαντός ένα ολοένα αυξανόμενο κομμάτι του ιρανικού λαού.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Γκάζι: Από εργατική συνοικία, «λούνα παρκ» της νύχτας

Αθήνα / Γκάζι: Από εργατική συνοικία, «λούνα παρκ» της νύχτας

Πώς μια περιοχή με έντονα χαρακτηριστικά γειτονιάς, με μια κοινότητα μουσουλμάνων της Θράκης και εργαστήρια καλλιτεχνών στα τέλη του ’80 με αρχές του ’90, εξελίχθηκε σε τόπο μαζικής διασκέδασης.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Gen Z και εργασία στην Ελλάδα: «Δυστυχώς αποφασίσαμε να προχωρήσουμε με άλλον υποψήφιο»

Οπτική Γωνία / «Δυστυχώς αποφασίσαμε να προχωρήσουμε με άλλον υποψήφιο»

Πώς είναι να προσπαθείς να μπεις στην αγορά εργασίας σε μια περίοδο που η αβεβαιότητα έχει γίνει κανονικότητα; Ο Βασίλης Τσούτσης, φοιτητής Οικονομικών, περιγράφει την εμπειρία της πρώτης αναζήτησης εργασίας, ενώ ο Χρήστος Γούλας, γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, αναλύει το χάσμα που υπάρχει μεταξύ νέων και εργοδοτών.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Η πολιτική δυναμική της Μαρίας Καρυστιανού, το ηθικό κεφάλαιο και το πολιτικό ρίσκο

Πολιτική / Η πολιτική δυναμική της Μαρίας Καρυστιανού, το ηθικό κεφάλαιο και το πολιτικό ρίσκο

Το 2025 ξεκίνησε με τις διαδηλώσεις για τα Τέμπη, που κατέβασαν στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους σε όλη τη χώρα, και κλείνει με την προαναγγελία δημιουργίας κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού, την πρόεδρο του Συλλόγου Πληγέντων του Δυστυχήματος των Τεμπών.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ