ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ άνοιξε έκτακτα η πλατφόρμα εμβολιασμού για την ηλικιακή μου ομάδα (να ’ναι καλά οι ηλικιωμένοι που φοβήθηκαν να κάνουν το ΑstraZeneca), η πλατφόρμα της άυλης συνταγογράφησης κόλλησε για κάποιες ώρες και έμοιαζε να μην υπάρχει εμβόλιο παρά για έναν μήνα μετά.

 

Την ώρα που πάταγα με μανία το refresh, αλλάζοντας ταχυδρομικούς κώδικες από το Περιστέρι ως τα Ταμπούρια και στέλνοντας μηνύματα σε φίλους («Ναι, δοκίμασε τον Τ.Κ. 14561 για να δεις πότε θα σου βγάλει», «Λένε ότι έχουν περισσέψει εμβόλια στο Μέγα Εμβολιαστικό του Περιστερίου»), αισθάνθηκα σαν να προσπαθώ να βρω εισιτήριο για το φεστιβάλ όπου θα πάνε όλοι μου οι φίλοι και να μην τα καταφέρνω. Ζούσα το δικό μου εμβολιαστικό fomo.

 

«Σιχαίνομαι τα εμβόλια. Νιώθω σαν πειραματόζωο, μου βγαίνει το αντιδραστικό μου και θέλω να αγκαλιάσω τα δέντρα» έγραψε λίγο αργότερα μια φίλη σε ένα γκρουπ στο WhatsApp. «Εννοείται ότι φοβάμαι, αλλά φοβάμαι περισσότερο τον κορωνοϊό» έγραψα εγώ, «Νιώθω ευγνωμοσύνη που μπορώ να κάνω το εμβόλιο».

 

Ένας άντρας γύρω στα πενήντα, με γυαλάκια, με ρώτησε: «Εσείς θα το κάνετε το εμβόλιο;». Άρχισα να αναρωτιέμαι τι θα άκουγα: πως κάτω από τις κούφιες πυραμίδες βασιλεύει μια στρατιά γατιών με αρχηγό τον Τζεφ Μπέζος;


Τρεις εβδομάδες μετά βρέθηκα στο Έλενα. Την τελευταία φορά που είχα πάει ήταν πέρσι τον Ιούλιο σε δωρεάν μαθήματα ανώδυνου τοκετού – δύο ζευγάρια που κοιταζόμασταν με τρομαγμένο βλέμμα και μια μαία που προσπαθούσε να μας βοηθήσει. Είχαν περάσει δέκα μήνες, τώρα πια το μωρό έκανε κούνια στην παιδική χαρά απέναντι από το νοσοκομείο.

 

Η πτέρυγα ήταν άδεια. Ανέβηκα τις μαρμάρινες σκάλες. Στο δωμάτιο ήταν μόνο ένας γιατρός με δύο νοσοκόμες. Ανταλλάξαμε δυο-τρεις ευγενικές κουβέντες, μου έκαναν το εμβόλιο και με έστειλαν στην αίθουσα αναμονής για δεκαπέντε λεπτά.

 

Η αίθουσα ήταν ένας παλιός ορθογώνιος θάλαμος με οκτώ κρεβάτια. Στον τοίχο είχε ξεμείνει μια επιγραφή «Ενοικιάζονται τηλεοράσεις». Ακριβώς απέναντι βρισκόταν ένα παρατημένο αναπηρικό αμαξίδιο, μπροστά από μια σειρά με φοριαμούς. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και ένα ροζ φως έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε σε έναν κήπο με ευκαλύπτους και πικροδάφνες. Απέναντί μου καθόταν μια κυρία γύρω στα εξήντα. Με κοιτούσε τρομαγμένη και κρατούσε σφιχτά το χερούλι της καρέκλας της, σαν να περίμενε πως κάτι κακό θα της συνέβαινε από στιγμή σε στιγμή.

 

To επόμενο πρωί μπήκα σε ένα ταξί για να πάω στη δουλειά. Την ώρα που ήμασταν κολλημένοι πίσω από ένα λεωφορείο στην Παπαδιαμαντοπούλου, ο ταξιτζής, ένας άντρας γύρω στα πενήντα, με γυαλάκια, με ρώτησε: «Εσείς θα το κάνετε το εμβόλιο;». Άρχισα να αναρωτιέμαι τι θα άκουγα: πως κάτω από τις κούφιες πυραμίδες βασιλεύει μια στρατιά γατιών με αρχηγό τον Τζεφ Μπέζος; Πως ένας φίλος του γιατρός τού είχε εκμυστηρευτεί πως στα νοσοκομεία δεν υπήρχε κανένας άρρωστος από κορωνοϊό και ήταν όλοι κομπάρσοι; Πως έχει κάνει τη δική του έρευνα «από ανεξάρτητες πηγές» και βίντεο του Γρηγόρη Πετράκου και πιστεύει ότι ο κορωνοϊος είναι κάτι σαν τη γρίπη; 

 

«Ναι, το έκανα χθες» είπα με έναν βαθύ αναστεναγμό, έτοιμη να ακούσω τα πάντα. «Α, πολύ ωραία» μου απάντησε. «Ξέρετε, εγώ είμαι ένας από τους πρώτους Έλληνες που αρρώστησαν από κορωνοϊό, πέρσι τον Μάρτιο. Ήμουν έναν μήνα στο Σωτηρία. Επειδή μπαίνουν στο ταξί και μου λένε ότι ο κορωνοϊος δεν υπάρχει, και δεν θέλουν να κάνουν εμβόλιο, το λέω σε όλους».

 

Στη Βασιλίσσης Σοφίας έβγαλε και άρχισε να μου δείχνει τις φωτογραφίες στο κινητό του. Ο ίδιος στο νοσοκομείο ανάμεσα σε γιατρούς ντυμένους με στολές, ο ίδιος στο προαύλιο του νοσοκομείου, παρέα με τις νοσοκόμες. Στην τελευταία φωτογραφία σχημάτιζε το σήμα της νίκης με τα δάχτυλά του κάτω από τη μάσκα του οξυγόνου.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.