ΤO 2013 METAKOMIΣΑ στην Οξφόρδη με μια υποτροφία του Reuters Institute, ενός οργανισμού που βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και ασχολείται με την έρευνα πάνω στη δημοσιογραφία.

 

Στην πρώτη παρουσίαση που έκανα έπρεπε να εξηγήσω πάνω σε τι θα δούλευα: την απαξίωση των παραδοσιακών ΜΜΕ στην Ελλάδα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το σοκ στα μάτια των Βορειοευρωπαίων συναδέλφων μου, όταν τους έδειξα ένα βίντεο που κάποιοι κυνηγούσαν, ουρλιάζοντας, έναν δημοσιογράφο στο Σύνταγμα για να τον δείρουν. Τους φαινόταν ασύλληπτο ότι σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο κόσμος έδερνε τους δημοσιογράφους στον δρόμο.

 

Κάποιοι άλλοι σχεδόν μειδιούσαν, με το γέλιο που έχεις όταν αναγνωρίζεις κάτι πολύ κοντινό σου ή κάτι που σου φαίνεται αστείο γιατί έχεις δει πολύ χειρότερα. Μια Σύρια συνάδελφος είχε δει τη χώρα της να γίνεται στάχτη, ένας Ούγγρος φωτορεπόρτερ στριμωχνόταν όλο και περισσότερο από το καθεστώς του Ορμπάν. Και, φυσικά, υπήρχε και ο Βούλγαρος. Οι ιστορίες του ήταν οι πιο κοντινές στις δικές μου: χρεωμένα ΜΜΕ, σκοτεινά κυκλώματα, δημοσιογράφοι-κολλητοί της εξουσίας, εκβιασμοί...

 

Κυκλοφορούσαμε παρέα με λάπτοπ-τούβλα, περιφέροντας τη βαλκάνια κακομοιριά μας στην τραπεζαρία του κολεγίου μας σαν μια ιδιότυπη αυτοκρατορία των ζαβών. Κάποια στιγμή που δυσανασχέτησα γιατί έπρεπε πάλι να απολογηθώ για την κρίση σε κάποιον άγνωστο («Ναι, Γερμανέ φίλε μου, που σε γνώρισα πριν από ενάμισι λεπτό, η οικογένειά μου είναι καλά και πληρώνουμε τους φόρους μας, όχι, δεν θέλω να ακούσω ένα ανέκδοτο για Έλληνες, φύγε τώρα») γύρισε και μου είπε κάπως σοβαρά με τη βαριά προφορά του: «Τρως τα σκατά τώρα με την κρίση, εγώ τρώω τα σκατά εδώ και χρόνια». 

 

«Ήταν κάποτε μια ωραία cool δουλειά και τώρα κυνηγάμε τα νούμερα στο Ίντερνετ κι ο κόσμος μας θεωρεί ξοφλημένους» μου είχε πει με πίκρα ένας παλιός δημοσιογράφος, γραφιάς-σταρ της εποχής του σε μία από τις συνεντεύξεις που έκανα τότε.

 

Όσο περισσότερο έψαχνα τους λόγους που οι Έλληνες είχαν χάσει την πίστη τους στα ΜΜΕ τόσο περισσότερο χαωνόμουν. Το κλείσιμο της ΕΡΤ μετρούσε μερικούς μήνες. Λίγο πριν είχαν κλείσει η «Ελευθεροτυπία», οι εκδόσεις Λυμπέρη και η ΙΜΑΚΟ. Το κανόνι του Alter είχε βάλει μέσα την ελληνική διαφημιστική αγορά κατά 180 εκατ. ευρώ. Η Ελλάδα είχε κατρακυλήσει στο νούμερο 99 του Press Freedom Index.

 

Το κοινό, ήδη δύσπιστο, είχε χάσει πια οριστικά την πίστη του στα παραδοσιακά μέσα, θεωρούσε τους δημοσιογράφους ξεπουλημένους, κομμάτι του προβλήματος, μαζί με τους πολιτικούς. Ο όρος «συστημικά μέσα» είχε αρχίσει να κατακλύζει τον δημόσιο λόγο, ο κόσμος μιλούσε για τη χούντα που δεν τελείωσε το ’73 και παρακολουθούσε τις αντιμνημονιακές πορείες μέσα από hashtags στο Twitter. 

 

«Ήταν κάποτε μια ωραία cool δουλειά και τώρα κυνηγάμε τα νούμερα στο Ίντερνετ κι ο κόσμος μας θεωρεί ξοφλημένους» μου είχε πει με πίκρα ένας παλιός δημοσιογράφος, γραφιάς-σταρ της εποχής του σε μία από τις συνεντεύξεις που έκανα τότε.

 

Επτά χρόνια αργότερα, τα πράγματα είναι απείρως χειρότερα. Τα Μέσα δεν μοιάζουν πια να συνομιλούν με το κοινό αλλά με τις διαφημιστικές που τα χρηματοδοτούν. Μια ματιά στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των Μέσων στην Ελλάδα, αλλά και στα ποσοστό εμπιστοσύνης που έχει το κοινό στα ΜΜΕ (μόλις το 28% των Ελλήνων τα εμπιστεύονται) είναι αρκετή. Η δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ είναι μια μαύρη, πικρή σελίδα στην ιστορία της ελληνικής δημοσιογραφίας – μέχρι την επόμενη.

 

Δεν μπορεί κανείς παρά να νιώσει απέραντη λύπη – όχι μόνο για τη δολοφονία ενός ανθρώπου, αλλά για το τι λέει αυτή η δολοφονία για τη δημοσιογραφία στην Ελλάδα.